Γράφει η Νίκη Καββαθά
Τα Σάββατα άρχισαν να αποκτούν για μένα μια εντελώς διαφορετική σημασία. Εδώ και χρόνια συνήθιζα να κατεβαίνω στο κέντρο το πρωί, να χαζεύω τις βιτρίνες, να κάνω μικροψώνια, να πίνω έναν καφέ και να επιστρέφω κάποια στιγμή το μεσημέρι. Ο άνδρας μου δεν ρωτούσε ποτέ πολλά. Ήταν μια συνήθεια δική μου που την ήξερε και την είχε αποδεχτεί, όπως τόσες άλλες μικρές συνήθειες που αποκτούν δύο άνθρωποι έπειτα από χρόνια γάμου. Συχνά μάλιστα εκείνος έβγαινε για καφέ με συναδέλφους ή φίλους του κι έτσι μπορούσα να φύγω από το σπίτι χωρίς βιασύνη και χωρίς εξηγήσεις. Μόνο που τώρα δεν κατέβαινα πια στην πόλη για τις βιτρίνες. Οι βιτρίνες είχαν γίνει το άλλοθί μου. Μου έδιναν χρόνο. Δύο, καμιά φορά τρεις ώρες που μπορούσα να κλέψω από την κανονική μου ζωή και να τις περάσω μαζί του. Μόλις ο άνδρας μου έφευγε για τον καφέ του, περίμενα μερικά λεπτά και έφευγα κι εγώ. Κάποιες φορές πραγματικά περνούσα πρώτα από δυο-τρία καταστήματα, περισσότερο για να έχω μια σακούλα στο χέρι όταν θα επέστρεφα παρά επειδή χρειαζόμουν κάτι. Μετά έμπαινα σε ένα ταξί και έδινα τη διεύθυνση που πλέον είχα μάθει τόσο καλά, ώστε δεν χρειαζόταν καν να την κοιτάξω στο κινητό. Στην αρχή, κάθε φορά που πλησίαζα στη γκαρσονιέρα του, αισθανόμουν εκείνο το σφίξιμο της ενοχής. Με τον καιρό όμως άρχισε να υπάρχει και κάτι άλλο, πολύ δυνατότερο: ανυπομονησία. Ήξερα ότι πίσω από εκείνη την πόρτα με περίμενε ένας άνδρας που με ήθελε. Και είχα ανακαλύψει πόσο πολύ είχα ανάγκη να αισθάνομαι ότι κάποιος με περίμενε έτσι. Ένα από εκείνα τα Σάββατα ετοιμάστηκα περισσότερο από τις άλλες φορές. Περίμενα να φύγει ο άνδρας μου, τον φίλησα στην πόρτα και τον άκουσα να μου λέει ότι θα αργούσε λίγο γιατί θα έπινε καφέ με τους συναδέλφους του.
«Κι εγώ θα κατέβω για τις βιτρίνες», του είπα σχεδόν μηχανικά. Δεν ρώτησε τίποτε περισσότερο. Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω του, πήγα στην κρεβατοκάμαρα και άνοιξα το συρτάρι μου. Εκεί βρίσκονταν τα καινούργια εσώρουχα που είχα αγοράσει λίγες ημέρες νωρίτερα. Τα κοίταξα για λίγο πριν τα φορέσω. Δεν είχα ξανακάνει κάτι τέτοιο. Δεν είχα μπει ποτέ σε κατάστημα για να αγοράσω κάτι έχοντας στο μυαλό μου πώς θα με κοιτούσε ένας συγκεκριμένος άνδρας όταν θα το έβλεπε. Αισθανόμουν μια παράξενη αμηχανία, αλλά ταυτόχρονα μου άρεσε. Μου άρεσε που είχα αρχίσει πάλι να προσέχω το σώμα μου. Που στεκόμουν περισσότερο μπροστά στον καθρέφτη. Που αναρωτιόμουν τι θα του αρέσει. Που περίμενα να δω εκείνο το βλέμμα του όταν θα άνοιγα την πόρτα. Έφτασα στη γκαρσονιέρα, μου άνοιξε σχεδόν αμέσως. Αργότερα, όταν κατάλαβε ότι φορούσα κάτι που δεν είχε ξαναδεί, με κοίταξε με εκείνον τον τρόπο που με έκανε κάθε φορά να ξεχνώ για λίγο όλα τα υπόλοιπα.
«Για σένα τα αγόρασα», του είπα.
Χαμογέλασε έκπληκτος.
«Για μένα;»
«Ναι. Δεν το έχω ξανακάνει αυτό».

Και μόνο που το είπα δυνατά κατάλαβα πόσο είχα αλλάξει μέσα σε τόσο λίγο χρόνο. Δεν ένιωθα πια συνηθισμένη. Ένιωθα γυναίκα. Ένιωθα ποθητή. Δεν χρειάστηκαν πολλές κουβέντες μετά από αυτό. Βρεθήκαμε σχεδόν αμέσως στην κρεβατοκάμαρα και κάναμε ξανά έρωτα, για ώρες, χωρίς να κοιτάζω το ρολόι και χωρίς να θέλω να τελειώσει εκείνο το κλεμμένο κομμάτι της ημέρας. Το απολάμβανα με έναν τρόπο που με εξέπληττε ακόμη και εμένα. Ήταν σαν να είχα περάσει χρόνια θεωρώντας ότι η ερωτική μου ζωή είχε απλώς βρει τη φυσιολογική της κατάληξη, ότι μετά από έναν μακροχρόνιο γάμο το πάθος υποχωρεί και στη θέση του μένει η συνήθεια. Μαζί του ανακάλυπτα ότι μέσα μου υπήρχε ακόμη επιθυμία, ένταση, ανυπομονησία. Ζούσα σε μια εντελώς διαφορετική ερωτική διάθεση, που δεν τελείωνε όταν ντυνόμουν και έκλεινα πίσω μου την πόρτα της γκαρσονιέρας. Την έπαιρνα μαζί μου. Στο ταξί, στον δρόμο, ακόμη και μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Και ίσως αυτό ήταν το πιο επικίνδυνο απ’ όλα: δεν πήγαινα πια σε εκείνον μόνο για να αισθανθώ ποθητή για λίγες ώρες. Είχα αρχίσει να αισθάνομαι έτσι και όταν έφευγα από κοντά του.
