Ήταν δεκαεπτά χρόνια μικρότερος μου και όμως το τόλμησα. Κεφάλαιο Β’

0

Γράφει η Νίκη Καββαθά

Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως. Για μια στιγμή κανείς μας δεν είπε τίποτε. Εκείνος στεκόταν απέναντί μου και χαμογελούσε, όχι με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που είχε όταν με πείραζε, αλλά κάπως διαφορετικά, σαν να μην ήταν ούτε ο ίδιος απολύτως βέβαιος ότι τελικά θα πήγαινα. «Νόμιζα ότι άλλαξες γνώμη», μου είπε. Του απάντησα ότι δυσκολεύτηκα να βρω ταξί. Ήταν μια γελοία λεπτομέρεια εκείνη τη στιγμή, κι όμως πιάστηκα από αυτήν επειδή χρειαζόμουν να πω κάτι φυσιολογικό. Κάτι που θα μπορούσε να ειπωθεί ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που δεν είχαν περάσει τις προηγούμενες εβδομάδες φλερτάροντας και περιμένοντας αυτή ακριβώς τη στιγμή. Έκανε ένα βήμα στο πλάι για να περάσω. Μπήκα. Και όταν άκουσα την πόρτα να κλείνει πίσω μου, ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά τόσο δυνατά που για μια στιγμή πίστεψα ότι μπορούσε να την ακούσει. Η γκαρσονιέρα του ήταν μικρή και τακτοποιημένη. Πολύ πιο τακτοποιημένη απ’ όσο περίμενα από έναν άνδρα είκοσι οκτώ χρονών. Κοίταξα γύρω μου περισσότερο για να αποφύγω να τον κοιτάξω. Υπήρχε ένας καναπές, ένα μικρό τραπέζι, μερικά βιβλία, δυο ποτήρια που είχε ήδη αφήσει στον πάγκο. Κατάλαβα ότι είχε προετοιμαστεί για την άφιξή μου και αυτή η σκέψη με έκανε να αισθανθώ ακόμη μεγαλύτερη αμηχανία. «Θέλεις κάτι να πιεις;» με ρώτησε. Είπα ναι, χωρίς καν να ρωτήσω τι είχε. Στην πραγματικότητα ήθελα απλώς κάτι να κρατάω στα χέρια μου. Μου έδωσε ένα ποτήρι και κάθισα στην άκρη του καναπέ. Εκείνος κάθισε απέναντί μου. Για πρώτη φορά από τότε που τον γνώρισα δεν ήξερα τι να του πω.
«Είσαι αγχωμένη», είπε.
«Όχι».
Χαμογέλασε.
«Είσαι πάρα πολύ αγχωμένη».
«Και εσύ πάρα πολύ σίγουρος για τον εαυτό σου».
«Καθόλου. Απλώς χαίρομαι που ήρθες».
