«Το καλοκαίρι που κοιμήθηκα με άλλον»

0

Κεφάλαιο 1
Το πανηγύρι

Καμιά φορά λέω μέσα μου πως όλες οι παντρεμένες έχουμε μια περιπέτεια που δεν διηγούμαστε ποτέ. Δεν ξέρω αν ισχύει. Ίσως με βολεύει να το πιστεύω. Η δική μου άρχισε το βράδυ της 14ης Αυγούστου 2018, παραμονή του Δεκαπενταύγουστου, σ’ ένα χωριό του Κιλκίς, και τελείωσε πριν φύγει εκείνο το καλοκαίρι. Κανείς δεν έμαθε για εμάς. Ο Μάρκος έφυγε κι εγώ συνέχισα τη ζωή μου. Μόνο όταν ακούω εκείνο το τραγούδι θυμάμαι πώς με κοιτούσε την ώρα που χόρευα, ενώ ο άντρας μου καθόταν στο διπλανό τραπέζι.
Ο άντρας μου ήταν στο διπλανό τραπέζι όταν άρχισε το φλερτ. Καθόταν με δυο φίλους του κάτω από τον πλάτανο, με το ποτήρι μπροστά του και το πουκάμισο ανοιχτό στον λαιμό, κι εγώ χόρευα στον κύκλο με τις γυναίκες του χωριού. Ήμουν πενήντα χρονών, παντρεμένη σχεδόν τρεις δεκαετίες, με δυο παιδιά που είχαν πια φύγει από το σπίτι. Εκείνο το βράδυ είχα φορέσει ένα κόκκινο καλοκαιρινό φόρεμα που είχα αγοράσει στο Κιλκίς. Στο δοκιμαστήριο είχα τραβήξει λίγο το ύφασμα στο στήθος, είχα γυρίσει στο πλάι κι ύστερα είχα ζητήσει από την πωλήτρια να μου το βάλει σε μια σακούλα. Όταν με είδε έτοιμη ο Θανάσης, με ρώτησε αν θα κρύωνα αργότερα. Πήρα μια εσάρπα και την άφησα στην καρέκλα μου. Τώρα το φόρεμα ακολουθούσε τα βήματά μου, τα χέρια των γυναικών με κρατούσαν στον ρυθμό και στο τραπέζι απέναντι ένας άντρας με λευκό πουκάμισο με κοιτούσε.
Τον είχα προσέξει πριν σηκωθώ. Καθόταν με μια παρέα που γνώριζα, αλλά ο ίδιος δεν μου ήταν οικείος. Είχε γκρίζο στους κροτάφους, τα μανίκια γυρισμένα και το πρόσωπο ενός ανθρώπου που περνούσε αρκετές ώρες έξω. Στην αρχή σκέφτηκα πως κοιτούσε τον χορό. Ύστερα έγειρε ελαφρά το κεφάλι για να με δει πίσω από τη γυναίκα που περνούσε μπροστά του. Τη δεύτερη φορά που συναντήθηκαν τα μάτια μας, χαμογέλασε. Έχασα ένα βήμα και η ξαδέλφη μου, η Λίτσα, μου έσφιξε το χέρι. «Πού ταξιδεύεις;» με ρώτησε γελώντας. Γέλασα κι εγώ και γύρισα προς τον Θανάση. Είχε σκύψει να ακούσει κάτι που του έλεγε ο φίλος του. Όταν ξανακοίταξα τον άγνωστο, το χαμόγελό του είχε μείνει.
