Όταν επέστρεψα σπίτι εκείνο το απόγευμα, το πρώτο πράγμα που αισθάνθηκα ήταν ντροπή. Όχι η ενοχή που είχα φανταστεί ότι θα με κατακλύσει αν κάποτε απατούσα τον άνδρα μου, όχι εκείνο το τρομερό βάρος που πίστευα πως θα με έκανε να μετανιώσω αμέσως για ό,τι είχα κάνει. Ήταν περισσότερο μια παράξενη αμηχανία απέναντι στον άνθρωπο με τον οποίο είχα μοιραστεί τόσα χρόνια ζωής. Άνοιξα την πόρτα και τον βρήκα στο σαλόνι, όπως τόσα άλλα Σάββατα. Σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε και με ρώτησε αν βρήκα τίποτε καλό στις βιτρίνες. Μια τόσο απλή, αθώα ερώτηση, που για μια στιγμή δεν ήξερα τι να απαντήσω. Κρατούσα ακόμη μια σακούλα από τα ψώνια μου και σχεδόν την κοίταξα σαν άλλοθι. «Ναι, κάτι πήρα», του είπα. Αυτό ήταν όλο. Δεν με ρώτησε πού ήμουν τόσες ώρες, δεν παρατήρησε κάτι διαφορετικό επάνω μου, δεν υπήρξε καχυποψία στο βλέμμα του. Και ίσως αυτό να ήταν χειρότερο. Εκείνος συνέχισε κανονικά τη μέρα του κι εγώ στεκόμουν απέναντί του γνωρίζοντας ότι πριν από λίγο βρισκόμουν στο κρεβάτι ενός άλλου άνδρα. Ενός άνδρα δεκαεπτά χρόνια μικρότερού μου. Είχα κάνει αυτό που μέχρι πριν από λίγες ημέρες θα ορκιζόμουν ότι δεν θα έκανα ποτέ.
Πήγα στο μπάνιο και έκλεισα την πόρτα. Στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη και κοιτάχτηκα. Δεν ξέρω τι περίμενα να δω. Ίσως κάποια αλλαγή στο πρόσωπό μου, κάποιο σημάδι που θα μαρτυρούσε όσα είχαν συμβεί. Δεν υπήρχε τίποτε. Ήμουν εγώ. Η ίδια γυναίκα των σαράντα πέντε χρόνων, με τον ίδιο γάμο, το ίδιο σπίτι, τις ίδιες υποχρεώσεις. Κι όμως δεν αισθανόμουν ίδια. Υπήρχε κάτι στα μάτια μου που είχα χρόνια να δω. Μια ζωντάνια. Μια λάμψη που με έκανε σχεδόν να ντρέπομαι ακόμη περισσότερο, επειδή ήξερα από πού είχε έρθει. Έπρεπε να είμαι συντετριμμένη. Έπρεπε ίσως να κλαίω, να υπόσχομαι στον εαυτό μου ότι δεν θα τον ξανάβλεπα. Αντί γι’ αυτό, κάτω από την ενοχή, υπήρχε μια αίσθηση που δεν μπορούσα να διώξω. Ένιωθα γυναίκα. Μετά από χρόνια κάποιος με είχε κάνει να θυμηθώ όχι απλώς ότι μπορούσα ακόμη να αρέσω, αλλά ότι μπορούσα ακόμη να επιθυμήσω, να ανυπομονήσω, να χάσω για λίγο τον έλεγχο. Και αυτή η ανακάλυψη ήταν τόσο δυνατή, ώστε δεν ήξερα αν έπρεπε να τη φοβάμαι ή να την αγκαλιάσω. Το πρώτο μήνυμα ήρθε το ίδιο βράδυ.
«Είσαι καλά;»
Το διάβασα και δεν απάντησα. Άφησα το κινητό στο τραπέζι και πήγα στην κουζίνα. Είπα ότι δεν θα του απαντούσα. Είχα ήδη κάνει αρκετά. Είχα περάσει τη γραμμή και τώρα έπρεπε τουλάχιστον να έχω τη δύναμη να σταματήσω. Δέκα λεπτά αργότερα ξανακοίταξα το κινητό. Μετά από είκοσι λεπτά το πήρα στα χέρια μου. Έγραψα «ναι» και το έσβησα. Έγραψα «είμαι καλά» και το έσβησα κι αυτό. Τελικά, σχεδόν μία ώρα αργότερα, του απάντησα.
«Καλά είμαι. Εσύ;»
Η απάντησή του ήρθε αμέσως.
«Σε σκέφτομαι. Τι γυναικάρα εισαι. Πόσο ποθητή;»
Χαμογέλασα. Και αμέσως μετά θύμωσα επειδή χαμογέλασα.
