Το καλοκαίρι που κοιμήθηκα με άλλον. Μέρος Β’

0

Κεφάλαιο 2
Έξω από το χωριό

Όλη την υπόλοιπη μέρα προσπαθούσα να ξεχάσω ότι είχα ρωτήσει. Ο Θανάσης είχε κανονίσει να δει τον αγώνα στο καφενείο και, όταν μου το είπε την ώρα που μαζεύαμε το μεσημεριανό τραπέζι, τον ρώτησα αν θα αργούσε. «Ανάλογα την παρέα», απάντησε. Δεν έδωσε σημασία στην ερώτησή μου. Εγώ όμως αισθάνθηκα αμέσως άσχημα, γιατί είχα ήδη αρχίσει να υπολογίζω τον χρόνο του. Το απόγευμα μίλησα με την κόρη μας στο τηλέφωνο, πότισα τις γλάστρες και έβαλα πλυντήριο. Κάθε τόσο κοιτούσα το ρολόι της κουζίνας. Στις εννιά ο άντρας μου έφυγε, ζητώντας μου να μην τον περιμένω ξύπνια. Έμεινα στην αυλή ώσπου έπαψαν να ακούγονται τα βήματά του.
Δεν βγήκα αμέσως. Κάθισα μπροστά στην τηλεόραση, άλλαξα δυο κανάλια και σηκώθηκα να ελέγξω αν είχαν στεγνώσει τα ρούχα. Θα μπορούσα να μείνω εκεί, να τελειώσω τις δουλειές μου και το επόμενο πρωί να πω στον Μάρκο ότι δεν γινόταν. Λίγο πριν τις έντεκα φόρεσα το κόκκινο φόρεμα, πήρα την εσάρπα και έβαλα τα κλειδιά στη μικρή τσάντα μου. Στον καθρέφτη της εισόδου είδα μια γυναίκα που ήξερε πού πήγαινε. Έσβησα το φως και κλείδωσα. Στην αρχή περπατούσα γρήγορα, ύστερα επιβράδυνα για να μη φαίνεται πως βιαζόμουν. Πέρασα από το στενό πίσω από την εκκλησία και πήρα τον δρόμο προς το παλιό γήπεδο.
Τον είδα κοντά στον χαμηλό πέτρινο τοίχο, εκεί όπου τελείωναν τα τελευταία σπίτια. Είχε τα χέρια στις τσέπες και γύρισε μόλις άκουσε τα βήματά μου. «Ήρθες», είπε. «Για λίγο», απάντησα, πριν ακόμη τον πλησιάσω. Έγνεψε και άρχισε να περπατά δίπλα μου. Δεν με ρώτησε τι είχα πει στον άντρα μου ούτε σχολίασε το φόρεμα. Αυτό με βοήθησε να ανασάνω. Μιλούσαμε χαμηλά, παρόλο που δεν υπήρχε κανείς κοντά. Από μια αυλή έφτανε ο ήχος μιας τηλεόρασης και μακρύτερα γάβγιζε ένα σκυλί. Περπατήσαμε ώσπου τα φώτα του χωριού έμειναν πίσω μας. Εκεί σταματήσαμε. Έσφιξα την εσάρπα στους ώμους μου και του είπα ότι δεν είχα ξανακάνει κάτι τέτοιο.
Με κοίταξε χωρίς να χαμογελάσει. «Θέλεις να γυρίσουμε;» ρώτησε. Κούνησα το κεφάλι. Δεν ήθελα να γυρίσω ακόμη, αλλά δυσκολευόμουν να σταθώ απέναντί του χωρίς να μιλάω. Τον ρώτησα για τη ζωή του στη Θεσσαλονίκη. Μου είπε για τη δουλειά του σε μια εταιρεία ανταλλακτικών, για τον γιο του που σπούδαζε, για τον γάμο του που είχε τελειώσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Δεν κατηγόρησε την πρώην γυναίκα του. «Κάποτε σταματήσαμε να προσπαθούμε», είπε μόνο. Εγώ του μίλησα για τον Θανάση και αμέσως το μετάνιωσα. Δεν ήθελα να τον περιγράψω σε έναν άνθρωπο που είχα πάει κρυφά να συναντήσω. «Δεν είναι κακός άνθρωπος», είπα. Ο Μάρκος απάντησε ότι δεν είχε υποθέσει κάτι τέτοιο. Έμεινα να κοιτάζω τα χέρια μου, που κρατούσαν ακόμη τις άκρες της εσάρπας.
Όταν με πλησίασε, τον είδα να διστάζει. Άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε απαλά τα δάχτυλά μου. Θα μπορούσα να τα τραβήξω. Αντί γι’ αυτό άφησα την εσάρπα και κράτησα το χέρι του. Για λίγα δευτερόλεπτα μείναμε έτσι, αμήχανοι, σαν να περιμέναμε ο ένας από τον άλλον την επόμενη κίνηση. Ύστερα σήκωσα το πρόσωπο. Το πρώτο φιλί ήταν σύντομο. Απομακρύνθηκε λίγο και με κοίταξε· εγώ τον πλησίασα ξανά. Ακούμπησα την παλάμη στο πουκάμισό του και ένιωσα το χέρι του στην πλάτη μου. Είχα χρόνια να φιλήσω έναν άντρα με εκείνη την αβεβαιότητα, να μη γνωρίζω ακόμη τον τρόπο που θα με κρατούσε. Όταν χωρίσαμε, ακούστηκε μια μηχανή στον δρόμο. Στράφηκα απότομα προς το χωριό και ο Μάρκος άφησε αμέσως το χέρι μου.
