Γράφει η Νίκη Καββαθά
Ήμουν σαράντα πέντε όταν τον γνώρισα. Παντρεμένη. Με μια ζωή τακτοποιημένη, σχεδόν προβλέψιμη, και έναν άνδρα με τον οποίο είχα μοιραστεί αρκετά χρόνια ώστε να μη χρειάζεται πια να εξηγούμε πολλά ο ένας στον άλλον. Εκείνος ήταν είκοσι οκτώ. Δεκαεπτά χρόνια μικρότερός μου. Αν μου έλεγε κάποια φίλη μου ότι ένας άνδρας αυτής της ηλικίας την φλέρταρε, πιθανότατα θα γελούσα και θα τη ρωτούσα τι ακριβώς περίμενε από εκείνον. Όταν όμως συνέβη σε μένα, δεν γέλασα καθόλου. Γιατί το πρώτο πράγμα που κατάλαβα ήταν ότι μου άρεσε ο τρόπος που με κοιτούσε. Δεν με κοιτούσε όπως κοιτάζουν συνήθως μια παντρεμένη γυναίκα της ηλικίας μου. Δεν υπήρχε εκείνο το ασφαλές όριο που οι περισσότεροι άνδρες βάζουν από μόνοι τους. Το βλέμμα του κατέβαινε επάνω μου για ένα δευτερόλεπτο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε και επέστρεφε στα μάτια μου χωρίς καμία απολογία. Την πρώτη φορά προσποιήθηκα πως δεν το κατάλαβα. Τη δεύτερη ήμουν βέβαιη. Την τρίτη, πριν ακόμη τον κοιτάξω, ήξερα ότι με κοιτούσε.
Δεν θα πω ότι με κέρδισε αμέσως. Θα πω κάτι ίσως χειρότερο: άρχισα να απολαμβάνω την προσοχή του. Πρόσεχα περισσότερο τι φορούσα τις ημέρες που ήξερα ότι θα τον συναντούσα. Έβαζα λίγο περισσότερο άρωμα και μετά θύμωνα με τον εαυτό μου επειδή ήξερα πολύ καλά γιατί το έκανα. Εκείνος δεν βιαζόταν. Ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο, μια φράση που μπορούσε να σημαίνει δύο πράγματα. Κάποτε στάθηκε αρκετά κοντά μου ώστε να μυρίσω το άρωμά του και μου είπε χαμηλόφωνα:
«Ξέρεις ότι είσαι πολύ πιο όμορφη όταν δεν προσπαθείς;».
Γέλασα και τον ρώτησα πόσες γυναίκες είχε ρίξει με αυτή την ατάκα.
«Δεν με ενδιαφέρουν οι άλλες αυτή τη στιγμή», απάντησε. Έπρεπε να του βάλω όριο εκεί. Αντί γι’ αυτό, τον κοίταξα και χαμογέλασα.
Το πρώτο μήνυμα ήρθε λίγες ημέρες αργότερα. Αθώο. Σχεδόν τυπικό. Του απάντησα. Το δεύτερο είχε χιούμορ. Του απάντησα πάλι. Το τρίτο ήρθε ένα βράδυ λίγο μετά τις έντεκα.
«Μπορώ να σου πω κάτι που δεν θα έπρεπε;».
Θυμάμαι ακόμη ότι κοίταξα τον άνδρα μου πριν απαντήσω. Καθόταν λίγα μέτρα μακριά μου και παρακολουθούσε τηλεόραση. Έγραψα:
«Αυτό εξαρτάται από το τι δεν θα έπρεπε να μου πεις». Η απάντηση ήρθε αμέσως.
«Ότι σε σκέφτηκα σήμερα περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε».
Ένιωσα εκείνο το μικρό σφίξιμο χαμηλά στην κοιλιά που είχα χρόνια να αισθανθώ από ένα απλό μήνυμα. Δεν του απάντησα αμέσως. Άφησα το κινητό δίπλα μου. Το ξαναπήρα δύο λεπτά αργότερα.
«Είσαι επικίνδυνος», έγραψα.
«Όχι ακόμη», απάντησε.
