” Μια Βεράντα στο Ποσείδι”: Η πρώτη συνάντηση

0

19 Αυγούστου

Το μήνυμα ήρθε σχεδόν αμέσως. Το ήξερα ότι θα ερχόταν. Ή μάλλον το περίμενα. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα δύο, αν και δεν είμαι σίγουρη ότι εκείνη τη στιγμή ήθελα να την παραδεχτώ. Άφησα το κινητό να δονηθεί πάνω στο τραπέζι και δεν το άγγιξα. Ήπια λίγο κρασί, κοίταξα τη θάλασσα και προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν είχα καμία απολύτως περιέργεια να δω τι μου είχε γράψει. Άντεξα περίπου ένα λεπτό.
«Χαίρομαι που σε ξάφνιασα και δεν σε ενόχλησα.»
Χαμογέλασα. Από κάτω υπήρχε και δεύτερη πρόταση.
«Τότε μπορώ να τολμήσω να σου ζητήσω έναν καφέ;»
Εκεί σταμάτησα να χαμογελάω. Μέχρι εκείνη τη στιγμή όλα ήταν εύκολα. Ένα μήνυμα. Μερικές λέξεις. Ένας άνθρωπος πίσω από μια φωτογραφία στο Facebook. Μπορούσα να κλείσω την οθόνη και να συνεχίσω τη ζωή μου σαν να μην είχε συμβεί τίποτε. Ο καφές όμως ήταν διαφορετικός. Ο καφές είχε ώρα. Είχε μέρος. Είχε δύο ανθρώπους που θα κάθονταν απέναντι ο ένας από τον άλλον. Και, κυρίως, είχε απόφαση. Δεν απάντησα εκείνο το βράδυ. Το επόμενο πρωί ξύπνησα νωρίς. Βγήκα στη βεράντα πριν ξυπνήσουν οι υπόλοιποι και έφτιαξα καφέ. Το κινητό ήταν δίπλα μου. Δεν υπήρχε καινούργιο μήνυμα.
Παράξενο, αλλά μου άρεσε. Δεν είχε ξαναγράψει. Δεν είχε στείλει ερωτηματικό, δεν είχε προσπαθήσει να με πιέσει, δεν είχε κάνει εκείνο το εκνευριστικό πράγμα που κάνουν ορισμένοι άντρες όταν πιστεύουν ότι μια γυναίκα τούς χρωστάει απάντηση μόνο και μόνο επειδή της έστειλαν μήνυμα.
Άνοιξα τη συνομιλία.
«Έναν καφέ μπορούμε να τον πιούμε.»
Το έστειλα πριν αρχίσω πάλι να σκέφτομαι. Η απάντηση ήρθε λίγα λεπτά αργότερα.
«Σήμερα;»
Κοίταξα τη λέξη. Σήμερα. Θα μπορούσα να γράψω αύριο. Θα μπορούσα να του πω όταν επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη. Θα μπορούσα να βρω δέκα διαφορετικούς τρόπους να μεταθέσω αυτό που μόλις είχα αποφασίσει.
«Σήμερα.»
Κανονίσαμε να συναντηθούμε στις επτά, σε ένα μέρος αρκετά μακριά από εκεί όπου συχνάζαμε με τη Βίκυ και τη Στεφανία. Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που με έκανε να αισθανθώ άσχημα. Όχι επειδή θα πήγαινα. Επειδή είχα φροντίσει να μη με δει κανείς.Μέχρι το απόγευμα προσπάθησα να συμπεριφέρομαι φυσιολογικά. Πήγα για μπάνιο, κάθισα μαζί με τις άλλες, γέλασα με τις ανοησίες της Βίκυ και άκουσα τη Στεφανία να μου εξηγεί για τρίτη φορά μέσα σε δύο ημέρες ότι ο Σάκης «δεν της λέει απολύτως τίποτε».
Η Βίκυ την κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της.
«Γι’ αυτό κοιτάζεις κάθε πέντε λεπτά αν έρχεται.»
