Σήμερα αποφάσισα να ξεκινήσω αυτό το ημερολόγιο. Δεν ξέρω αν θα το διαβάσει ποτέ κανείς. Ίσως να μείνει για πάντα κλεισμένο σ’ ένα συρτάρι.Ίσως κάποτε, χρόνια μετά, να το ανοίξω και να χαμογελάσω με όσα έζησα αυτό το καλοκαίρι. Το μόνο που ξέρω είναι πως ένιωσα την ανάγκη να γράψω. Το Ποσείδι έχει κάτι μαγικό. Κάθε φορά που φτάνω στο εξοχικό, είναι σαν να αφήνω πίσω μου τη ζωή της πόλης. Το πρωί ξύπνησα νωρίς, άνοιξα τη μπαλκονόπορτα και η μυρωδιά της θάλασσας γέμισε το σπίτι. Έφτιαξα καφέ και κάθισα μόνη μου στη βεράντα. Για λίγα λεπτά δεν σκεφτόμουν τίποτα. Κοίταζα μόνο το γαλάζιο. Λίγο αργότερα ήρθε η Βίκυ. Είμαστε φίλες σχεδόν είκοσι χρόνια. Περάσαμε πολλά μαζί. Χαρές, λύπες, γάμους, παιδιά, υποχρεώσεις. Και ξαφνικά βρεθήκαμε οι δυο μας, χωρίς άντρες και χωρίς παιδιά, να ξεκινάμε άλλο ένα καλοκαίρι σαν δύο κορίτσια που ξαναβρήκαν λίγο από τον χαμένο τους χρόνο. Πήραμε τις πετσέτες μας και κατεβήκαμε στην παραλία. Δεν είχε ακόμη πολύ κόσμο. Μερικές οικογένειες, λίγοι λουόμενοι και οι γνωστοί πρωινοί θαμώνες του beach bar. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, σχεδόν ακίνητη. Από εκείνες τις μέρες που δεν θέλεις να κοιτάξεις το κινητό σου ούτε μία φορά. Η Βίκυ γύρισε και με κοίταξε χαμογελώντας.
«Τελικά μείναμε μόνες.»
Γέλασα.
«Και δεν είναι καθόλου άσχημο.»
Μιλήσαμε για ώρα. Για τα παιδιά, για τους άντρες μας που θα έρχονταν μόνο τα Σαββατοκύριακα, για το πόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει πόσο μας είχε λείψει να καθόμαστε χωρίς ρολόι, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς να μας τραβάει κάποιος από το χέρι. Κάποια στιγμή η Βίκυ σταμάτησε να μιλά.
«Μη γυρίσεις απότομα», μου ψιθύρισε.
«Γιατί;»
«Οι δύο κύριοι απέναντι μας κοιτάζουν εδώ και αρκετή ώρα.»
Χαμογέλασα χωρίς να σηκώσω το κεφάλι.
«Άσε τους να κοιτάζουν.»
«Ο ένας, πάντως, είναι αρκετά γοητευτικός.»
Δεν απάντησα.
Έβγαλα τα γυαλιά μου, κοίταξα για μια στιγμή προς το μέρος τους και οι ματιές μας συναντήθηκαν. Εκείνος χαμογέλασε διακριτικά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά χαμογέλασα κι εγώ. Και κάπως έτσι άρχισε το φετινό μου καλοκαίρι…
«Τελικά μείναμε μόνες.»
Γέλασα.
«Και δεν είναι καθόλου άσχημο.»
Μιλήσαμε για ώρα. Για τα παιδιά, για τους άντρες μας που θα έρχονταν μόνο τα Σαββατοκύριακα, για το πόσο γρήγορα πέρασαν τα χρόνια. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει πόσο μας είχε λείψει να καθόμαστε χωρίς ρολόι, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς να μας τραβάει κάποιος από το χέρι. Κάποια στιγμή η Βίκυ σταμάτησε να μιλά.
«Μη γυρίσεις απότομα», μου ψιθύρισε.
«Γιατί;»
«Οι δύο κύριοι απέναντι μας κοιτάζουν εδώ και αρκετή ώρα.»
Χαμογέλασα χωρίς να σηκώσω το κεφάλι.
«Άσε τους να κοιτάζουν.»
«Ο ένας, πάντως, είναι αρκετά γοητευτικός.»
Δεν απάντησα.
Έβγαλα τα γυαλιά μου, κοίταξα για μια στιγμή προς το μέρος τους και οι ματιές μας συναντήθηκαν. Εκείνος χαμογέλασε διακριτικά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά χαμογέλασα κι εγώ. Και κάπως έτσι άρχισε το φετινό μου καλοκαίρι…