Τον έλεγαν Μάρκο. Το έμαθα όταν τελείωσε το τραγούδι και πέρασα κοντά στο τραπέζι του για να επιστρέψω στο δικό μας. «Χορεύεις πολύ όμορφα», μου είπε. Σταμάτησα, τάχα για να ισιώσω τη ζώνη του φορέματος. «Έχουμε γνωριστεί;» τον ρώτησα. Μου είπε το επώνυμό του και εξήγησε πως είχε έρθει από τη Θεσσαλονίκη για λίγες εβδομάδες, να μείνει στο πατρικό του και να φροντίσει το σπίτι που είχε χρόνια κλειστό. Θυμήθηκα τη μητέρα του, μια ήσυχη γυναίκα που ερχόταν παλιά στην εκκλησία με την αδελφή της. «Εσύ είσαι η Άννα», είπε. Τον ρώτησα πώς το ήξερε και έδειξε διακριτικά την παρέα του. «Ρώτησα». Κοίταξα προς το τραπέζι μας. Ο Θανάσης σήκωσε το χέρι και μου έδειξε την άδεια καρέκλα δίπλα του. «Με περιμένουν», είπα. Ο Μάρκος παραμέρισε για να περάσω. «Το βλέπω».
Κάθισα και ήπια νερό, αν και το ποτήρι μου είχε ακόμη κρασί. Ο Θανάσης με ρώτησε ποιος ήταν εκείνος που μου μιλούσε και του είπα το επώνυμο. «Α, ο γιος της κυρα-Ευγενίας», απάντησε. «Έχει χρόνια να φανεί». Ύστερα γύρισε στην παρέα του και συνέχισε την κουβέντα για ένα χωράφι που πουλιόταν στην άκρη του χωριού. Τον παρατηρούσα καθώς μιλούσε. Είχαμε περάσει μαζί δύσκολους χειμώνες, αρρώστιες, οικονομικά ζόρια, τις αγωνίες των παιδιών. Δεν είχα έρθει στο πανηγύρι θυμωμένη μαζί του ούτε περίμενα να μου συμβεί κάτι. Κι όμως, τώρα άκουγα τη φωνή του και περίμενα να αρχίσει το επόμενο τραγούδι για να σηκωθώ ξανά. Όταν με ρώτησε αν ήθελα να μου παραγγείλει κάτι να φάω, είπα πως δεν πεινούσα.
Στον δεύτερο χορό ήξερα πια πού θα κοιτάξω. Ο Μάρκος είχε τραβήξει λίγο την καρέκλα του και με έβλεπε χωρίς να γυρίζει το σώμα του. Έκανα πως πρόσεχα τα βήματά μου, όμως σε κάθε στροφή τον αναζητούσα. Αισθανόμουν το πρόσωπό μου ζεστό και δεν ήταν μόνο από τον χορό. Είχα ξεχάσει πόσο αμήχανη μπορεί να σε κάνει ένα βλέμμα όταν το περιμένεις. Κάποια στιγμή εκείνος σήκωσε το ποτήρι του ελάχιστα, μόνο για να το δω. Χαμογέλασα πριν προλάβω να συγκρατηθώ. Η Λίτσα μου είπε ότι είχα κέφια εκείνο το βράδυ. «Παραμονή της Παναγίας είναι», της απάντησα, κι εκείνη με τράβηξε στον επόμενο γύρο.
Κοντά στα μεσάνυχτα πήγα στην άκρη της πλατείας, στη βρύση δίπλα στο κοινοτικό γραφείο. Έβρεξα τα δάχτυλά μου και ακούμπησα τους καρπούς μου για να δροσιστώ. Ο Μάρκος ήρθε λίγο αργότερα κρατώντας ένα κλειστό μπουκαλάκι νερό. «Αν προτιμάς», είπε και μου το έδωσε. Μείναμε δίπλα στη βρύση, με τη μουσική να φτάνει πιο χαμηλή ως εκεί. Από κοντά παρατήρησα τις μικρές γραμμές γύρω από τα μάτια του και τον τρόπο που περίμενε να τελειώσω κάθε φράση πριν μιλήσει. Με ρώτησε αν έμενα μόνιμα στο χωριό. Του είπα για το σπίτι μας, για τα παιδιά που έρχονταν πια μόνο στις γιορτές, για τη δουλειά μου στο λογιστικό γραφείο. «Και δεν βαριέσαι εδώ;» με ρώτησε. «Μερικές φορές», παραδέχτηκα. «Απόψε πάντως όχι», είπε. Χαμήλωσα το βλέμμα στο μπουκάλι που κρατούσα και γύρισα το καπάκι χωρίς λόγο.