Όταν επέστρεψα σπίτι εκείνο το μεσημέρι, ο άνδρας μου είχε ήδη γυρίσει από τον καφέ με τους συναδέλφους του. Άφησα τις σακούλες μου στην κρεβατοκάμαρα και προσπάθησα να φερθώ σαν να ήταν ένα ακόμη συνηθισμένο Σάββατο. Εκείνος δεν με ρώτησε πού ακριβώς είχα πάει ούτε πόση ώρα έλειπα. Μου είπε μόνο, σχεδόν αδιάφορα, ότι το βράδυ θα βγαίναμε για φαγητό με ένα ζευγάρι φίλων μας. «Κλείσαμε για εννιάμισι», πρόσθεσε. «Εντάξει», του απάντησα και πήγα προς το μπάνιο. Έκλεισα την πόρτα και για μερικά δευτερόλεπτα στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Πριν από λίγη ώρα βρισκόμουν στην αγκαλιά ενός άνδρα δεκαεπτά χρόνια μικρότερού μου και τώρα ετοιμαζόμουν να περάσω το βράδυ ως σύζυγος δίπλα στον άνδρα μου. Δύο κόσμοι μέσα στην ίδια ημέρα. Και το πιο παράξενο ήταν ότι άρχιζα να μαθαίνω να κινούμαι ανάμεσά τους.
Το βράδυ πρόσεξα περισσότερο την εμφάνισή μου. Διάλεξα ένα φόρεμα που είχα καιρό να φορέσω, έφτιαξα τα μαλλιά μου, έβαλα λίγο περισσότερο άρωμα και, πριν φύγουμε, κοίταξα για μερικά δευτερόλεπτα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Δεν ξέρω αν ήμουν πραγματικά διαφορετική. Έτσι όμως αισθανόμουν. Στο εστιατόριο, ενώ μιλούσαμε και γελούσαμε με τους φίλους μας, κατάλαβα ότι ένας άνδρας από ένα διπλανό τραπέζι με κοιτούσε. Στην αρχή πίστεψα ότι ήταν τυχαίο. Λίγο αργότερα τα βλέμματά μας συναντήθηκαν ξανά. Έστρεψε διακριτικά τα μάτια του αλλού, αλλά ύστερα από λίγο τον έπιασα πάλι να με κοιτάζει. Και τότε χαμογέλασα μέσα μου. Δεν ήταν εκείνος που είχε αλλάξει κάτι. Εγώ είχα αλλάξει. Δεν είχα γίνει ξαφνικά νεότερη ή ομορφότερη. Είχα αρχίσει όμως να αισθάνομαι διαφορετικά μέσα στο σώμα μου και, όπως φαινόταν, αυτό μπορούσαν πλέον να το δουν και οι άλλοι.
Όταν επιστρέψαμε σπίτι, ο άνδρας μου με πλησίασε. Ίσως επειδή του άρεσε το πώς ήμουν ντυμένη εκείνο το βράδυ, ίσως επειδή είχαμε πιει κρασί. Δεν τον απέφυγα. Κάναμε έρωτα, αλλά για μένα ήταν πάλι εκείνη η γνώριμη, μηχανική διαδικασία ενός γάμου πολλών χρόνων. Ήμουν εκεί, αλλά ο νους μου δεν ήταν. Προσπαθούσα να διώξω από το μυαλό μου όσα είχαν συμβεί λίγες ώρες νωρίτερα και όσο περισσότερο προσπαθούσα τόσο περισσότερο επέστρεφαν. Σκεφτόμουν τη γκαρσονιέρα. Το βλέμμα του όταν του είπα ότι τα εσώρουχα τα είχα αγοράσει για εκείνον. Τις ώρες που είχαμε περάσει μαζί. Το πώς αισθανόμουν όταν με κρατούσε. Και ξαφνικά συνειδητοποίησα κάτι που με τρόμαξε περισσότερο από την ίδια την απιστία: βρισκόμουν στο κρεβάτι με τον άνδρα μου και σκεφτόμουν τον εραστή μου.
Όταν όλα τελείωσαν και εκείνος αποκοιμήθηκε δίπλα μου, εγώ έμεινα ξύπνια. Το ίδιο πρωί είχα κάνει έρωτα με έναν άνδρα που με έκανε να αισθάνομαι ξανά ζωντανή και λίγες ώρες αργότερα είχα επιστρέψει στην παλιά μου ζωή σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Μόνο που τώρα ήξερα πως είχε συμβεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια παράνομη σχέση. Είχα αρχίσει να ζω τη μία ζωή ενώ σκεφτόμουν την άλλη. Και κατάλαβα ότι αυτό δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