” Μια Βεράντα στο Ποσείδι”: Έξι λέξεις

0

13 Αυγούστου

Χθες το βράδυ άφησα το κινητό πάνω στο τραπέζι της βεράντας και υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα ξανακοιτούσα τα μηνύματα. Υπάρχουν φορές που μια γυναίκα λέει ψέματα στους άλλους και υπάρχουν κι εκείνες οι πολύ πιο επικίνδυνες φορές που λέει ψέματα στον εαυτό της. Εγώ χθες έκανα το δεύτερο. Γιατί όχι μόνο ξανακοίταξα το κινητό, αλλά το πήρα μαζί μου στο δωμάτιο, το άφησα στο κομοδίνο και, λίγο πριν κοιμηθώ, άνοιξα πάλι το Facebook. Τα δύο μηνύματα ήταν ακόμη εκεί. Το ένα από έναν άντρα σχεδόν εξήντα χρονών, εργολάβο, γνωστό και φίλο του άντρα μου εδώ και χρόνια. Το άλλο από έναν άντρα δεκαέξι χρόνια μικρότερό μου. Δύο άνθρωποι που, αν τους έβαζες δίπλα δίπλα, δεν θα είχαν σχεδόν τίποτε κοινό. Κι όμως, είχαν καταφέρει μέσα στην ίδια ημέρα να μου δημιουργήσουν ακριβώς την ίδια απορία: γιατί εγώ; Ο εργολάβος με προβλημάτιζε περισσότερο. Τον γνώριζα. Είχαμε καθίσει στο ίδιο τραπέζι, είχαμε ανταλλάξει ευχές σε γιορτές και Χριστούγεννα, τον είχα ακούσει να συζητάει με τον άντρα μου για δουλειές, οικοδομές, χρήματα και ανθρώπους που εγώ δεν γνώριζα. Ποτέ δεν μου είχε δώσει δικαίωμα να σκεφτώ οτιδήποτε άλλο. Το μήνυμά του, άλλωστε, ήταν προσεκτικό. Τόσο προσεκτικό που αν το έδειχνα σε οποιονδήποτε θα μπορούσε να μου πει πως έβλεπα πράγματα που δεν υπήρχαν. Μια ευχή για καλές διακοπές, μια αναφορά σε μια φωτογραφία μου, ένα «να περνάς όμορφα». Μέχρι εκεί. Κι όμως, οι γυναίκες καταλαβαίνουμε καμιά φορά περισσότερα από αυτά που γράφονται. Ίσως από τον τρόπο. Ίσως από τη στιγμή. Ίσως επειδή ξέρουμε πότε ένας άντρας ψάχνει απλώς έναν λόγο για να ανοίξει μια συζήτηση.
Το μήνυμα του νεότερου ήταν διαφορετικό. Δεν είχε λόγο να κρυφτεί πίσω από ευγένειες και παλιές γνωριμίες. Μου είχε γράψει καθαρά ότι του άρεσα, ότι είχε δει τις φωτογραφίες μου από το Ποσείδι και ότι θα ήθελε να με γνωρίσει. Δεκαέξι χρόνια. Αυτός ο αριθμός γύριζε συνέχεια στο μυαλό μου. Δεν με τρόμαζε ακριβώς· περισσότερο με έκανε να χαμογελώ. Σκεφτόμουν τι θα έλεγε η Βίκυ αν της το έλεγα και μπορούσα σχεδόν να ακούσω τη φωνή της. Θα μου έλεγε να σταματήσω να σκέφτομαι σαν να είμαι εκατό χρονών. Η Στεφανία πάλι, αυτές τις ημέρες, είχε τα δικά της. Ο Σάκης είχε αρχίσει πλέον να τη φλερτάρει φανερά και η Βίκυ, αντί να τη συγκρατεί, έκανε ακριβώς το αντίθετο. Την πείραζε, τη σκούνταγε κάτω από το τραπέζι όταν εκείνος πλησίαζε και μετά γελούσε με εκείνο το ύφος της που έλεγε ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να την παίρνουμε συνέχεια τόσο σοβαρά. Παρατηρώντας τη Στεφανία, είχα αρχίσει κι εγώ να αναρωτιέμαι μήπως τελικά μεγαλώνοντας δεν παύουμε να έχουμε ανάγκη από ένα βλέμμα ή μια όμορφη κουβέντα. Απλώς μαθαίνουμε να κάνουμε πως δεν τα χρειαζόμαστε.
