Ήταν δεκαεπτά χρόνια μικρότερος μου και όμως το τόλμησα. Κεφάλαιο ΣΤ’

0

Γράφει η Νίκη Καββαθά

Εκείνο το Σάββατο ήξερα πριν ακόμη φύγω από το σπίτι ότι θα ήταν η τελευταία φορά. Δεν το είχα πει σε εκείνον. Δεν του είχα γράψει τίποτε διαφορετικό στα μηνύματά μας, ούτε είχα αφήσει να καταλάβει ότι μέσα μου είχα ήδη πάρει μια απόφαση που για μέρες προσπαθούσα να αναβάλω. Ο άνδρας μου έφυγε το πρωί για τον συνηθισμένο καφέ με τους συναδέλφους του κι εγώ περίμενα λίγα λεπτά πριν πάω στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξα το συρτάρι και έβγαλα εκείνο το σετ εσωρούχων. Το ίδιο που είχα φορέσει την προηγούμενη φορά και για το οποίο του είχα εξομολογηθεί, σχεδόν ντροπαλά, ότι το είχα αγοράσει για εκείνον. Το κράτησα για λίγο στα χέρια μου. Θα μπορούσα να διαλέξω κάτι άλλο. Ίσως θα έπρεπε. Κι όμως ήθελα να το φορέσω ξανά. Μια τελευταία φορά. Ντύθηκα αργά και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Δεν αισθανόμουν τύψεις για όσα είχα ζήσει μαζί του, αλλά είχα αρχίσει να αισθάνομαι το βάρος της ζωής που είχα δημιουργήσει. Δεν μπορούσα να συνεχίσω να περιμένω πότε θα φύγει ο άνδρας μου για να φύγω κι εγώ. Να κατεβαίνω δήθεν για βιτρίνες, να αγοράζω κάτι ασήμαντο για να επιστρέφω με μια σακούλα στο χέρι και να έχω μια έτοιμη απάντηση αν με ρωτούσε πού ήμουν. Το χειρότερο ήταν ότι σχεδόν ποτέ δεν με ρωτούσε. Με εμπιστευόταν. Και όσο περισσότερο με εμπιστευόταν τόσο δυσκολότερο γινόταν για μένα να συνεχίσω.
Πέρασα κι εκείνο το πρωί από το κέντρο. Κοίταξα μερικές βιτρίνες χωρίς πραγματικά να βλέπω τίποτε και μετά μπήκα στο ταξί. Σε όλη τη διαδρομή σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα ακόμη να αλλάξω γνώμη. Όχι για το αν θα πήγαινα. Ήθελα να πάω. Ήθελα να τον δω, να τον αγγίξω, να περάσω ακόμη μερικές ώρες μαζί του. Αυτό που μπορούσα να αλλάξω ήταν η απόφαση ότι μετά από εκείνη την ημέρα όλα θα τελείωναν. Ίσως να έλεγα στον εαυτό μου «άλλη μία φορά» και το επόμενο Σάββατο να έκανα ακριβώς το ίδιο. Γι’ αυτό ήξερα ότι έπρεπε να μιλήσω πριν χάσω ξανά το θάρρος μου. Μόλις μου άνοιξε την πόρτα, χαμογέλασε και με τράβηξε στην αγκαλιά του. Τον φίλησα με μια ένταση που πρέπει να τον ξάφνιασε. Δεν ήθελα κουβέντες ακόμη. Δεν ήθελα να χαλάσω τις τελευταίες μας ώρες με όσα ήξερα ότι θα ακολουθούσαν. Για εκείνον ήταν ένα ακόμη από τα κλεμμένα Σάββατά μας. Για μένα ήταν ήδη ένας αποχαιρετισμός που δεν είχα τολμήσει να πω δυνατά. Όταν κατάλαβε ότι φορούσα πάλι το σετ που είχα αγοράσει για εκείνον, χαμογέλασε. Δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτε. Θυμόταν. Κι εγώ θυμόμουν το βλέμμα του την πρώτη φορά που του είχα πει πως δεν είχα ξανακάνει κάτι τέτοιο για κανέναν. Ίσως γι’ αυτό το είχα φορέσει ξανά. Ήθελα η τελευταία μας φορά να έχει κάτι από όλες εκείνες τις στιγμές που με είχαν κάνει να αισθανθώ ξανά ποθητή. Κάναμε έρωτα με το ίδιο πάθος που υπήρχε ανάμεσά μας από την πρώτη φορά που είχα αφεθεί πραγματικά κοντά του. Μόνο που εκείνο το μεσημέρι κάθε φιλί, κάθε αγκαλιά, κάθε στιγμή είχε για μένα διαφορετικό βάρος, επειδή ήξερα κάτι που εκείνος δεν γνώριζε ακόμη: δεν θα υπήρχε επόμενο Σάββατο. Προσπάθησα να μη σκέφτομαι το τέλος, να απολαύσω τις ώρες μαζί του όπως τις είχα απολαύσει τόσες φορές, και για λίγο τα κατάφερα. Ήμουν πάλι εκείνη η γυναίκα που είχε ανακαλύψει μαζί του ότι το πάθος δεν είχε εξαφανιστεί από τη ζωή της. Όμως αυτή τη φορά, πίσω από την απόλαυση, υπήρχε ήδη η θλίψη του αποχαιρετισμού. Αργότερα μείναμε δίπλα δίπλα σιωπηλοί. Εκείνος φαινόταν ήρεμος. Εγώ κοιτούσα το ταβάνι και προσπαθούσα να βρω τις λέξεις. Γύρισα προς το μέρος του.
«Θέλω να σου πω κάτι.»
Με κοίταξε.
«Τι έγινε;»
Πήρα μια βαθιά ανάσα.
«Δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω έτσι.»
Το πρόσωπό του άλλαξε.
«Πώς;»
«Δύο ζωές. Μία μαζί σου και μία όταν κλείνω αυτή την πόρτα και επιστρέφω σπίτι μου».
Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Με κοίταζε σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν αυτό που του έλεγα ήταν κάτι που μόλις είχα σκεφτεί ή μια απόφαση που είχα πάρει πριν ακόμη φτάσω εκεί.
«Και τώρα το σκέφτηκες αυτό;»
Κατέβασα τα μάτια.
«Όχι.»
«Τότε πότε;»
«Πριν έρθω.»
Σηκώθηκε λίγο και στηρίχτηκε στο μαξιλάρι.
«Δηλαδή ήρθες εδώ ξέροντας ότι θα μου πεις πως τελειώσαμε;»
Η λέξη τελειώσαμε ακούστηκε πολύ πιο σκληρή όταν την είπε εκείνος.
«Ναι.»
«Και δεν μου είπες τίποτε;»
«Δεν μπορούσα.»
«Γιατί;»
«Γιατί ήθελα να σε δω άλλη μία φορά».