Η Στεφανία της πέταξε την πετσέτα. Γέλασα μαζί τους. Δεν τΙς είπα τίποτε. Στις έξι παρά τέταρτο μπήκα στο δωμάτιο για να ετοιμαστώ. Και εκεί κατάλαβα ότι είχα πρόβλημα. Άνοιξα τη βαλίτσα και έβγαλα ένα λευκό φόρεμα. Το φόρεσα, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και το έβγαλα. Πολύ. Έβαλα ένα λινό παντελόνι και ένα απλό τοπ. Κοιτάχτηκα ξανά. Λίγο. Γέλασα μόνη μου. Ήμουν μια παντρεμένη γυναίκα που προσπαθούσε να αποφασίσει πόσο όμορφη επιτρεπόταν να είναι για να πιει έναν απολύτως αθώο καφέ με έναν άντρα δεκαέξι χρόνια μικρότερό της. Αν αυτό δεν ήταν γελοίο, δεν ήξερα τι ήταν. Τελικά φόρεσα ένα καλοκαιρινό γαλάζιο φόρεμα. Τίποτε ιδιαίτερο. Άφησα τα μαλλιά μου κάτω, έβαλα λίγο άρωμα και, τη στιγμή που πήγα να φορέσω κραγιόν, σταμάτησα. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη.
«Τι στο καλό κάνεις;» είπα δυνατά.
Η γυναίκα απέναντί μου δεν απάντησε. Έβαλε όμως το κραγιόν. Έφτασα πέντε λεπτά αργότερα. Ήταν ήδη εκεί. Τον αναγνώρισα αμέσως από τις φωτογραφίες του, αν και από κοντά ήταν διαφορετικός. Ψηλότερος απ’ όσο τον φανταζόμουν. Μαυρισμένος, με κοντά σκούρα μαλλιά και ένα λευκό πουκάμισο με γυρισμένα μανίκια. Όταν με είδε να πλησιάζω, σηκώθηκε. Αυτό το θυμάμαι. Σηκώθηκε. Δεν ξέρω γιατί μου έκανε εντύπωση. Ίσως επειδή κάποιες μικρές κινήσεις λένε περισσότερα για έναν άνθρωπο από όσα γράφει στο Facebook.
«Νίκη;»
«Ελπίζω να μην περίμενες κάποια άλλη.»
Γέλασε.
«Όχι. Απλώς είσαι λίγο διαφορετική από τις φωτογραφίες.»
Τον κοίταξα.
«Αυτό συνήθως δεν είναι καλό.»
«Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι.»
Ένιωσα το πρόσωπό μου να ζεσταίνεται και θύμωσα λίγο με τον εαυτό μου γι’ αυτό. Καθίσαμε. Στην αρχή μιλήσαμε για τα εύκολα. Θεσσαλονίκη. Καλοκαίρι. Δουλειές. Διακοπές. Μου είπε τι έκανε, μου μίλησε για φίλους του, για ταξίδια που ήθελε να κάνει. Εγώ τον άκουγα και ταυτόχρονα παρατηρούσα πράγματα που δεν θα έπρεπε να παρατηρώ. Τα χέρια του. Το χαμόγελό του. Τον τρόπο που με κοιτούσε όταν μιλούσα. Κυρίως αυτό. Δεν κοιτούσε γύρω του. Δεν κοίταζε το κινητό του. Δεν προσπαθούσε να δείξει αδιάφορος. Με κοιτούσε. Κάποια στιγμή δεν άντεξα.
«Να σε ρωτήσω κάτι;»
«Φυσικά.»
«Ξέρεις πόσο μεγαλύτερή σου είμαι;»
Χαμογέλασε.
«Ξέρω πόσο χρονών είμαι εγώ.»
Περίμενα.
«Για σένα δεν ρώτησα.»
Γέλασα.
«Πολύ βολική απάντηση.»
«Ειλικρινής είναι.»
«Δεκαέξι χρόνια.»
«Το έχεις μετρήσει.»
«Φυσικά και το έχω μετρήσει.»
«Εγώ όχι.»
«Γιατί;»
Σήκωσε ελαφρά τους ώμους.
«Γιατί δεν μου άρεσε η ηλικία σου. Μου άρεσες εσύ.»
