Η περιπέτεια με την κουμπάρα

0

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ έχει συμβεί πριν από καμιά δεκαριά χρόνια. Με λένε Χ και τότε ήμουν γύρω στα 72-73 κιλά με 1.75 ύψος. Τότε, η κόρη μου ήταν περίπου 15 μηνών κι η γυναίκα μου πάλι έγκυος. Αν και με καύλωνε απίστευτα πολύ, δε μου καθότανε ούτε για πίπα. Είχα φρικάρει.

Εκείνη την περίοδο κάναμε παρέα με την κουμπάρα μου την Α και τον άντρα της τον Κ που είχανε κι αυτοί ένα αγοράκι 2μιση χρόνων. Η Α ήταν γύρω στο 1.62-1.65, με βυζάρες κι ελαφρά πιασίματα. Γενικά δεν την έλεγες και θεά αλλά δεν περνούσε κι απαρατήρητη όταν περιποιόταν τον εαυτό της, πράγμα όμως που γινόταν μια, το πολύ δύο, φορές το χρόνο.

Έτσι και τότε. Χριστούγεννα και είχαμε καλέσει δύο τρεις φίλους στο σπίτι μας να το γιορτάσουμε. Είχαν έρθει όλοι εκτός από την Α με τον Κ. Να σου και χτυπάει το κουδούνι κι ανοίγω την πόρτα αντικρίζοντας την Α με ένα στενό κιτρινόμαυρο φόρεμα και δίπλα της τον σχεδόν 1.90 αδύνατο και εμφανίσιμο Κ με κουστούμι. Εξεπλάγην καθώς δεν την είχα ξαναδεί τόσο εντυπωσιακή και όμορφη. Το κατάλαβε και με ρώτησε τι έπαθα.

Με την Α πάντα μιλούσαμε ανοικτά και πολλές φορές κάναμε και σχετική πλακίτσα του στυλ μωρή πάλι πήρες κιλάκια ή αν φεύγανε νωρίτερα πας για σεξάκι, μαύρους κύκλους βλέπω, άρα έφαγες καλά χθες βράδυ κλπ, αλλά ως εκεί και ποτέ δεν είχε δοθεί ποτέ συνέχεια ή υπόνοια για κάτι πέρα από πλάκα. Έτσι κι εκείνο το βράδυ, μόλις την είδα και την καλωσόρισα με σταυρωτά φιλιά της ψιθύρισα στ’ αφτί μουνάρα είσαι απόψε κουμπάρα! Περάσαμε στο εσωτερικό και φάγαμε, ήπιαμε και γελάσαμε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.

Μαζέψαμε το σπίτι αφού είχανε φύγει οι καλεσμένοι κι άνοιξα να χαζέψω τηλεόραση. Η γυναίκα μου κατάκοπη έπεσε για ύπνο. Μετά από κάνα τέταρτο, σκάει μήνυμα στο messenger. Ανοίγω το κινητό και βλέπω μήνυμα από την κουμπάρα.

– Κουμπάρε όλα καλά;

– Μια χαρά, εσείς; Καλά περάσατε;

– Πολύ καλά. Δεν κοιμάσαι;

– Χαζεύω tv.

– Μόνος;

– Ναι. Εσύ;

– Κι εγώ.

– Πως κι έτσι; Ο Κ;

– Άσε με ρε κουμπάρε, πάλι πήγε για ύπνο και με άφησε μόνη.

– Μόνη τέτοια γυναίκα; Χα, χα, χα…

– Λες ρε κουμπάρε;

– Στο είπα κι όταν ήρθατε.

– Το εννοούσες;

– Γιατί να μην το εννοώ; Ο Κ δεν το βλέπει;

– Πάνω από 4 μήνες έχουμε να το κάνουμε!

– 4 μήνες; Σοβαρά μιλάς; Μου κάνεις πλάκα! Και πώς την παλεύεις;

– Ποιος σου είπε ότι την παλεύω;

– Και τι κάνεις ρε Α;

– Τι να κάνω; Περιμένω ή… αυτό!

– Όπα! Όταν λες αυτό, εννοείς γκομενάκι ή… self service; Χα, χα, χα…

– Το δεύτερο!

Κάπως έτσι συνέχισε η συνομιλία και καταλήξαμε να λέμε διάφορες βλακείες με πολλά ερωτικά υπονοούμενα. Με αποκορύφωμα την απάντηση μου στην ερώτηση της για το πώς τα πάω με τη γυναίκα μου. Self service κι εγώ κουμπάρα, με βιντεάκια στο κινητό.