Αυτό συνεχίστηκε τις επόμενες ημέρες. Κάθε πρωί έλεγα στον εαυτό μου ότι έπρεπε να δημιουργήσω απόσταση και κάθε φορά που εμφανιζόταν το όνομά του στην οθόνη, όλη μου η αποφασιστικότητα εξαφανιζόταν. Δεν μπορούσα να μην του απαντήσω. Ή, για να είμαι περισσότερο ειλικρινής, δεν ήθελα να μην του απαντήσω. Μου έγραφε ένα «καλημέρα» και ξαφνικά η ημέρα μου ξεκινούσε διαφορετικά. Μου έστελνε κάτι αστείο το μεσημέρι και χαμογελούσα μόνη μου στο γραφείο. Κάποιες φορές άφηνα επίτηδες να περάσουν είκοσι λεπτά πριν απαντήσω, σαν να μπορούσα έτσι να πείσω τον εαυτό μου ότι εξακολουθούσα να ελέγχω την κατάσταση. Η αλήθεια ήταν διαφορετική. Περίμενα τα μηνύματά του. Κι ακόμη χειρότερα, είχα αρχίσει να στέλνω πρώτη. Μια φωτογραφία από τον καφέ μου. Μια κουβέντα για κάτι που είχε πει. Ένα απλό «τι κάνεις;» που έκρυβε πολύ περισσότερα από δύο λέξεις. Το πιο παράξενο ήταν ότι η ζωή μου εξωτερικά δεν είχε αλλάξει καθόλου. Πήγαινα στη δουλειά, επέστρεφα σπίτι, συζητούσα με τον άνδρα μου, κάναμε τις ίδιες δουλειές, βλέπαμε τους ίδιους ανθρώπους. Κανείς δεν θα μπορούσε να καταλάβει ότι κάτι είχε μετακινηθεί μέσα μου. Κι όμως εγώ αισθανόμουν ότι ζούσα δύο διαφορετικές ζωές. Στη μία ήμουν η γυναίκα που ήμουν τόσα χρόνια. Στην άλλη ήμουν πάλι εκείνη που περίμενε να δει έναν άνδρα, που πρόσεχε περισσότερο τι θα φορέσει, που κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη και αναρωτιόταν αν θα του αρέσει. Δεν μου άρεσε το ψέμα. Δεν μου άρεσε ότι έκρυβα πράγματα από τον άνθρωπο που κοιμόταν δίπλα μου. Αλλά μου άρεσε τρομακτικά πολύ αυτό που είχε ξυπνήσει μέσα μου. Λίγες ημέρες αργότερα μου έγραψε:
«Πότε θα σε δω;»
Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκα ώρες για να αποφασίσω.
«Θα σου πω».
Ήξερα ήδη ότι θα πήγαινα. Και αυτή ακριβώς ήταν η διαφορά. Την πρώτη φορά είχα πάει στη γκαρσονιέρα του και είχα σταματήσει. Τη δεύτερη είχα αλλάξει γνώμη δεκάδες φορές μέχρι να μπω στο ταξί. Τώρα δεν υπήρχε πια το άλλοθι της στιγμής. Δεν μπορούσα να πω ότι παρασύρθηκα. Δεν μπορούσα να πω ότι δεν ήξερα τι θα συμβεί. Ήξερα. Και ήθελα να ξανασυμβεί. Το απόγευμα πριν τον συναντήσω μπήκα σε ένα κατάστημα εσωρούχων. Δεν είχα σχεδιάσει να το κάνω. Πέρασα απέξω, κοντοστάθηκα στη βιτρίνα και, πριν προλάβω να αλλάξω γνώμη, μπήκα. Για χρόνια αγόραζα εσώρουχα σχεδόν πρακτικά, όπως αγοράζει κανείς οτιδήποτε χρειάζεται στην καθημερινότητά του. Εκείνη την ημέρα όμως δεν κοίταζα τι ήταν πρακτικό. Ήθελα κάτι όμορφο, θηλυκό, πιο τολμηρό από ό,τι συνήθιζα. Κρατώντας το μικρό σακουλάκι όταν βγήκα από το κατάστημα, χαμογέλασα με την ίδια μου την αμηχανία. Σαράντα πέντε χρονών και αισθανόμουν ξανά σαν γυναίκα που ετοιμαζόταν για ένα από τα πρώτα ερωτικά ραντεβού της ζωής της. Μόνο που αυτή τη φορά δεν υπήρχε καμία αθωότητα σε αυτό που έκανα. Ήξερα για ποιον τα είχα αγοράσει. Και μόνο αυτή η σκέψη ήταν αρκετή για να κάνει την καρδιά μου να χτυπήσει δυνατότερα. Όταν ξαναπήγα στο σπίτι του, δεν είπαμε καν το αστείο για