Αυτό το τελευταίο με αποδιοργάνωσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Θα ήταν ευκολότερο αν μου μιλούσε προκλητικά. Αν συνέχιζε το παιχνίδι των μηνυμάτων. Αν με έκανε να θυμώσω ή να γελάσω. Αντί γι’ αυτό με κοιτούσε και έμοιαζε πραγματικά χαρούμενος που βρισκόμουν εκεί. «Γιατί εγώ;» τον ρώτησα ξαφνικά. Γέλασε. «Αυτό θέλεις πραγματικά να μάθεις;» Έγνεψα καταφατικά. Σηκώθηκε, πλησίασε και κάθισε δίπλα μου. Τόσο κοντά ώστε ο ώμος του ακούμπησε τον δικό μου. «Γιατί σε θέλω», είπε απλά. «Από την πρώτη φορά που σε είδα». Κατέβασα τα μάτια μου. Στα σαράντα πέντε μου, παντρεμένη τόσα χρόνια, αισθάνθηκα ξαφνικά σαν κορίτσι που άκουγε για πρώτη φορά έναν άνδρα να της λέει ότι την επιθυμούσε. Το χέρι του ακούμπησε το δικό μου. Δεν το τράβηξα. Τα δάχτυλά του έκλεισαν γύρω από τα δικά μου και για λίγες στιγμές μείναμε έτσι. Μετά γύρισα και τον κοίταξα. Ήξερα τι θα συνέβαινε πριν ακόμη πλησιάσει. Θα μπορούσα να σηκωθώ. Θα μπορούσα να του πω ότι έκανα λάθος και να φύγω. Δεν έκανα τίποτε από αυτά. Όταν με φίλησε, έκλεισα τα μάτια μου και του ανταπέδωσα το φιλί. Δεν ήταν ένα φιλί που κράτησε πολύ. Ή ίσως έτσι θέλω να το θυμάμαι. Θυμάμαι περισσότερο την αίσθηση της αγκαλιάς του και το παράξενο συναίσθημα ότι ξυπνούσε μέσα μου κάτι που είχα αφήσει για χρόνια να κοιμάται. Όταν το χέρι του πέρασε απαλά στη μέση μου, ανατρίχιασα. Το κατάλαβε και χαμογέλασε πάνω στα χείλη μου. Αυτό με έκανε να γελάσω νευρικά. Για λίγες στιγμές ξέχασα τα πάντα. Την ηλικία μου. Τον γάμο μου. Το σπίτι μου. Το γεγονός ότι αν κάποιος μου περιέγραφε ακριβώς αυτή τη σκηνή πριν από έναν μήνα, θα έλεγα με απόλυτη βεβαιότητα ότι εγώ δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο. Και μετά θυμήθηκα. Τραβήχτηκα ελαφρά. Εκείνος σταμάτησε αμέσως.
«Τι έγινε;»
«Δεν ξέρω αν μπορώ».
Δεν προσποιήθηκε ότι δεν κατάλαβε.
«Θέλεις να φύγω από δίπλα σου;»
Τον κοίταξα. Αυτό ήταν το χειρότερο. Δεν ήθελα να φύγει από δίπλα μου.
«Όχι», του είπα. «Αλλά δεν μπορώ να προχωρήσω άλλο».
Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Περίμενα ότι θα προσπαθούσε να με μεταπείσει. Δεν το έκανε. Έπιασε μόνο το χέρι μου.
«Εντάξει».
«Δεν είναι τόσο απλό».
«Δεν είπα ότι είναι».


