Πέμπτη 9 Ιουλίου
Σήμερα ξύπνησα λίγο αργότερα. Ο ήλιος είχε ήδη ανέβει αρκετά και το σπίτι ήταν γεμάτο εκείνο το ζεστό φως που περνά μέσα από τις κουρτίνες και σε κάνει να μη θέλεις να σηκωθείς από το κρεβάτι. Έφτιαξα καφέ και βγήκα ξυπόλητη στη βεράντα. Η θάλασσα ήταν σχεδόν ακίνητη. Μόνο λίγα γλαροπούλια έσπαγαν τη σιωπή και κάπου μακριά ακουγόταν μια μηχανή ψαρόβαρκας. Αναρωτήθηκα γιατί στην πόλη μετράμε συνέχεια τον χρόνο, ενώ εδώ μοιάζει να μην έχει καμία σημασία. Δεν με ένοιαζε τι ώρα ήταν. Δεν με ένοιαζε καν ποια μέρα της εβδομάδας είχαμε. Λίγη ώρα μετά εμφανίστηκε η Βίκυ, κρατώντας δύο ζεστές τυρόπιτες.
«Πρωινό πολυτελείας», είπε γελώντας.
Καθίσαμε στη βεράντα σχεδόν μία ώρα. Μιλήσαμε για τα πιο ασήμαντα πράγματα του κόσμου. Και, παραδόξως, αυτά ήταν τα πιο όμορφα. Αποφασίσαμε να κατεβούμε πάλι στην παραλία λίγο πριν το μεσημέρι. Αυτή τη φορά είχε περισσότερο κόσμο. Παιδιά έπαιζαν στην άμμο, παρέες γελούσαν δυνατά και από το beach bar ακουγόταν χαμηλά παλιά ελληνικά τραγούδια. Βάλαμε τις ξαπλώστρες μας σχεδόν στο ίδιο σημείο με χθες. Δεν ξέρω γιατί, αλλά χωρίς να το καταλάβω, κοίταξα απέναντι. Ήταν εκεί.
Οι δύο άντρες είχαν έρθει ξανά. Ο ένας διάβαζε βιβλίο κάτω από την ομπρέλα. Ο άλλος κοιτούσε τη θάλασσα, κρατώντας έναν καφέ στο χέρι. Η Βίκυ με σκούντησε διακριτικά.
«Δεν είμαι η μόνη που το πρόσεξε, έτσι;»
Χαμογέλασα.
«Μάλλον τους αρέσει το ίδιο σημείο με εμάς.»
«Ή μήπως τους αρέσει κάτι άλλο;»
Την αγνόησα, αλλά δεν μπόρεσα να κρύψω το χαμόγελό μου. Λίγη ώρα αργότερα σηκώθηκα να πάω μέχρι το νερό. Περπατούσα αργά στην ακροθαλασσιά, αφήνοντας το κύμα να βρέχει τα πόδια μου. Όταν γύρισα προς τις ξαπλώστρες, τον είδα να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Περάσαμε ο ένας δίπλα από τον άλλον. Για μια στιγμή οι ματιές μας συναντήθηκαν ξανά.
«Καλημέρα», είπε με ήρεμη φωνή.
«Καλημέρα», απάντησα σχεδόν αυθόρμητα.
Και συνεχίσαμε ο καθένας τον δρόμο του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Κι όμως… Όταν γύρισα στη θέση μου, η Βίκυ με περίμενε με εκείνο το βλέμμα που έχουν οι φίλες όταν καταλαβαίνουν περισσότερα απ’ όσα λες.
«Μην μου πεις…»
Γέλασα.
«Είπαμε μόνο μία καλημέρα».
Η Βίκυ ανασήκωσε τους ώμους.
«Όλες οι ιστορίες από κάπου αρχίζουν.»
Δεν της απάντησα. Έστρεψα το βλέμμα μου πάλι προς τη θάλασσα. Ίσως να είχε δίκιο.