Από εκείνο το βράδυ άλλαξε κάτι μεταξύ μας. Τα μηνύματα έγιναν καθημερινά και σιγά σιγά πιο προσωπικά. Με ρωτούσε τι φορούσα. Του έλεγα να μην είναι αδιάκριτος. «Άρα το σκέφτηκες πριν μου απαντήσεις», μου έγραφε. Με έκανε να γελάω και ταυτόχρονα να νιώθω μια αμηχανία που είχα ξεχάσει από τα νεανικά μου χρόνια. Κάποιες φορές τον άφηνα επίτηδες χωρίς απάντηση. Όχι επειδή ήθελα να σταματήσει, αλλά επειδή ήθελα να δω αν θα ξαναγράψει. Και ξανάγραφε. Μια νύχτα μου είπε:
«Θέλω να σε δω μόνη σου». Του απάντησα:
«Με βλέπεις».
«Ξέρεις πολύ καλά τι εννοώ». Εκείνο το μήνυμα δεν το απάντησα. Το διάβασα όμως ξανά και ξανά.
Το πιο παράξενο ήταν ότι άρχισα να νιώθω δύο διαφορετικές γυναίκες μέσα στην ίδια ζωή. Υπήρχε η γυναίκα που γύριζε σπίτι, άφηνε την τσάντα της στην ίδια θέση, καθόταν απέναντι από τον άνδρα της και συζητούσε για όσα είχαν συμβεί μέσα στην ημέρα. Και υπήρχε μια άλλη που περίμενε να δονηθεί ένα κινητό. Άρχισα να το βάζω ανάποδα πάνω στο τραπέζι. Να χαμηλώνω τη φωτεινότητα της οθόνης. Να διαβάζω τα μηνύματά του όταν ήμουν μόνη. Το χειρότερο δεν ήταν ότι έκρυβα τα μηνύματα. Ήταν ότι μου άρεσε που υπήρχε κάτι μόνο δικό μου. Ένα μικρό μυστικό που δεν είχε ακόμη γίνει απιστία και γι’ αυτό μπορούσα να προσποιούμαι ότι δεν είχε συμβεί τίποτε.
Κάποια στιγμή με ρώτησε ευθέως:
«Δεν σου αρέσω;».
Θα μπορούσα να πω όχι. Ήταν η ευκολότερη απάντηση στον κόσμο. Αντί γι’ αυτό έγραψα:
«Είσαι δεκαεπτά χρόνια μικρότερός μου».
«Δεν σε ρώτησα πόσο χρονών είμαι».
Χαμογέλασα μόνη μου.
«Και είμαι παντρεμένη».
Η απάντησή του άργησε αυτή τη φορά.
«Ούτε αυτό σε ρώτησα. Σε ρώτησα αν σου αρέσω».
Έμεινα με τα δάχτυλα πάνω στην οθόνη. Έγραψα μια απάντηση και τη διέγραψα. Έγραψα δεύτερη και τη διέγραψα κι αυτή. Στο τέλος του έστειλα μόνο:
«Πολύ θάρρος έχεις για 28 χρονών».
Μου απάντησε: «Αυτό το παίρνω για ναι».
Μετά άρχισε να υπάρχει και η σκέψη του αγγίγματος, χωρίς να έχει συμβεί τίποτε ακόμη. Όταν βρισκόμασταν στον ίδιο χώρο, είχα μεγαλύτερη επίγνωση της παρουσίας του. Αν περνούσε πίσω μου, το καταλάβαινα χωρίς να τον δω. Αν πλησίαζε για να μου πει κάτι, πρόσεχα την απόσταση ανάμεσά μας. Μια φορά τα χέρια μας ακούμπησαν τυχαία καθώς μου έδινε κάτι. Ήταν ένα άγγιγμα που κράτησε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο, κι όμως το θυμόμουν το ίδιο βράδυ στο κρεβάτι. Αυτό ήταν που άρχισε να με τρομάζει. Δεν χρειαζόταν πλέον να μου γράψει τίποτε τολμηρό. Το μυαλό μου συμπλήρωνε μόνο του όσα δεν λέγαμε.
Η πρώτη φορά που μου πρότεινε να βγούμε, αρνήθηκα. Του είπα ότι είχε παρατραβήξει. Εκείνος δεν επέμεινε.