τον καφέ. Μου άνοιξε την πόρτα και από τον τρόπο που με κοίταξε κατάλαβα ότι είχε αντιληφθεί αμέσως τη διαφορά. Δεν ήμουν η γυναίκα που είχε σταθεί την πρώτη φορά στην είσοδο φοβισμένη, έτοιμη να φύγει. Ούτε εκείνη που είχε φτάσει τη δεύτερη φορά ύστερα από μια ολόκληρη διαδρομή αμφιβολιών. Είχα πάει επειδή ήθελα να είμαι εκεί. Με φίλησε και του ανταπέδωσα το φιλί χωρίς εκείνη την εσωτερική φωνή που μου έλεγε να σταματήσω. Και αργότερα κάναμε ξανά έρωτα. Αυτή τη φορά χωρίς φόβο για το αν θα προχωρούσαμε, χωρίς ερωτήσεις για το αν ήμουν σίγουρη. Το ήξερε. Το ήξερα κι εγώ. Απολάμβανα το σεξ μαζί του με μια ένταση που με έκανε να αναρωτιέμαι πόσα χρόνια είχα περάσει πιστεύοντας ότι αυτό το κομμάτι της ζωής μου είχε απλώς τελειώσει. Δεν είχε τελειώσει. Είχε αποκοιμηθεί. Και εκείνος το είχε ξυπνήσει. Δεν ήταν όμως μόνο το σεξ. Αυτό άργησα λίγο να το καταλάβω. Αν ήταν μόνο η σωματική απόλαυση, ίσως τα πράγματα να ήταν απλούστερα. Ήταν ο τρόπος που με κοιτούσε όταν μιλούσα. Το ότι πρόσεχε μια μικρή αλλαγή στα μαλλιά μου. Το ότι μπορούσαμε να γελάσουμε ξαπλωμένοι δίπλα δίπλα χωρίς να σκεφτόμαστε την ώρα. Το ότι με έκανε να αισθάνομαι πως, για εκείνες τις λίγες ώρες, δεν ήμουν κάποιος ρόλος. Δεν ήμουν η σύζυγος, δεν ήμουν η γυναίκα του σπιτιού, δεν ήμουν η σαρανταπεντάχρονη που είχε τακτοποιήσει τη ζωή της και ήξερε περίπου πώς θα είναι η επόμενη ημέρα, η επόμενη εβδομάδα, ίσως και ο επόμενος χρόνος. Ήμουν απλώς εγώ. Κάποια στιγμή, ξαπλωμένη δίπλα του, του είπα:
«Ξέρεις τι είναι το χειρότερο;»
«Τι;»
«Ότι θα έπρεπε να αισθάνομαι απαίσια».
Με κοίταξε χωρίς να μιλήσει.
«Και αισθάνεσαι;»
Έμεινα για λίγο σιωπηλή.
«Ναι. Αλλά όχι μόνο».
Δεν με ρώτησε τι άλλο αισθανόμουν. Ίσως να το καταλάβαινε. Ίσως να μην ήθελε να ακούσει την απάντηση. Την ήξερα όμως εγώ. Ανάσαινα. Αυτό ήταν. Δεν είχε γίνει ξαφνικά η ζωή μου δυστυχισμένη επειδή γνώρισα εκείνον. Ούτε ο άνδρας μου είχε μεταμορφωθεί μέσα σε λίγες ημέρες σε έναν άνθρωπο που δεν αγαπούσα. Δεν χρειαζόταν να ξαναγράψω ολόκληρο τον γάμο μου για να δικαιολογήσω αυτό που έκανα. Είχα ζήσει όμορφα πράγματα μέσα σε αυτόν. Είχα αγαπήσει. Είχα αγαπηθεί. Αλλά κάπου ανάμεσα στα χρόνια, στις συνήθειες και στη βεβαιότητα της καθημερινότητας, ένα κομμάτι μου είχε πάψει να ζητάει περισσότερα. Είχα συνηθίσει τόσο πολύ να αναπνέω ρηχά, ώστε είχα ξεχάσει πώς είναι να γεμίζουν ξανά τα πνευμόνια σου. Εκείνος είχε γίνει μια ανάσα οξυγόνου στη ζωή μου. Και αυτό ακριβώς ήταν που έκανε όλη την ιστορία πολύ πιο επικίνδυνη. Γιατί το σεξ μπορούσα ίσως κάποτε να το σταματήσω. Τα μηνύματα μπορούσα να τα διαγράψω. Στη γκαρσονιέρα του μπορούσα να αποφασίσω να μην ξαναπάω. Αλλά τώρα υπήρχε ένα ερώτημα για το οποίο δεν είχα καμία απάντηση. Πώς επιστρέφεις πρόθυμα σε μια ζωή όπου είχες μάθει να αναπνέεις λίγο, όταν κάποιος σου έχει θυμίσει πώς είναι να παίρνεις ξανά μια βαθιά ανάσα;
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Γράφει η Νίκη Καββαθά
nikoletakavatha@gmail.com