Ήταν δεκαεπτά χρόνια μικρότερος μου και όμως το τόλμησα. Κεφάλαιο Γ’

0

Γράφει η Νίκη Καββαθά

Το επόμενο πρωί ξύπνησα νωρίτερα από το ξυπνητήρι. Για μερικά δευτερόλεπτα, εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα ανάμεσα στον ύπνο και στην πραγματικότητα, δεν θυμόμουν τίποτε. Μετά γύρισα το κεφάλι μου και είδα τον άνδρα μου να κοιμάται δίπλα μου. Και τα θυμήθηκα όλα. Τη γκαρσονιέρα. Το φιλί. Τα χέρια του γύρω μου. Το «σε θέλω» που εξακολουθούσε να ηχεί μέσα στο κεφάλι μου. Θυμήθηκα και όσα είχαν συμβεί αργότερα, στο δικό μου κρεβάτι, με τον άνδρα μου. Εκείνη τη γνώριμη, σχεδόν μηχανική συζυγική επαφή, που είχε τελειώσει όπως τόσες άλλες φορές, με εκείνον να γυρίζει πλευρό και να αποκοιμιέται κι εμένα να μένω ξύπνια. Μόνο που αυτή τη φορά υπήρχε μια διαφορά. Ενώ ήμουν στην αγκαλιά του άνδρα μου, είχα σκεφτεί έναν άλλον. Και δεν τον είχα σκεφτεί τυχαία. Είχα επιστρέψει νοερά σε όσα είχαν συμβεί λίγες ώρες νωρίτερα και, κυρίως, σε όσα δεν είχα επιτρέψει να συμβούν. Αυτό ήταν που με έκανε να αισθάνομαι τόσο παράξενα εκείνο το πρωί. Δεν μετάνιωνα που είχα σταματήσει. Αλλά δεν ήμουν πια καθόλου βέβαιη ότι, αν βρισκόμουν ξανά στην ίδια θέση, θα σταματούσα δεύτερη φορά. Το μήνυμά του ήρθε λίγο μετά τις εννέα. Είχα ήδη φτάσει στη δουλειά και προσπαθούσα να συγκεντρωθώ σε οτιδήποτε άλλο όταν είδα το όνομά του στην οθόνη. Ένιωσα εκείνη την ανατριχίλα που είχε αρχίσει να γίνεται επικίνδυνα γνώριμη. Ήταν παράλογο. Στα σαράντα πέντε μου περίμενα ένα μήνυμα όπως περίμενα κάποτε, κορίτσι ακόμη, να χτυπήσει το τηλέφωνο από κάποιον που μου άρεσε. Το χειρότερο ήταν ότι μου άρεσε αυτή η αίσθηση. Μου άρεσε να βλέπω το όνομά του. Μου άρεσε να αναρωτιέμαι τι θα γράψει. Μου άρεσε ακόμη και να περιμένω εκείνες τις τρεις μικρές τελείες που εμφανίζονταν όταν πληκτρολογούσε. Ένιωθα γελοία νέα. Σαν να είχαν εξαφανιστεί ξαφνικά τα χρόνια, ο γάμος, οι υποχρεώσεις, όλα όσα με είχαν κάνει τη γυναίκα που ήμουν.
«Θέλεις να πιούμε έναν καφέ κάποια μέρα;»
Έμεινα λίγο κοιτάζοντας την οθόνη. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε κανένα υπονοούμενο. Ένας καφές. Δύο λέξεις που μπορούσαν να σημαίνουν ακριβώς αυτό και ταυτόχρονα πολύ περισσότερα. Του απάντησα ότι το Σάββατο το πρωί θα κατέβαινα στο κέντρο για να χαζέψω βιτρίνες και ότι θα μπορούσαμε να βρεθούμε. Η απάντησή του ήρθε σχεδόν αμέσως.