Δεν κράτησε πολύ εκείνη η κουβέντα. Είδα τη Λίτσα να έρχεται προς το μέρος μας και έκανα ένα μικρό βήμα πίσω. Ο Μάρκος την καλησπέρισε σαν να είχαμε συναντηθεί τυχαία, τη ρώτησε για τον πατέρα της και της είπε πως θα περνούσε να τον δει. Τον γνώριζε από παιδί. Εγώ άκουγα και σκεφτόμουν ότι, σ’ εκείνο το χωριό, ακόμη κι ένας άνθρωπος που είχε λείψει χρόνια είχε κάποιον να τον θυμάται. Όταν επιστρέψαμε στα τραπέζια, η Λίτσα δεν με ρώτησε τίποτε. Ο Θανάσης είχε ήδη σηκωθεί. «Να πηγαίνουμε;» είπε. Πήρα την εσάρπα μου, χαιρέτησα τις γυναίκες και ακολούθησα τον άντρα μου. Λίγο πριν βγούμε από την πλατεία, γύρισα. Ο Μάρκος στεκόταν κοντά στη βρύση. Δεν μου έκανε νόημα. Με κοιτούσε ώσπου χάθηκα πίσω από τα τραπέζια.
Την επόμενη μέρα κατέβηκα για ψωμί πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως. Θα μπορούσα να πω πως είχα ξενυχτήσει, και ήταν αλήθεια. Είχα όμως σταθεί και αρκετή ώρα μπροστά στην ντουλάπα, διαλέγοντας τι θα φορέσω για μια διαδρομή που κρατούσε δέκα λεπτά. Τον βρήκα στο στενό πίσω από την πλατεία, έξω από το παλιό σπίτι της οικογένειάς του, με μια δέσμη κλειδιά στο χέρι. «Καλημέρα, Άννα», είπε. Σταμάτησα δίπλα στον πέτρινο τοίχο, στη σκιά της κληματαριάς. Με ρώτησε αν είχα κουραστεί από τον χορό. «Λίγο», απάντησα. «Άξιζε όμως». Χαμογέλασε και αυτή τη φορά κράτησα το βλέμμα μου στο δικό του. Μιλήσαμε για το σπίτι, για τις επισκευές που ήθελε, για τη ζέστη. Κανένας μας δεν βιαζόταν να τελειώσει την κουβέντα, παρόλο που τα θέματα είχαν σχεδόν εξαντληθεί.
«Θα ήθελα να σε δω χωρίς να κοιτάζεις κάθε τόσο ποιος περνάει», είπε τελικά. Έσφιξα τη σακούλα με το ψωμί. «Είμαι παντρεμένη, Μάρκο». Έγνεψε. «Το ξέρω». Περίμενα να προσθέσει κάτι που θα με βοηθούσε να φύγω, μια εύκολη κουβέντα που θα μπορούσα να απορρίψω. Αντί γι’ αυτό έμεινε σιωπηλός. Από την πλατεία ακούστηκε ένα μηχανάκι και στράφηκα προς τον ήχο. «Αργά το βράδυ περπατάω προς το παλιό γήπεδο», είπε. «Έχει δροσιά εκεί». Ήξερα τον δρόμο, ήξερα πού τελείωναν τα τελευταία σπίτια και πού άρχιζαν τα χωράφια. Του είπα ότι δεν μπορούσα να υποσχεθώ τίποτε. «Εντάξει», απάντησε και παραμέρισε για να περάσω. Έκανα δυο βήματα, ύστερα γύρισα και τον ρώτησα τι ώρα εννοούσε.

Share.

Comments are closed.