Δεν απάντησε. Γύρισε το πρόσωπό του προς την άλλη πλευρά και για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος. Ένιωσα απαίσια. Ήξερα ότι αυτό που είχα κάνει ήταν εγωιστικό. Είχα αποφασίσει μόνη μου ότι αυτή θα ήταν η τελευταία μας φορά, είχα φορέσει ξανά εκείνο το σετ που είχα αγοράσει για εκείνον, είχα έρθει στη γκαρσονιέρα, είχα αφεθεί στην αγκαλιά του γνωρίζοντας ότι αργότερα θα του έλεγα αντίο. Αλλά ήθελα αυτή την τελευταία φορά. Ήθελα να φύγω έχοντας κρατήσει μέσα μου ακόμη μία ανάμνησή του.
«Συγγνώμη», του είπα.
«Μη μου ζητάς συγγνώμη. Πες μου μόνο γιατί.»
Πήρα μια βαθιά ανάσα.
«Γιατί δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω έτσι. Δεν μπορώ κάθε Σάββατο να περιμένω πότε θα φύγει ο άνδρας μου για καφέ ώστε να φύγω κι εγώ. Δεν μπορώ να του λέω ότι κατεβαίνω για βιτρίνες και να έρχομαι εδώ. Να αγοράζω κάτι που δεν χρειάζομαι για να έχω μια σακούλα στο χέρι όταν επιστρέψω. Να σβήνω μηνύματα. Να προσέχω πού αφήνω το κινητό μου. Να βρίσκομαι μαζί του και να σκέφτομαι εσένα.»
«Δεν είσαι καλά μαζί του;»
«Δεν είναι τόσο απλό.»
«Τον αγαπάς;»
Άργησα να απαντήσω.