Σήμερα το απόγευμα κάθισα πάλι στη βεράντα. Είχα κάνει μπάνιο, τα μαλλιά μου ήταν ακόμη νωπά και μπροστά μου είχα ένα ποτήρι παγωμένο λευκό κρασί. Πήρα το κινητό και άνοιξα πρώτα το μήνυμα του εργολάβου. Το διάβασα άλλη μία φορά. Το δάχτυλό μου πήγε στο πληκτρολόγιο, αλλά σταμάτησα. Εκεί υπήρχε κάτι που δεν ήθελα να αγγίξω. Όχι επειδή είχε συμβεί κάτι. Ακριβώς επειδή δεν είχε συμβεί ακόμη τίποτε και ήξερα ότι μερικές φορές τα όρια δεν τα περνάς με μια μεγάλη απόφαση. Τα περνάς με ένα αθώο «ευχαριστώ», μετά με μια δεύτερη κουβέντα, ύστερα με μια τρίτη, μέχρι που κάποια στιγμή κοιτάζεις πίσω και δεν θυμάσαι πότε ακριβώς άλλαξε η συζήτηση. Έκλεισα λοιπόν το μήνυμά του χωρίς να απαντήσω. Με τον άλλο όμως ήταν διαφορετικά. Δεν υπήρχε κοινό παρελθόν, οικογενειακές γνωριμίες ή τραπέζια στα οποία μπορεί κάποτε να ξαναβρισκόμασταν όλοι μαζί. Υπήρχε μόνο ένας άγνωστος άντρας, δεκαέξι χρόνια μικρότερός μου, που μου είχε πει ότι του άρεσα. Και ίσως γι’ αυτό ένιωθα περισσότερο ασφαλής. Επειδή ήταν άγνωστος.
Άνοιξα το δεύτερο μήνυμά του. Μου έγραφε πως ήλπιζε να μη με είχε φέρει σε δύσκολη θέση και ότι, αν δεν ήθελα να απαντήσω, θα το σεβόταν. Το διάβασα δύο φορές. Μετά ακούμπησα το κινητό στο τραπέζι και κοίταξα απέναντι τη θάλασσα. Θα μπορούσα να το αφήσω εκεί. Θα μπορούσα αύριο να γελάω με τη Βίκυ και τη Στεφανία και να τους λέω ότι ένας μικρότερος άντρας μου έστειλε μήνυμα και δεν του απάντησα ποτέ. Θα ήταν το ασφαλές. Το σωστό ίσως. Αλλά ξαφνικά αναρωτήθηκα γιατί μια απάντηση έπρεπε υποχρεωτικά να σημαίνει κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν. Γιατί έπρεπε κάθε μικρή κίνηση να κουβαλάει μαζί της ενοχές, υποσχέσεις και συνέπειες. Πήρα ξανά το κινητό και έγραψα: «Δεν με έφερες σε δύσκολη θέση. Απλώς με ξάφνιασες». Το διάβασα. Το έσβησα. Το ξανάγραψα ακριβώς ίδιο. Χαμογέλασα με τον εαυτό μου και, πριν προλάβω να το μετανιώσω για τρίτη φορά, πάτησα αποστολή.
Άφησα το κινητό ανάποδα πάνω στο τραπέζι και ήπια μια γουλιά κρασί. Για μερικά δευτερόλεπτα αισθάνθηκα σχεδόν ανόητη. Μια γυναίκα στην ηλικία μου να νιώθει έτσι επειδή απάντησε σε ένα μήνυμα στο Facebook. Ύστερα όμως χαμογέλασα. Δεν είχα δώσει ραντεβού. Δεν είχα υποσχεθεί τίποτε. Δεν είχα προδώσει κανέναν. Είχα γράψει έξι λέξεις σε έναν άνθρωπο που μου είχε πει ότι του άρεσα. Κι όμως, αυτές οι έξι λέξεις ήταν αρκετές για να κάνουν εκείνο το απόγευμα λίγο διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα. Το κινητό δονήθηκε πάνω στο τραπέζι. Δεν χρειάστηκε να το γυρίσω για να καταλάβω ποιος ήταν. Το κοίταξα για λίγα δευτερόλεπτα και γέλασα μόνη μου. Τελικά η Βίκυ είχε δίκιο σε κάτι που έλεγε συνέχεια αυτό το καλοκαίρι. Οι ιστορίες δεν αρχίζουν πάντα με κάτι σπουδαίο. Μερικές φορές αρχίζουν με μια εντελώς ασήμαντη απόφαση. Με ένα βλέμμα. Με ένα χαμόγελο. Ή με ένα μήνυμα που, αντί να το αφήσεις αναπάντητο, αποφασίζεις να απαντήσεις.

Share.

Comments are closed.