«Αν θέλεις, έλα από το σπίτι να πιούμε καφέ.»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Δεν χρειαζόταν να μου εξηγήσει τίποτε. Είχα βρεθεί σε εκείνο το σπίτι μόλις την προηγούμενη ημέρα. Ήξερα τον καναπέ του, το μικρό τραπέζι, την πόρτα που έκλεινε πίσω μου. Ήξερα κυρίως πώς ήταν να βρίσκομαι στην αγκαλιά του και πόσο δύσκολο είχε αποδειχθεί να σηκωθώ και να φύγω. Για μερικά δευτερόλεπτα σκέφτηκα να του απαντήσω αμέσως όχι. Θα ήταν η λογική απάντηση. Η ασφαλής απάντηση. Αντί γι’ αυτό έγραψα:
«Θα το σκεφτώ. Θα σου απαντήσω.»
«Εντάξει.»
Τίποτε άλλο. Δεν επέμεινε και δεν μου ξαναμίλησε γι’ αυτό. Κι όμως, όσο πλησίαζε το Σάββατο, εγώ το σκεφτόμουν όλο και περισσότερο. Την Πέμπτη είπα στον εαυτό μου ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πάω. Την Παρασκευή το πρωί εξακολουθούσα να πιστεύω ότι δεν θα πήγαινα. Την Παρασκευή το βράδυ, όμως, πριν κοιμηθώ, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται τι θα φορούσα την επομένη. Τότε κατάλαβα ότι είχα ήδη αρχίσει να χάνω τη μάχη με τον εαυτό μου. Και δεν ήξερα αν πραγματικά ήθελα να την κερδίσω.
Το Σάββατο το πρωί άνοιξα την ντουλάπα και άλλαξα γνώμη περισσότερες φορές απ’ όσες θα παραδεχόμουν ποτέ. Έβαλα ένα παντελόνι και μια μπλούζα, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και τα έβγαλα. Δοκίμασα κάτι άλλο. Μετά κάτι τρίτο. Θύμωσα με τον εαυτό μου. Υποτίθεται ότι θα κατέβαινα για βιτρίνες. Δεν χρειαζόμουν τόση ώρα για να αποφασίσω τι θα φορέσω για να κοιτάξω παπούτσια και φορέματα. Ήξερα πολύ καλά για ποιον ντυνόμουν και αυτή η παραδοχή με έκανε να καθίσω για λίγο στην άκρη του κρεβατιού. Θα μπορούσα ακόμη να μην πάω. Δεν του είχα υποσχεθεί τίποτε. Θα κατέβαινα στο κέντρο, θα έκανα τα ψώνια μου, θα επέστρεφα σπίτι και αυτή η ιστορία θα μπορούσε ίσως να τελειώσει εκεί. Σηκώθηκα, κοιτάχτηκα ακόμη μία φορά στον καθρέφτη και κατάλαβα ότι ήδη περίμενα να δω το βλέμμα του όταν θα μου άνοιγε την πόρτα. Κατέβηκα στο κέντρο και προσπάθησα πραγματικά να κάνω αυτό που είχα πει. Κοίταξα βιτρίνες, μπήκα σε δυο καταστήματα, δοκίμασα ένα φόρεμα, βγήκα, περπάτησα λίγο ακόμη. Το κινητό μου παρέμενε μέσα στην τσάντα μου. Εκείνος δεν είχε στείλει τίποτε. Περίμενε την απάντησή μου, όπως είχε πει. Κάποια στιγμή σταμάτησα μπροστά σε μια βιτρίνα χωρίς να βλέπω πραγματικά τίποτε από όσα υπήρχαν πίσω από το τζάμι. Έβγαλα το κινητό. Άνοιξα τη συνομιλία μας. Έγραψα δύο λέξεις.
«Είσαι σπίτι;»
Δεν πρόλαβα σχεδόν να κλειδώσω την οθόνη.
«Ναι.»