«Είναι ο άνδρας μου. Είναι ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής μου. Τον νοιάζομαι τον πονάω».
«Δεν σε ρώτησα αυτό.»
«Το ξέρω.»
Έμεινα για λίγο σιωπηλή και ύστερα συνέχισα.
«Ο γάμος μου έχει πράγματα που μου λείπουν. Το ξέρεις. Έχει χαθεί το πάθος, έχουμε γίνει προβλέψιμοι, πολλές φορές αισθάνομαι ότι με βλέπει περισσότερο σαν τη γυναίκα με την οποία μοιράζεται τη ζωή του παρά σαν γυναίκα που εξακολουθεί να επιθυμεί. Αλλά ξέρεις κάτι; Δεν μου φταίει εκείνος για όλα αυτά. Και κυρίως δεν μου φταίει για αυτό που έκανα εγώ.»
Με κοίταξε χωρίς να μιλά.
«Θα ήταν πολύ εύκολο να πω ότι ήρθα σε σένα επειδή εκείνος δεν μου έδινε όσα είχα ανάγκη. Θα με βόλευε. Θα με έκανε να αισθάνομαι λιγότερες τύψεις. Αλλά δεν είναι όλη η αλήθεια. Εγώ ήρθα εδώ. Εγώ σε φίλησα. Εγώ επέστρεψα. Εγώ διάλεξα να συνεχίσω. Κανείς δεν με ανάγκασε.»
«Και μετάνιωσες;»
Τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια.
«Όχι.»
Φάνηκε να ξαφνιάζεται.
«Όχι;»
«Όχι. Και αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο απ’ όλα. Δεν μετάνιωσα για σένα. Δεν μετάνιωσα για όσα ζήσαμε. Δεν μετάνιωσα ούτε για σήμερα.»
«Τότε γιατί θέλεις να σταματήσουμε;»
«Γιατί δεν χρειάζεται να μετανιώνεις για κάτι για να καταλάβεις ότι πρέπει να τελειώσει.»
Σιωπή. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό μου.
«Τι ήμουν τελικά για σένα;»
Αυτή τη φορά δεν απέφυγα την ερώτηση.
«Ήσουν ο άνθρωπος που με έκανε να θυμηθώ ότι είμαι ακόμη γυναίκα.»
Χαμογέλασε αμυδρά.
«Μόνο αυτό;»
«Όχι. Καθόλου μόνο αυτό.»
Έσφιξα το χέρι του.
«Με έκανες να περιμένω ένα μήνυμα και να αισθάνομαι πάλι είκοσι χρονών. Να κοιτάζομαι περισσότερο στον καθρέφτη. Να θέλω να είμαι όμορφη. Να αγοράσω κάτι μόνο και μόνο επειδή ήθελα να το φορέσω για σένα. Με έκανες να καταλάβω ότι δεν είχε τελειώσει μέσα μου η επιθυμία. Ότι δεν ήταν φυσιολογικό να πιστεύω πως επειδή έγινα σαράντα πέντε πρέπει απλώς να συμβιβαστώ με το ότι αυτό το κομμάτι της ζωής μου πέρασε.»
«Τότε μείνε.»
Δύο λέξεις. Τόσο απλές. Και για μια στιγμή ήθελα να το κάνω. Να μη σηκωθώ. Να μη ντυθώ. Να αφήσω το επόμενο Σάββατο να έρθει και να ξαναβρώ μια δικαιολογία. Μετά άλλο ένα. Και άλλο ένα. Κούνησα όμως το κεφάλι.
«Αν μείνω σήμερα, θα έρθω και την επόμενη εβδομάδα. Και μετά ξανά. Και κάποια στιγμή αυτή δεν θα είναι πια μια σχέση που μπήκε στη ζωή μου. Θα είναι μια δεύτερη ζωή. Και δεν θέλω να γίνω αυτή η γυναίκα.»
«Ποια γυναίκα;»
«Εκείνη που λέει ψέματα τόσο συχνά ώστε κάποια στιγμή παύει να θυμάται πότε άρχισε να τα λέει.»
Δεν είπε τίποτε. Σηκώθηκα και άρχισα να ντύνομαι. Αυτή τη φορά δεν με κοίταζε όπως τις άλλες φορές. Δεν υπήρχε εκείνο το παιχνιδιάρικο βλέμμα, ούτε η υπόσχεση ότι σύντομα θα ξαναβρισκόμασταν. Υπήρχε μόνο μια σιωπή που έκανε το μικρό δωμάτιο να μοιάζει ξαφνικά μεγαλύτερο. Όταν ήμουν έτοιμη, πλησίασα.