– Και τι βιντεάκια βλέπεις;… με ρώτησε.

– Διάφορα. Εσύ;

– Κι εγώ… διάφορα!

– Έχεις και βοηθήματα;… τη ρώτησα.

– Ε κάτι έχω.

– Όπα, όπα… για πες!

– Ένα μικρό δονητή.

– Κάνει καλή δουλειά;

– Μπα… μικρός.

Κάπου εδώ κόπηκε η συζήτησή μας γιατί ξύπνησε ο μικρός της. Την επόμενη νύχτα συνεχίσαμε και μάλιστα όλο και πιο ερωτικά μέχρι που τελικά μερικές μέρες αργότερα είχαν ξεφύγει οι συζητήσεις μας κι είχανε πάει σε πολύ πρόστυχο επίπεδο.

– Το μουνί μου στάζει. Θέλω ένα πούτσο να με σκίσει. Παίζω και γλύφω τις ρώγες μου.

– Βάλε δύο δάχτυλα στο μουνί σου. Παίξε τις ρώγες σου. Βάλε κι ένα δάχτυλο στον κώλο σου

– Μ… καύλα μου, εκεί τον θέλω.

– Ο πούτσος μου έχει γίνει πέτρα. Θέλω να σε σκίσω…

και άλλα τέτοια που μας καυλώνανε αφάνταστα. Με όλα αυτά είχε φτάσει πολύ μακριά το θέμα και το μόνο που έμενε ήταν να συναντηθούμε από κοντά. Έτσι κι έγινε. Κάνα δυο μέρες αργότερα πέρασα να την πάρω από το σπίτι της, δήθεν για να πάμε να πάρει το αμάξι της από το συνεργείο.

Μόλις μπήκε μέσα την αγκάλιασα και χωρίς να το καταλάβουμε βρεθήκαμε σε ένα παθιασμένο γλωσσόφιλο. Έβαλα μπροστά και φύγαμε για κάπου που να μη μας βλέπει κανείς. Να μην τα πολυλογώ, καταλήξαμε να πηδιόμαστε στο πίσω κάθισμα με απίστευτο πάθος αλλά εμφανώς στριμωγμένα, σε σημείο να μην το ευχαριστηθούμε. Δώσαμε εκ νέου ραντεβού για το βράδυ μέσω messenger. Εκεί χύσαμε κι οι δυο. Μου έστειλε μάλιστα και φώτο με το μικρό δονητή στην ξυρισμένη μουνάρα της και τη ρώγα της στο στόμα της. Έχυσα αμέσως!

– Θέλω να σε σκίσω πάλι, αλλά με άνεση, όχι στο αμάξι!

– Αύριο μπορείς;

Κλείσαμε ραντεβού σε ξενοδοχείο. Από το ασανσέρ άρχισε να με φιλάει και να τρίβεται πάνω μου. Μόλις μπήκαμε στο δωμάτιο, άνοιξε την καπαρντίνα της κι έπαθα σοκ. Φορούσε μαύρο κολάν με μαύρες γόβες και λευκό κολλητό πουκάμισο μέσα στο οποίο ασφυκτιούσαν οι βυζάρες της. Τις χούφτωσα αμέσως φιλώντας τη και βάζοντας απαιτητικά τη γλώσσα μου βαθιά μέσα στο στόμα της. Ξεκουμπώνοντας τα κουμπιά του πουκάμισου της βγήκε το πρώτο βαθύ βογκητό της.

– Είσαι μεγάλη καύλα κουμπάρα! Και ξέρεις τι λένε.

– Ο κουμπάρος την κουμπάρα… απάντησε.

Της έβγαλα το πουκάμισο και αναζήτησα τις ρώγες της. Ξεκούμπωσε κι έβγαλε μόνη της το σουτιέν απελευθερώνοντας τις απίστευτα στητές για το μέγεθός τους βυζάρες. Οι θηλές της τεράστιες κι οι ρώγες της πέτρα, ικανές να γεμίσει η καθεμία το στόμα μου. Έσκυψα και πήρα την αριστερή στο στόμα μου. Δάγκωνα, έγλειφα, πιπίλαγα. Κι όλο και φούσκωνε. Την έπιασα με το χέρι μου και την πλησίασα στο στόμα της. Οι γλώσσες μας μπλέχτηκαν πάνω στην τεράστια ρώγα. Το δεξί της χέρι έπαιζε με την άλλη.

