Ήταν δεκαεπτά χρόνια μικρότερος μου και όμως το τόλμησα. Κεφάλαιο Ζ΄

0

Γράφει η Νίκη Καββαθά

Η ζωή συνεχίστηκε. Ίσως αυτή να είναι η πιο απλή αλήθεια μετά από κάθε μεγάλη ιστορία που πιστεύουμε, όσο τη ζούμε, ότι θα αλλάξει τα πάντα. Επέστρεψα στην καθημερινότητά μου, στη δουλειά, στο σπίτι, στα Σαββατοκύριακα με τον άνδρα μου, στα τραπέζια με φίλους και στις κοινωνικές υποχρεώσεις που υπήρχαν και πριν από εκείνον. Δεν άλλαξα ζωή. Δεν εγκατέλειψα τον γάμο μου. Δεν συνέβη κάποια θεαματική ανατροπή. Απλώς επέστρεψα στη ρουτίνα μου. Μόνο που δεν ήμουν ακριβώς η ίδια γυναίκα που ήμουν πριν. Το κατάλαβα σιγά σιγά. Όταν βγαίναμε με τον άνδρα μου για φαγητό, όταν πηγαίναμε σε κάποιο τραπέζι ή σε μια δεξίωση, άρχισα να παρατηρώ βλέμματα που παλιότερα ίσως να μην έβλεπα. Άνδρες με κοιτούσαν. Κάποιες φορές άγνωστοι, άλλες γνωστοί μας, ακόμη και συνάδελφοι του άνδρα μου. Δεν έκαναν απαραίτητα κάτι περισσότερο από το να αφήσουν το βλέμμα τους επάνω μου λίγο περισσότερο απ’ όσο απαιτούσε η ευγένεια. Κι όμως το καταλάβαινα. Στην αρχή αναρωτήθηκα αν είχε αλλάξει κάτι στην εμφάνισή μου. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχε αλλάξει σχεδόν τίποτε. Δεν είχα γίνει ξαφνικά νεότερη ούτε ομορφότερη. Είχε αλλάξει ο τρόπος που ένιωθα μέσα στο σώμα μου. Και ίσως αυτό, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, είναι κάτι που οι άλλοι μπορούν να δουν. Πέρασαν δέκα μήνες. Ήταν Σάββατο πρωί και περπατούσα στη Μητροπόλεως. Είχα κατέβει πραγματικά για τις βιτρίνες αυτή τη φορά. Χωρίς άλλοθι, χωρίς δεύτερο προορισμό, χωρίς να κοιτάζω το ρολόι υπολογίζοντας πόσες ώρες είχα στη διάθεσή μου. Και τότε τον είδα. Για μια στιγμή σταμάτησα. Είχε αλλάξει ελάχιστα. Ίσως ούτε καν αυτό. Ίσως να ήταν απλώς παράξενο να τον βλέπω εκεί, ανάμεσα στον κόσμο, έξω από τη γκαρσονιέρα όπου υπήρχε σχεδόν ολόκληρη η κοινή μας ιστορία. Με είδε κι εκείνος. Χαμογέλασε.
«Εσύ;»
«Εγώ».
Πλησίασε και με φίλησε στο μάγουλο. Η καρδιά μου χτύπησε λίγο πιο γρήγορα και χαμογέλασα μέσα μου. Δέκα μήνες δεν είχαν σβήσει τα πάντα. Ούτε περίμενα να τα έχουν σβήσει.
«Έχεις χρόνο για έναν καφέ;»
Κοίταξα για μια στιγμή γύρω μου. Θα μπορούσα να πω όχι.
«Έχω».
Καθίσαμε σε ένα μαγαζί εκεί κοντά. Στην αρχή μιλήσαμε σχεδόν σαν δύο παλιοί γνωστοί. Για τη δουλειά, για ανθρώπους που γνωρίζαμε, για μικρά και ασήμαντα πράγματα. Με ρώτησε πώς είμαι.
«Καλά» του απάντησα.
«Αλήθεια;»
Χαμογέλασα.
«Αλήθεια.»
Με κοίταξε για λίγο.
«Μου έλειψες».
«Κι εσύ μου έλειψες».
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν διαφορετική από τις παλιές μας σιωπές. Δεν υπήρχε αμηχανία. Υπήρχε μνήμη. Λίγο πριν σηκωθούμε, έσκυψε προς το μέρος μου.
«Θέλεις να φύγουμε από εδώ;»
Κατάλαβα αμέσως.
«Πού;»
«Σπίτι μου. Ή κάπου αλλού. Σ’ ένα ξενοδοχείο, αν προτιμάς. Να είμαστε μόνοι μας. Όπως παλιά».
Τον κοίταξα και για λίγα δευτερόλεπτα επέστρεψαν όλα. Η πρώτη φορά που χτύπησα το κουδούνι του. Τα μηνύματα. Τα Σάββατα. Η γκαρσονιέρα. Το σετ που είχα αγοράσει για εκείνον. Οι ώρες που είχαμε περάσει μαζί. Το σώμα μου θυμόταν, η μνήμη μου θυμόταν και ένα μικρό κομμάτι μου αναρωτήθηκε πώς θα ήταν αν σηκωνόμουν από εκείνο το τραπέζι και τον ακολουθούσα. Όμως δεν χρειαζόμουν πια να το μάθω.
«Όχι», του είπα.
«Δεν θέλεις;»
Χαμογέλασα.
«Θέλω να μείνουμε με αυτά που ζήσαμε».
Με κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
«Ήταν όμορφα», συνέχισα. «Πολύ όμορφα. Και θέλω να τα θυμάμαι έτσι. Δεν θέλω να αρχίσουμε πάλι από την αρχή κάτι που ξέρουμε και οι δύο πού θα μας οδηγήσει».
Αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να με μεταπείσει. Όταν σηκωθήκαμε, με αγκάλιασε. Τον αγκάλιασα κι εγώ. Δεν υπήρχε θυμός ανάμεσά μας, ούτε πίκρα. Υπήρχαν μόνο αναμνήσεις. Και μερικές αναμνήσεις δεν χρειάζεται να τις επαναλαμβάνεις για να αποδείξεις ότι υπήρξαν. Χωρίσαμε στη Μητροπόλεως και πήραμε διαφορετικούς δρόμους. Δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω. Συνέχισα να περπατώ ανάμεσα στον κόσμο, κοιτάζοντας τις βιτρίνες που κάποτε χρησιμοποιούσα ως άλλοθι για να βρεθώ μαζί του. Τώρα δεν χρειαζόμουν κανένα άλλοθι. Κρατούσα τις όμορφες στιγμές μας. Την επιθυμία που μου είχε ξυπνήσει. Την αίσθηση ότι στα σαράντα πέντε μου μπορούσα ακόμη να ερωτευτώ, να ποθήσω και να νιώσω ποθητή. Δεν ήθελα να διαγράψω τίποτε από όλα αυτά. Αλλά δεν ήθελα ούτε να τα ξαναζήσω. Μερικοί άνθρωποι δεν έρχονται στη ζωή μας για να μείνουν. Έρχονται για να μας θυμίσουν κάτι που είχαμε ξεχάσει για τον εαυτό μας. Εκείνος μου το είχε θυμίσει. Και αυτό μου ήταν αρκετό.

ΤΕΛΟΣ

Υ.Γ.: Δεν χρησιμοποίησα ονόματα στην αφήγηση επί τούτου, για ευνόητους λόγους.

Share.

Comments are closed.