Κοίταξα την απάντησή του. Αν έβαζα εκείνη τη στιγμή το κινητό στην τσάντα, θα μπορούσα ακόμη να αλλάξω γνώμη. Αντί γι’ αυτό σήκωσα το χέρι μου και σταμάτησα ένα ταξί. Σε όλη τη διαδρομή άλλαζα γνώμη. Στο πρώτο φανάρι αποφάσισα ότι θα ζητούσα από τον οδηγό να γυρίσει πίσω. Στο επόμενο είπα ότι θα πήγαινα μόνο για έναν καφέ. Λίγο αργότερα παραδέχτηκα ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Δεν πήγαινα μόνο για καφέ. Μπορεί να μην ήξερα ακόμη τι ακριβώς θα άφηνα να συμβεί, αλλά ήξερα τι ήθελα. Κοίταζα τους δρόμους από το παράθυρο και αισθανόμουν την καρδιά μου να χτυπά όπως είχε χρόνια να χτυπήσει. Ήμουν σαράντα πέντε χρονών και πήγαινα να συναντήσω έναν άνδρα δεκαεπτά χρόνια μικρότερό μου, έναν άνδρα που είχα φιλήσει, που μου είχε πει ότι με ήθελε και από τον οποίο είχα φύγει την προηγούμενη φορά επειδή φοβήθηκα τον ίδιο μου τον εαυτό. Οταν μου άνοιξε την πόρτα, κατάλαβα ότι είχε εκπλαγεί.
«Τελικά ήρθες».
«Για καφέ», του είπα.
Χαμογέλασε.
«Για καφέ».
Γέλασα κι εγώ και πέρασα μέσα. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε η ίδια αμηχανία. Υπήρχε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: γνωρίζαμε ήδη πώς ήταν να αγγίζουμε ο ένας τον άλλον. Καθίσαμε, μιλήσαμε, ήπιαμε πράγματι καφέ. Δεν θυμάμαι σήμερα σχεδόν τίποτε από εκείνη τη συζήτηση. Θυμάμαι μόνο τα μάτια του. Τις μικρές σιωπές ανάμεσα στις κουβέντες μας. Το ότι κάποια στιγμή καθόταν τόσο κοντά μου ώστε μπορούσα να αισθανθώ τη ζεστασιά του. Και θυμάμαι ότι αυτή τη φορά, όταν πλησίασε και με φίλησε, δεν υπήρχε μέσα μου εκείνο το απότομο φρένο της προηγούμενης φοράς. Τον φίλησα κι εγώ χωρίς δισταγμό. Όταν με αγκάλιασε, τον αγκάλιασα δυνατότερα. Και όταν απομακρύνθηκε για μια στιγμή και με κοίταξε, ήξερα τι ήθελε να με ρωτήσει πριν μιλήσει.
«Είσαι σίγουρη;»
Εκεί βρισκόταν η τελευταία μου ευκαιρία. Θα μπορούσα να πω όχι. Δεν το είπα.
«Ναι».
Εκείνο το μεσημέρι κάναμε έρωτα. Δεν υπήρξε δεύτερη σκέψη όταν βρεθήκαμε στο κρεβάτι. Δεν υπήρξε η στιγμή που θα τραβιόμουν ξανά και θα του έλεγα ότι δεν μπορούσα. Είχα επιστρέψει γνωρίζοντας κατά βάθος ότι αυτή τη φορά δεν ήθελα να σταματήσω. Και αφέθηκα σε εκείνον με έναν τρόπο που με εξέπληξε περισσότερο από την ίδια μου την απόφαση. Ίσως επειδή δεν υπήρχε τίποτε από τη συζυγική συνήθεια της προηγούμενης νύχτας. Δεν ήξερα τι θα έκανε την επόμενη στιγμή. Δεν ήξερε ακριβώς πώς θα αντιδρούσα. Υπήρχε ξανά εκείνη η ανακάλυψη του άλλου, η προσμονή, το βλέμμα που ζητούσε και περίμενε απάντηση. Και για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια δεν αισθανόμουν ότι απλώς συμμετείχα σε κάτι γνώριμο. Ήμουν εκεί. Ολόκληρη. Μείναμε στο κρεβάτι σχεδόν τρεις ώρες. Τρεις ώρες που μου φάνηκαν πολύ λιγότερες. Μιλούσαμε, γελούσαμε, φιλιόμασταν, σωπαίναμε και ξαναβρισκόμασταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Είχα ξεχάσει πώς είναι να μη θέλεις να κοιτάξεις την ώρα. Είχα ξεχάσει πώς είναι να αισθάνεσαι ότι ο χρόνος έξω από ένα δωμάτιο δεν σε αφορά. Και κυρίως είχα ξεχάσει ότι μπορούσα ακόμη να αισθανθώ έτσι. Δεν ήταν μόνο το σεξ. Αν ήταν μόνο αυτό, ίσως να ήταν ευκολότερο να το βάλω σε ένα κουτί μέσα στο μυαλό μου και να το ονομάσω λάθος. Ήταν ότι το απόλαυσα όσο δεν θυμόμουν να έχω απολαύσει ερωτική στιγμή εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Ήταν ότι γέλασα. Ότι ένιωσα όμορφη. Ότι ένιωσα επιθυμητή. Ότι δεν ήμουν η σύζυγος που ήξερε από πριν πώς θα αρχίσει και πώς θα τελειώσει η νύχτα της. Ήμουν πάλι μια γυναίκα που ανακάλυπτε έναν άνδρα και άφηνε έναν άνδρα να την ανακαλύψει. Κάποια στιγμή κοίταξα το ρολόι και πετάχτηκα σχεδόν από το κρεβάτι.
«Τρεις ώρες;»
Γέλασε.
«Σε πειράζει;»
Τον κοίταξα και χαμογέλασα.
«Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Δεν με πειράζει καθόλου».
Όταν άρχισα να ντύνομαι, επέστρεψε η πραγματικότητα. Κάθε ρούχο που φορούσα ήταν σαν να ξανάβαζα επάνω μου ένα κομμάτι της ζωής που είχα αφήσει έξω από εκείνο το δωμάτιο. Το σπίτι μου. Τον άνδρα μου. Τα χρόνια του γάμου μου. Όλα όσα υπήρχαν πριν από εκείνον και εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Δεν είχε εξαφανιστεί τίποτε επειδή εγώ είχα περάσει τρεις ώρες σε ένα ξένο κρεβάτι. Στάθηκα για λίγο μπροστά στον καθρέφτη και τακτοποίησα τα μαλλιά μου. Η γυναίκα που με κοιτούσε ήταν ακριβώς η ίδια με εκείνη που είχε μπει πριν από λίγες ώρες. Κι όμως εγώ ήξερα ότι δεν ήταν. Στην πόρτα με φίλησε.
«Μετάνιωσες;»
Η ερώτησή του με αιφνιδίασε. Περίμενα ότι θα έλεγα ναι. Ίσως μάλιστα ένα κομμάτι μου να ήθελε να μπορώ να το πω, επειδή τότε όλα θα ήταν απλούστερα. Τον κοίταξα.
«Όχι».
Ήταν η πιο ειλικρινής και ταυτόχρονα η πιο τρομακτική απάντηση που μπορούσα να δώσω. Στο ταξί της επιστροφής δεν αισθανόμουν όπως την προηγούμενη φορά. Τότε είχα φύγει ταραγμένη επειδή είχα φτάσει πολύ κοντά σε ένα όριο και είχα καταφέρει να σταματήσω. Τώρα το όριο βρισκόταν πίσω μου. Είχα κάνει σεξ με έναν άνδρα δεκαεπτά χρόνια μικρότερό μου. Το είχα επιλέξει. Το είχα απολαύσει. Και το χειρότερο —ή ίσως το καλύτερο, δεν ήξερα ακόμη— ήταν ότι αν μπορούσα να γυρίσω τον χρόνο λίγες ώρες πίσω, δεν ήμουν καθόλου βέβαιη ότι θα επέλεγα διαφορετικά. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο τζάμι και έκλεισα τα μάτια. Μέχρι εκείνη την ημέρα πίστευα ότι το επικίνδυνο ήταν να τον θέλω. Έκανα λάθος. Το πραγματικά επικίνδυνο ήταν ότι τώρα ήξερα πώς ήταν να τον έχω.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Share.

Comments are closed.