Μου ξεκούμπωσε το πουκάμισο όσο προσπαθούσα να της αφαιρέσω το κολάν. Τελικά μείναμε μόνο με το μποξεράκι εγώ κι αυτή με το μαύρο δαντελωτό στρινγκάκι που μόλις και μετά βίας κάλυπτε τα τεράστια και πρησμένα μουνόχειλα της. Έσκυψε κι έπιασε τον πούτσο μου, κατέβασε το μποξεράκι μου και τον έβαλε ολόκληρο στο στόμα της. Ή πίπα της ήταν τόσο αισθησιακή που δεν άργησα να χύσω στο στόμα της. Κατάπιε σχεδόν όλη την ποσότητα του σπέρματος που έχυσα. Κάποιες σταγόνες που πέσανε στα βυζιά της, έσκυψε με τη γλώσσα της και τις πήρε κι αυτές.

Την ξάπλωσα ανάσκελα και της άνοιξα τα πόδια για να εμφανιστεί μπροστά μου ένα ζεύγος από παχιά μουνόχειλα και μια πρησμένη κλειτορίδα έτοιμα όλα για ατελείωτο γλείψιμο. Το στρινγκάκι της είχε σχεδόν χαθεί ανάμεσα στα χείλη του εντελώς άτριχου μουνιού της που γυάλιζε από τα υγρά που είχε βγάλει. Έβγαλα το μικρό ύφασμα κι έπεσα με τα μούτρα. Έγλειψα με μανία την κλειτορίδα της, έχωνα τη γλώσσα μου όσο πιο βαθιά μπορούσα στην ανοικτή μουνάρα της. Η καργιόλα, έπαιζε κι έγλειφε τις ρώγες της ενώ μούγκριζε όλο καύλα.

– Θα με γαμήσεις πουτσαρά μου;

– Χύσε πρώτα και μετά… και της έχωσα δύο δάκτυλα στο καυτό μουνί της.

– Θα σε χύσω κουμπάρε!

Κι αμέσως της έχωσα άλλο ένα δάκτυλο στο μουνί. Έτρεμε, ούρλιαζε, χτυπιόταν, έβριζε κι έχυνε ποτάμια. Συνέχισα να γλείφω την κλειτορίδα της. Έβγαλα τα δάκτυλα μου από το μουνί της και χωρίς προειδοποίηση έχωσα το μεσαίο, όπως ήταν υγρό, στην κωλοτρυπίδα της που είχε γίνει μούσκεμα από τα υγρά που τρέχανε από το μουνί της.

– Ναι… άρχισε να φωνάζει κι έχυνε ακόμα πιο δυνατά!

Σηκώθηκα μπροστά της κι έχωσα το καυλί μου στο ορθάνοιχτο και όλο υγρά μουνί της. Την πηδούσα με δύναμη και τσιμπούσα με δύναμη ποτέ την κλειτορίδα της, ποτέ τις ρώγες της.

Έπαιξε τις ρώγες μου κι έχυσα στο δευτερόλεπτο. Δε σταμάτησε να μου τις παίζει και πριν μου πέσει τον έβγαλα από το μουνί της και τον έχωσα στον κώλο της. Σιγά σιγά άρχισε να μαλακώνει αλλά η πουτάνα δεν με άφησε έτσι. Τον ήθελε σκληρό μέσα της. Μου χάιδευε τα αρχίδια, έγλειφε τις ρώγες μου, έπαιζε τις δικές της, μιλούσε πρόστυχα, ώσπου τα κατάφερε. Άρχισε να σκληραίνει μέσα της και να της ανοίγει την κωλάρα. Τα μάτια της είχαν γουρλώσει κι ο κώλος της άνοιγε καθώς μου σηκωνόταν και πάλι. Ξεκίνησα τις διεισδύσεις αργά κι ανέβαζα ρυθμό. Της τον έσκιζα και ούρλιαζε από καύλα. Είχε ξεφύγει όπως κι εγώ. Την πηδούσα κι αυτή έπαιζε το μουνί της. Δεν αργήσαμε να χύσουμε δυνατά και να φωνάζουμε σαν 18χρονα. Πρέπει να μας άκουσε όλο το ξενοδοχείο.

– Τι γαμήσι ήταν αυτό μωρό μου; Με άνοιξες για τα καλά καυλιάρη μου είπε την ώρα που έβγαινα από τον ανοιγμένο κώλο της.

Μπήκαμε για μπανάκι μαζί και ξαπλώσαμε να χαλαρώσουμε αγκαλιασμένοι. Τις επόμενες μέρες επαναλήφθηκε αυτή η φάση μερικές φορές, ώσπου τελικά χώρισε κι αρχίσαμε να πηδιόμαστε πιο συχνά στο σπίτι που νοίκιασε.

Share.

Comments are closed.