Του είπα ότι ήμουν παντρεμένη, λες και δεν το γνώριζε ήδη. Του είπα ότι είχα μια ολόκληρη ζωή έξω από εκείνο το δωμάτιο. Ότι μέχρι πριν από λίγο καιρό δεν είχα σκεφτεί ποτέ πως θα μπορούσα να βρεθώ σε μια τέτοια κατάσταση. Ότι μου άρεσε και αυτό ακριβώς ήταν που με φόβιζε περισσότερο. Με άκουσε χωρίς να με διακόψει. Κάποια στιγμή του είπα σχεδόν ψιθυριστά: «Θέλω να με καταλάβεις». Μου απάντησε ότι με καταλάβαινε. Δεν ξέρω αν ήταν αλήθεια. Ξέρω όμως ότι εκείνη τη στιγμή είχα ανάγκη να το ακούσω. Έφυγα λίγο αργότερα χωρίς να έχει συμβεί τίποτε περισσότερο. Στην πόρτα με φίλησε ξανά, αυτή τη φορά απαλά. «Δεν θα σε πιέσω», μου είπε. «Αλλά μη μου πεις ότι δεν το ήθελες». Δεν του απάντησα. Δεν μπορούσα. Κατέβηκα τις σκάλες και όταν βγήκα στον δρόμο πήρα μια βαθιά ανάσα, σαν να είχα μείνει για ώρα κάπου χωρίς αρκετό αέρα. Στο ταξί της επιστροφής κοιτούσα έξω από το παράθυρο και προσπαθούσα να βάλω σε τάξη όσα είχαν συμβεί. Έπρεπε να αισθάνομαι ανακούφιση. Είχα σταματήσει. Δεν είχα περάσει εκείνο το τελευταίο όριο που είχα βάλει μέσα μου. Κι όμως το σώμα μου εξακολουθούσε να θυμάται την αγκαλιά του. Τα χείλη μου το φιλί του. Το άγγιγμά του στη μέση μου. Υπήρχε ακόμη πάνω μου η ταραχή της επιθυμίας και αυτό με έκανε να ντρέπομαι περισσότερο από όσο θα ήθελα να παραδεχτώ. Έλεγα στον εαυτό μου ότι τελείωσε. Ότι πήγα, είδα πού μπορούσε να οδηγήσει και σταμάτησα εγκαίρως. Αλλά κάπου βαθιά μου γνώριζα ότι δεν είχε τελειώσει τίποτε. Γιατί ήδη αναρωτιόμουν πότε θα τον ξανάβλεπα. Όταν γύρισα σπίτι, όλα βρίσκονταν ακριβώς όπως τα είχα αφήσει. Αυτό με χτύπησε παράξενα. Το ίδιο σαλόνι. Τα ίδια πράγματα πάνω στο τραπέζι. Η ίδια μυρωδιά του σπιτιού μου. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτε, ενώ εγώ αισθανόμουν ότι είχα επιστρέψει διαφορετική. Πήγα στο μπάνιο και στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Κοίταξα το πρόσωπό μου για ώρα. Δεν υπήρχε τίποτε επάνω μου που να πρόδιδε πού είχα βρεθεί. Κι όμως εγώ μπορούσα ακόμη να αισθανθώ τα χέρια του γύρω μου.
Το βράδυ ο άνδρας μου ξάπλωσε δίπλα μου όπως κάθε βράδυ. Μιλήσαμε λίγο για πράγματα καθημερινά και ασήμαντα. Κάποια στιγμή με πλησίασε. Κατάλαβα τι ήθελε πριν ακόμη με αγγίξει. Υπήρχαν χρόνια στον γάμο μας που ένα τέτοιο πλησίασμα θα με έκανε να χαμογελάσω. Τώρα έμοιαζε περισσότερο με κάτι γνώριμο, σχεδόν προγραμματισμένο. Μια συζυγική συνήθεια που επαναλαμβανόταν χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. Μια συζυγική υποχρέωση, ενας έρωτας χωρίς πάθος και φλόγα απλά για να ικανοποιηθεί το εγώ ου άνδρα μου. Δεν του είπα όχι. Του δόθηκα. Αφέθηκα στη γνώριμη διαδικασία, αλλά αισθανόμουν παράξενα απούσα. Δεν ήταν ότι εκείνος έκανε κάτι διαφορετικό. Αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα. Τίποτε δεν ήταν διαφορετικό. Δεν αναζητούσε το βλέμμα μου, δεν πρόσεχε τις μικρές αντιδράσεις μου, δεν υπήρχε εκείνη η αμηχανία, η προσμονή, η ανακάλυψη. Ήταν η οικειότητα δύο ανθρώπων που είχαν πάψει εδώ και καιρό να αναρωτιούνται τι αισθάνεται ο άλλος κάθε στιγμή. Όταν ολοκλήρωσε γύρισε πλευρό και κοιμήθηκε. Τόσο προβλέψιμη ολη η ερωτική μου συζυγική μου ζωή.
Και τότε συνέβη κάτι που με γέμισε ενοχές περισσότερο από όσα είχαν γίνει στη γκαρσονιέρα. Έκλεισα τα μάτια μου. Και σκέφτηκα εκείνον. Το πρόσωπό του όταν μου είχε ανοίξει την πόρτα. Τη φωνή του όταν μου είπε «σε θέλω». Το χέρι του που είχε κλείσει γύρω από το δικό μου. Το φιλί που είχα σταματήσει ενώ ένα μέρος μου δεν ήθελε καθόλου να σταματήσει. Όταν ο άνδρας μου αποκοιμήθηκε, εγώ έμεινα ξύπνια κοιτάζοντας το σκοτάδι. Το κινητό μου βρισκόταν στο κομοδίνο. Δεν το άγγιξα. Μέχρι που η οθόνη του φωτίστηκε. Ένα μήνυμα. Από εκείνον.
«Έφτασες καλά;»
Το διάβασα χωρίς να το ανοίξω. Έμεινα ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα άπλωσα το χέρι μου προς το κινητό.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Share.

Comments are closed.