«Εντάξει», είπε. «Αν αλλάξεις γνώμη, θα μου το πεις εσύ».
Περίμενα ότι την επόμενη μέρα θα συνέχιζε να με πιέζει. Δεν το έκανε. Και αυτή η απουσία πίεσης με αναστάτωσε περισσότερο. Γιατί τώρα η απόφαση ήταν αποκλειστικά δική μου. Δεν μπορούσα να κατηγορήσω εκείνον. Για μέρες προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν θα πήγαινα. Και την ίδια στιγμή αναρωτιόμουν πού θα μπορούσαμε να συναντηθούμε χωρίς να μας δει κανείς. Ώσπου ένα βράδυ του έστειλα εγώ πρώτη.
«Ισχύει ακόμη εκείνο που μου είχες πει;»
Δεν χρειάστηκε να εξηγήσω ποιο.
«Ναι».
Κοίταξα την απάντησή του για ώρα. Η καρδιά μου είχε αρχίσει ήδη να χτυπά γρηγορότερα.
«Εντάξει», έγραψα. «Θα βρεθούμε».
Έβαλα το κινητό στο κομοδίνο και έκλεισα τα μάτια. Δεν κοιμήθηκα αμέσως. Σκεφτόμουν πού πήγαινα να μπλέξω, τη διαφορά της ηλικίας μας, τον άνδρα μου που κοιμόταν δίπλα μου. Σκεφτόμουν ότι μπορούσα ακόμη να το ακυρώσω. Και ύστερα, χωρίς να το θέλω, σκέφτηκα κάτι εντελώς διαφορετικό. Τι θα φορούσα όταν θα πήγαινα να τον συναντήσω. Και τότε κατάλαβα ότι την απόφαση την είχα ήδη πάρει.
Είχα αποφασίσει να βγω με τον νεαρό που με φλέρταρε. Δεν ήταν πια μια σκέψη που ερχόταν και έφευγε· το είχα αποφασίσει. Από το προηγούμενο βράδυ είχα διαλέξει προσεκτικά τα ρούχα που θα φορούσα. Ακόμη και τα εσώρουχά μου τα είχα αφήσει πάνω στο κρεβάτι, σαν μια μικρή παραδοχή προς τον ίδιο μου τον εαυτό ότι αυτή τη φορά δεν ετοιμαζόμουν απλώς για έναν καφέ.
Το πρωί, όμως, όλα έμοιαζαν να συνωμοτούν εναντίον μου. Ο άνδρας μου, που συνήθως έφευγε νωρίς για το γραφείο, εκείνη τη μέρα καθυστερούσε εκνευριστικά. Τον άκουγα να κινείται μέσα στο σπίτι κι εγώ κοιτούσα συνέχεια το ρολόι, προσπαθώντας να μη δείξω την ανυπομονησία μου. Δεν μπορούσα να αρχίσω να ετοιμάζομαι όσο ήταν ακόμη εκεί. Περίμενα μέχρι να ακούσω επιτέλους την πόρτα να κλείνει πίσω του. Ντύθηκα σχεδόν βιαστικά, έριξα μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και κατέβηκα στον δρόμο. Εκεί με περίμενε η δεύτερη καθυστέρηση. Κανένα ταξί. Πέρασαν κάποια λεπτά που μου φάνηκαν ατελείωτα, μέχρι που κατάφερα επιτέλους να σταματήσω ένα. Σε όλη τη διαδρομή κοιτούσα την ώρα και σκεφτόμουν ότι εκείνος θα με περίμενε. Και μαζί με την αγωνία άρχισε να μεγαλώνει μέσα μου εκείνη η παράξενη αίσθηση ότι, όσο πλησίαζα, τόσο λιγότερο μπορούσα να κάνω πίσω. Όταν έφτασα τελικά στην γκαρσονιέρα του, είχα καθυστερήσει αρκετά. Στάθηκα για λίγα δευτερόλεπτα έξω από την πόρτα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή όλα μπορούσαν ακόμη να θεωρηθούν ένα παιχνίδι, ένα φλερτ, μια σκέψη που είχε παρατραβήξει. Αν χτυπούσα το κουδούνι, όμως, κάτι θα άλλαζε. Σήκωσα το χέρι μου και πάτησα το κουδούνι.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