Του Γιάννη Χατζηιωαννίδη
Μια ολοένα και μεγαλύτερη κρίση βρίσκεται σε εξέλιξη στα γήπεδα των μικρότερων κατηγοριών και κυρίως του παιδικού αθλητισμού. Δεν αφορά τους αθλητές, ούτε την έλλειψη εγκαταστάσεων ή χρηματοδότησης. Αφορά τους ανθρώπους χωρίς τους οποίους κανένας αγώνας δεν μπορεί να διεξαχθεί: τους διαιτητές. Από το μπέιζμπολ στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι το ποδόσφαιρο στην Αγγλία, διαιτητές εγκαταλείπουν τη δραστηριότητά τους εξαντλημένοι από τη συνεχή λεκτική πίεση, τις προσβολές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και τη σωματική βία. Και το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι ένα σημαντικό μέρος αυτής της συμπεριφοράς δεν προέρχεται από επαγγελματίες αθλητές ή οργανωμένους οπαδούς, αλλά από τους ενήλικες που βρίσκονται στις εξέδρες των παιδικών αγώνων: τους γονείς.
Τα στοιχεία στις ΗΠΑ είναι εντυπωσιακά. Σχεδόν το 70% των νέων διαιτητών ηλικίας 18 έως 23 ετών που συμμετέχουν σε διοργανώσεις μπέιζμπολ εγκαταλείπουν μέσα στα πρώτα τρία χρόνια, με την κακοποιητική συμπεριφορά γονέων, προπονητών και θεατών να καταγράφεται ως βασική αιτία. Παράλληλα, περίπου το 12% των διαιτητών έχουν αναφέρει ότι δέχθηκαν σωματική επίθεση κατά τη διάρκεια ή μετά το τέλος ενός αγώνα, ενώ σχεδόν επτά στους δέκα θεωρούν ότι το αθλητικό πνεύμα επιδεινώνεται.
Το πρόβλημα έφτασε μέχρι τη νομοθεσία
Η κατάσταση έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις ώστε οι αμερικανικές αρχές αναγκάζονται πλέον να αναζητούν θεσμικά μέτρα προστασίας των διαιτητών. Τουλάχιστον 23 πολιτείες έχουν θεσπίσει σχετική νομοθεσία, ενώ στην πολιτεία της Ουάσινγκτον εφαρμόστηκαν ακόμη και κάμερες σώματος σε διαιτητές μπάσκετ. Παράλληλα, προβλέπονται οικονομικές κυρώσεις που μπορούν να φτάσουν τα 200 δολάρια σε περιπτώσεις αποβολής προπονητών, παικτών ή γονέων για κακοποιητική συμπεριφορά.
Η έλλειψη διαιτητών έχει αρχίσει να δημιουργεί πραγματικό πρόβλημα στη διεξαγωγή διοργανώσεων, με αθλητικούς οργανισμούς να προχωρούν σε καμπάνιες προσέλκυσης νέων ανθρώπων. Την ίδια στιγμή, αθλητικοί ψυχολόγοι ασχολούνται πλέον ειδικά με την ψυχική καταπόνηση των διαιτητών και τη διαχείριση της συνεχούς πίεσης που αντιμετωπίζουν μέσα και έξω από τους αγωνιστικούς χώρους. Το παράδοξο είναι ότι σε ορισμένες κατηγορίες ούτε οι υψηλές αμοιβές αρκούν για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Στο κολεγιακό μπέιζμπολ υψηλού επιπέδου στις ΗΠΑ, οι αμοιβές των διαιτητών μπορούν να φτάσουν ακόμη και τα 1.500 έως 3.000 δολάρια ή περισσότερο ανά αγώνα.