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν είπα τίποτε. Κοίταξα το ποτήρι με το νερό μπροστά μου. Ήταν μια απλή φράση. Το ήξερα. Μια φράση που πιθανότατα ένας άντρας στην ηλικία του μπορούσε να πει χωρίς να της δώσει ιδιαίτερη σημασία. Εγώ όμως της έδωσα. Γιατί είχα ξεχάσει πόσο παράξενο είναι να κάθεσαι απέναντι από έναν άντρα που δεν γνωρίζει τίποτε για τη ζωή σου και, παρ’ όλα αυτά, έχει αποφασίσει ότι του αρέσεις. Όχι επειδή πρέπει. Απλώς επειδή του αρέσεις. Η ώρα πέρασε πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο περίμενα. Όταν κοίταξα το κινητό μου είχαν περάσει σχεδόν δύο ώρες.
«Πρέπει να φύγω.»
Δεν με ρώτησε γιατί. Δεν προσπάθησε να με κρατήσει.
«Χάρηκα που ήρθες.»
Σηκωθήκαμε. Περπατήσαμε μαζί μέχρι το αυτοκίνητό μου. Δεν μιλούσαμε πολύ πια. Εκείνη η μικρή αμηχανία που υπήρχε στην αρχή είχε επιστρέψει, αλλά τώρα ήταν διαφορετική. Στάθηκα δίπλα στην πόρτα.
«Λοιπόν…»
«Λοιπόν.»
Χαμογέλασα.
«Ο καφές έγινε.»
«Έγινε.»
«Και επέζησες.»
«Δύσκολα.»
Γέλασα και τον χτύπησα ελαφρά στο μπράτσο. Ήταν η πρώτη φορά που τον άγγιζα. Το κατάλαβα αμέσως. Κι εκείνος επίσης. Για ένα δευτερόλεπτο το βλέμμα του κατέβηκε στο χέρι μου και μετά επέστρεψε στα μάτια μου. Έκανα να ανοίξω την πόρτα. Τότε ακούμπησε το χέρι του χαμηλά στην πλάτη μου. Ήταν μια κίνηση που θα μπορούσε να μη σημαίνει τίποτε. Δύο δευτερόλεπτα. Ίσως λιγότερο. Δεν τραβήχτηκα.
Αυτό ήταν το πρόβλημα. Μπήκα στο αυτοκίνητο και έκλεισα την πόρτα. Εκείνος έκανε δύο βήματα πίσω και μου χαμογέλασε. Στον δρόμο της επιστροφής άνοιξα το ραδιόφωνο δυνατά. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή δεν ήθελα να ακούω τις σκέψεις μου. Όταν γύρισα, η Βίκυ και η Στεφανία κάθονταν στη βεράντα.
«Πού ήσουν;» με ρωτησε η Βίκυ.
«Μια βόλτα.»
Με κοίταξε για λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν.
«Μόνη;»
Άνοιξα το ψυγείο και έβγαλα το κρασί.
«Βίκυ…»
Σήκωσε τα χέρια.
«Δεν είπα τίποτε.»
Αλλά χαμογελούσε. Δεν της είπα τίποτε εκείνο το βράδυ. Ούτε στη Στεφανία. Πήρα το ποτήρι μου και κάθισα στην άκρη της βεράντας κοιτάζοντας τη θάλασσα. Το κινητό ήταν δίπλα μου. Λίγο αργότερα άναψε η οθόνη.
«Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα.»
Το διάβασα. Δεν απάντησα αμέσως. Άνοιξα το ημερολόγιο. Χθες απάντησα σε ένα μήνυμα. Σήμερα πήγα να τον συναντήσω. Μέχρι χθες μπορούσα να λέω ότι δεν είχε συμβεί τίποτε. Σήμερα δεν είμαι τόσο σίγουρη. Γιατί το πρόβλημα δεν ήταν ότι ένας άντρας δεκαέξι χρόνια μικρότερός μου ακούμπησε για δύο δευτερόλεπτα το χέρι του στην πλάτη μου. Το πρόβλημα ήταν ότι, όταν το έκανε, δεν ήθελα να το πάρει.

Share.

Comments are closed.