Γύρισα σπίτι πριν από τον Θανάση. Κρέμασα το φόρεμα, έπλυνα το πρόσωπό μου και ξάπλωσα, αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Όταν άκουσα το κλειδί στην πόρτα, έκλεισα τα μάτια. Ο άντρας μου μπήκε ήσυχα, άφησε το ρολόι του στο κομοδίνο και ξάπλωσε δίπλα μου. «Κοιμάσαι;» ψιθύρισε. Του απάντησα πως μισοκοιμόμουν. Μου είπε ότι είχε ζέστη στο καφενείο και τράβηξε το σεντόνι μέχρι τη μέση του. Λίγο αργότερα η ανάσα του έγινε σταθερή. Εγώ έμεινα ξύπνια, κοιτάζοντας το αχνό φως που έμπαινε από το παράθυρο. Το πρωί, όταν μου έφτιαξε καφέ, τον ευχαρίστησα πιο θερμά απ’ ό,τι συνήθως. Με κοίταξε παραξενεμένος και με ρώτησε αν είχα κοιμηθεί καλά.
Τις επόμενες μέρες συναντούσα τον Μάρκο για λίγα λεπτά, συνήθως στο στενό πίσω από την πλατεία. Μια καλημέρα, μια ερώτηση για τις επισκευές, μια κουβέντα που μπορούσε να ακούσει οποιοσδήποτε. Είχαμε ανταλλάξει αριθμούς εκείνη την πρώτη νύχτα, όμως συμφωνήσαμε να μη μου τηλεφωνεί. Του έστελνα εγώ όταν μπορούσα. Η αναμονή των απαντήσεών του μπήκε στη μέρα μου σχεδόν αμέσως. Άκουγα τον Θανάση να μιλά για τις δουλειές του και προσπαθούσα να μη στρέφω το βλέμμα στο κινητό. Στις 20 Αυγούστου ο άντρας μου έφυγε από το πρωί με τον αδελφό του για κάτι δουλειές στις Σέρρες. Θα επέστρεφαν το επόμενο μεσημέρι. Ήξερα για εκείνο το ταξίδι πριν γνωρίσω τον Μάρκο. Τώρα, μόλις έκλεισε η εξώπορτα, πήρα το τηλέφωνο και του έγραψα ότι ήθελα να τον δω.
Δεν πήγα στο σπίτι του μέσα στη μέρα. Περίμενα να βραδιάσει και κατέβηκα με τα πόδια από την πίσω πλευρά του χωριού. Είχα βάλει τα κλειδιά του δικού μου σπιτιού στην τσάντα, σαν να χρειαζόμουν να θυμάμαι ότι θα επέστρεφα. Ο Μάρκος άνοιξε πριν χτυπήσω δεύτερη φορά. Στο μικρό καθιστικό υπήρχαν ακόμη σκεπασμένα έπιπλα και δίπλα στο παράθυρο δυο κούτες με βιβλία της μητέρας του. Μου έφερε νερό και κάθισε απέναντί μου. Μιλήσαμε αρκετή ώρα. Όταν του είπα ότι φοβόμουν μήπως το μετανιώσω, ακούμπησε το ποτήρι του. «Δεν χρειάζεται να γίνει τίποτε απόψε», είπε. Πήγα εγώ κοντά του. Του έπιασα το χέρι και τον φίλησα. Αργότερα, όταν περάσαμε στο δωμάτιο, ήμουν ακόμη νευρική, αλλά δεν ήθελα πια να φύγω. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα μαζί του.
Δεν έμεινα ως το πρωί. Κάποια στιγμή σηκώθηκα και άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου. Ο Μάρκος με ρώτησε αν ήθελα να με συνοδεύσει και του είπα όχι. Ήξερα τον δρόμο και προτιμούσα να γυρίσω μόνη. Στην πόρτα με κράτησε για λίγο στην αγκαλιά του. «Θα σε δω αύριο;» ρώτησε. «Θα σου γράψω», απάντησα. Βγήκα στο στενό και στάθηκα ώσπου τα μάτια μου συνήθισαν το σκοτάδι. Δεν ακουγόταν τίποτε εκτός από ένα ραδιόφωνο σε κάποιο ανοιχτό παράθυρο. Περπάτησα ως το σπίτι μου χωρίς να συναντήσω άνθρωπο. Μόλις μπήκα, άφησα την τσάντα στην καρέκλα της κουζίνας και ήπια ένα ποτήρι νερό όρθια στον νεροχύτη. Το πρωί θα επέστρεφε ο Θανάσης. Πριν πέσω για ύπνο, έβαλα το ξυπνητήρι στην ώρα που το έβαζα πάντα.

Share.

Comments are closed.