«Απείθαρχοι γονείς»: Το μεγαλύτερο πρόβλημα
Τα ευρήματα μεγάλης έρευνας της National Association of Sports Officials στις ΗΠΑ είναι αποκαλυπτικά. Σε δείγμα 35.813 ανθρώπων, περισσότερο από το 40% χαρακτήρισε τους «απείθαρχους γονείς» που παρακολουθούν παιδικές αθλητικές διοργανώσεις ως το μεγαλύτερο εμπόδιο στην απόλαυση της δουλειάς του διαιτητή. Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται στις εξέδρες. Έρευνες καταγράφουν αντίστοιχα φαινόμενα και μεταξύ προπονητών. Περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες σε σχετική έρευνα δήλωσαν ότι γνώριζαν προπονητές που είχαν εξυβρίσει ενήλικους διαιτητές, ενώ σχεδόν τέσσερις στους δέκα γνώριζαν περιπτώσεις στις οποίες προπονητές είχαν επιχειρήσει σκόπιμα να ταπεινώσουν διαιτητές ανεξαρτήτως ηλικίας. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Οι νεότεροι διαιτητές μπαίνουν στα γήπεδα για να αποκτήσουν εμπειρία, βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ιδιαίτερα επιθετικό περιβάλλον και αρκετοί εγκαταλείπουν πριν προλάβουν να εξελιχθούν. Οι διοργανώσεις μένουν με λιγότερους διαθέσιμους διαιτητές και η πίεση στους εναπομείναντες αυξάνεται ακόμη περισσότερο.
Το ίδιο πρόβλημα και στο αγγλικό ποδόσφαιρο
Η κατάσταση δεν αποτελεί αποκλειστικά αμερικανικό φαινόμενο. Στην Αγγλία, όπου το ποδόσφαιρο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής ζωής, οι τοπικές ενώσεις έχουν επίσης έρθει αντιμέτωπες με αύξηση των περιστατικών κακής συμπεριφοράς. Παράγοντες του αγγλικού ποδοσφαίρου είχαν αρχικά συνδέσει την έξαρση με την επανεκκίνηση των πρωταθλημάτων μετά την πανδημία. Ο Τζον Πάικ της Somerset FA είχε παρομοιάσει την κατάσταση με ένα μπουκάλι αναψυκτικού που είχε ανακινηθεί επί μήνες και ξαφνικά άνοιξε, θεωρώντας ότι η συσσωρευμένη ένταση των lockdown ξέσπασε στα γήπεδα. Τα χρόνια όμως πέρασαν και το πρόβλημα δεν εξαφανίστηκε. Μετά από μία ιδιαίτερα προβληματική περίοδο σε επίπεδο πειθαρχίας, ο Πάικ έστρεψε την προσοχή ειδικά στο παιδικό ποδόσφαιρο, επισημαίνοντας ότι οι βασικοί παραβάτες δεν είναι τα παιδιά αλλά οι ενήλικες γύρω τους: προπονητές, μάνατζερ, παράγοντες, θεατές και γονείς.
Όταν το παιδί πρέπει να αντέξει τον γονέα του
Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν προέρχεται από κάποια στατιστική αλλά από τους ίδιους τους νεαρούς ποδοσφαιριστές. Όταν ζητήθηκε από νέους ηλικίας 16 έως 24 ετών να γράψουν ανώνυμα τι αγαπούν και τι δεν τους αρέσει στο ποδόσφαιρο, πολλοί αναφέρθηκαν στη συμπεριφορά των ίδιων των γονιών τους. Στις φωνές που ακούγονται λίγα μέτρα έξω από τις γραμμές του γηπέδου, στην πίεση και στις αντιδράσεις των ενηλίκων. Και εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση του παιδικού αθλητισμού. Οι γονείς βρίσκονται στις εξέδρες υποτίθεται για να στηρίξουν τα παιδιά τους. Όταν όμως η υποστήριξη μετατρέπεται σε φωνές προς τον διαιτητή, αντιπαραθέσεις με τον προπονητή και πίεση προς το ίδιο το παιδί, το γήπεδο παύει να είναι χώρος χαράς και εκπαίδευσης και μετατρέπεται σε περιβάλλον έντασης. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο ότι χάνονται διαιτητές. Υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί σταδιακά και η ουσία του παιδικού αθλητισμού.
Γιατί σε έναν αγώνα παιδιών το σημαντικότερο δεν θα έπρεπε να είναι ποιος κέρδισε, ποιος έχασε ή αν ο διαιτητής έκανε λάθος σε μία φάση. Θα έπρεπε να είναι τα παιδιά να θέλουν να επιστρέψουν στο γήπεδο την επόμενη εβδομάδα. Και για να συμβεί αυτό, ίσως τελικά εκείνοι που χρειάζονται περισσότερο να μάθουν τους κανόνες του παιχνιδιού να μην είναι τα παιδιά. Να είναι οι μεγάλοι.