«Δεν θέλω να πιστέψεις ότι ήσουν ένα λάθος.»
«Και τι ήμουν;»
«Μια ανάσα που είχα ανάγκη.»
«Και τώρα;»
«Τώρα πρέπει να μάθω να αναπνέω μόνη μου.»
Με αγκάλιασε. Έμεινα πάνω του για λίγο και έκλεισα τα μάτια. Ήξερα ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που θα ένιωθα τα χέρια του γύρω μου. Και τότε κατάλαβα πόσο εύκολο θα ήταν να πάρω πίσω όλα όσα μόλις είχα πει. Τραβήχτηκα πρώτη.
«Δηλαδή τελειώσαμε;» με ρώτησε.
«Πρέπει.»
«Δεν σε ρώτησα αν πρέπει. Σε ρώτησα αν θέλεις.»
«Όχι», του είπα τελικά. «Δεν θέλω. Αλλά πρέπει.»
Έφτασα μέχρι την πόρτα και ακούμπησα το χέρι μου στο πόμολο.
«Περίμενε.»
Γύρισα.
«Αν ήξερες από την αρχή πού θα καταλήξει όλο αυτό, θα ερχόσουν εκείνο το πρώτο βράδυ;»
Η ερώτηση με βρήκε απροετοίμαστη. Θυμήθηκα την πρώτη φορά που είχα σταθεί έξω από εκείνη την πόρτα. Την αμηχανία μου. Το πρώτο φιλί. Τη στιγμή που είχα σταματήσει τα πάντα και είχα φύγει. Μετά το πρώτο Σάββατο. Το ταξί. Το «Είσαι σπίτι;». Όλα όσα ακολούθησαν. Θυμήθηκα όμως και τη γυναίκα που ήμουν πριν από εκείνον. Και τη γυναίκα που ήμουν τώρα.
«Ναι», του είπα. «Θα ερχόμουν ξανά.»
Τον φίλησα απαλά. Και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Κατεβαίνοντας τις σκάλες, τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Δεν έκλαιγα επειδή μετάνιωσα. Έκλαιγα επειδή δεν είχα μετανιώσει. Δεν ξαναπήγα στη γκαρσονιέρα του. Για πολύ καιρό τα Σάββατα είχαν κάτι από εκείνον. Κατέβαινα πραγματικά για βιτρίνες πια και υπήρχαν στιγμές που κοιτούσα το κινητό μου σχεδόν από συνήθεια. Μου έλειπε. Δεν θα πω ότι δεν μου έλειψε. Ούτε θα πω ότι γύρισα σπίτι και ξαφνικά ο γάμος μου έγινε διαφορετικός. Δεν γίνονται έτσι αυτά. Άλλαξα όμως εγώ. Άρχισα να λέω περισσότερο αυτά που ήθελα και όσα μου έλειπαν. Να μην αποδέχομαι ότι μετά από τόσα χρόνια γάμου η τρυφερότητα και το πάθος είναι πράγματα που δικαιούμαστε απλώς να θυμόμαστε. Και κυρίως σταμάτησα να κοιτάζω τη γυναίκα στον καθρέφτη σαν να είχε περάσει η εποχή της. Ήταν δεκαεπτά χρόνια μικρότερός μου. Δεν έγινε ο άνδρας της ζωής μου. Δεν μπορούσε να γίνει. Έγινε όμως ο άνδρας που μου θύμισε ότι η δική μου ζωή δεν είχε τελειώσει. Δεν είμαι περήφανη για τα ψέματα που είπα. Δεν κατηγορώ τον άνδρα μου για την επιλογή που έκανα. Και δεν θα προσπαθήσω να κάνω μια απιστία να μοιάζει σωστή μόνο και μόνο επειδή μου χάρισε όμορφες στιγμές. Αλλά ούτε θα πω ψέματα στον εαυτό μου. Δεν μετάνιωσα που τον γνώρισα.
Γιατί μπορεί να μην έμεινε στη ζωή μου. Μου επέστρεψε όμως ένα κομμάτι της δικής μου.

Share.

Comments are closed.