Charles ‘Lucky’ Luciano: Ο νούμερο 1 γκάνγκστερ ολων των εποχών (video)

0

Τσαρλς «Λάκι» Λουτσιάνο. Ο νούμερο ένα γκάνγκστερ όλων των εποχών. Έξυπνος, αδίστακτος και οραματιστής. O Λουτσιάνο μετέφερε  τη Μαφία, από τις εμπόλεμες συμμορίες του δρόμου σε μια εξαιρετικά εξελιγμένη αυτοκρατορία. Υπό τον Λουτσιάνο η μαφία έγινε μεγαλύτερη από την General Motors με ένα κύκλο εργασιών που ξεπερνούσε τα 40 εκατομμύρια δολάρια τον μήνα. Ο Λουτσιάνο έβαλε το «οργανωμένο» στο οργανωμένο έγκλημα και εφηύρε τη σύγχρονη Μαφία. Δεν υπάρχει καμία ερώτηση στο αν ο Λουτσιάνο εφηύρε τη σύγχρονη Μαφία. Το ερώτημα όμως παραμένει εως σήμερα. Γιατί κανείς δεν μπορούσε να τον σταματήσει;
Στις 10 Σεπτεμβρίου του 1931, τέσσερις εκτελεστές της Cosa Nostra βρίσκονται στο Grand Central  Station της Νέας Υόρκης. Ο στόχος τους είναι μία από τις πιο διάσημες προσωπικότητες  του οργανωμένου εγκλήματος το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, πρώτα στη Σικελία και έπειτα στην Αμερική, όπου έγινε ένα από τα πρώτα αφεντικά της Κόζα Νόστρα.Ο capo dei capi (“αφεντικό όλων των αφεντικών”) της Μαφίας της Νέας Υόρκης, Σαλβατορε Μαρανζανο. Αυτή η εκτέλεση ήταν το κρίσιμο σημείο στην ραγδαία άνοδο του μεγαλύτερου γκάνγκστερ στην Αμερικανική ιστορία.
Ο Λουτσιανο ξεκίνησε την καριέρα του ως ενας από τους κορυφαίους και πιστούς εκτελεστές του  Don Τζο Μασερία. Ο Μασερία ειναι το αφεντικό των δρόμων της Νέας Υόρκης, αλλά το 1925 ένα αλλο αφεντικό φτάνει στην πόλη της Νέας Υόρκης. Το όνομα του είναι Σαλβατορε Μαραντζάνο και κατάγεται από το Καστελαμάρε ντελ Γκόλφο της Σικελίας και είναι πρόθυμος να καταλάβει τον έλεγχο της αυτοκρατορίας του Μασερία. Oταν οι εντάσεις αυξήθηκαν μεταξύ των δύο ηγετών άρχισαν οι δολοφονίες, Οι δρόμοι της Νέας Υόρκης βάφτηκαν με αίμα. Ο υπόκοσμός το ονόμασε
“Ο Πόλεμος του Καστελαμάρεζε” και ήταν ένας αιματηρός αγώνας εξουσίας για τον έλεγχο της ιταλοαμερικανικής μαφίας στη Νέα Υόρκη. Διήρκησε από τον Φεβρουάριο του 1930 έως τον Απρίλιο του 1931. Αλλά για έναν συγκεκριμένο  άνδρα ολο αυτό το χάος ήταν η ευκαιρία που περίμενε. Ο Λουτσιάνο ήταν ανέκαθεν εναντίον του λουτρού αίματος διαφωνώντας για τις μάχες και τα σκοτωμένα κορμιά, που έκαναν κακό στις δουλειές. Παράλληλα τραβούσαν πολύ την προσοχή της αστυνομίας. Ο Λουτσιάνο περιφρονούσε τους παλιούς τρόπους του αφεντικού του Τζο Μασερία.
Ο Λουτσιάνο ήθελε να χτίσει γέφυρες με Εβραίους και Ιρλανδούς γκάνγκστερ. Πίστευε οτι τα δίκτυά τους ήταν απαραίτητα για την επιτυχία των διεθνών επιχειρήσεων της Μαφίας που οραματιζόταν ο ιδιος. Αλλά ο Masseria αντιτάχθηκε σθεναρά σε τυχόν μη ιταλικές συνεργασίες. Αλλωστε ο ιδιος δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου αγγλικά. Πλέον δεν μπορούσαν να επικοινωνησουν οι δύο τους και ο Λουτσιάνο το κατάλαβε αυτό. Ηταν δύο διαφορετικές γεννιές.
Στις αρχές του 1931, πέντε μήνες μετά από την αυτοανακήρυξή του σε Αρχινονό ο Λάκι Λουτσιάνο αποφάσισε να δολοφονήσει το αφεντικό του, Τζο Μασερία. Σε μια μυστική συμφωνία που εκανε με τον Μαραντζάνο, ο Λουτσιάνο συμφώνησε να οργανώσει το θάνατο του Μασερία σε αντάλλαγμα την παραλαβή εγκληματικών δραστηριοτήτων του Μασερία και να γίνει αυτός το  δεύτερο  αφεντικού και υπαρχηγός του Μαραντζάνο. Στις 15 Απριλίου, ο Λουτσιάνο προσκάλεσε τον Μασερία και δύο άλλους συνεργάτες του για να γευματίσουν στο εστιατόριο του Coney Island. Αφού τελείωσαν το γεύμα τους, οι γκάνγκστερς αποφάσισαν να παίξουν χαρτιά. Σε εκείνο το σημείο, σύμφωνα με τον θρύλο, ο Λουτσιάνο πήγε στο μπάνιο και τότε έκαναν την εμφάνιση τους τέσσερις ένοπλοι (Βίτο Τζενοβέζε, Άλμπερτ Αναστάζια, Τζο Άντονις και Μπάγκσυ Σίγκελ), όπου στη συνέχεια μπήκαν στην τραπεζαρία και πυροβόλησαν και σκότωσαν τον Τζο Μασερία. Με την ευλογία του Μαραντζάνο, ο Λουτσιάνο ανέλαβε την αρχηγία της συμμορίας του Μασερία και έγινε υπολοχαγός του Μαραντζάνο.
Με τον Μασερία να απομακρύνεται, ο Μαραντζάνο αναδιοργάνωσε τις ιταλικές αμερικανικές συμμορίες στη Νέα Υόρκη σε πέντε οικογένειες με επικεφαλής τους Λουτσιάνο, Προφάτσι, Γκαλιάνο, Μανγκάνο και την δικιά του. Κάθε οικογένεια θα απαρτιζόνταν από ένα αφεντικό, τον υπαρχηγό, τους λοχαγούς, τους στρατιώτες και τους συνεργάτες, και θα πρέπει να αποτελούνταν μόνο από αντρες ιταλο-Αμερικανούς, ενώ οι συνεργάτες θα μπορούσε να προέλθουν από οποιοδήποτε υπόβαθρο.
Ωστόσο, ο Μαραντζάνο κάλεσε μια συνάντηση των αφεντικών του εγκλήματος στο Wappingers Falls της Νέας Υόρκης και ανακήρυξε τον εαυτό του ως capo dei capi (“αφεντικό όλων των αφεντικών”). Ο Μαραντζάνο απέκτησε σημαντικές περιοχές ελέγχου επίσης από τις αντίπαλες οικογένειες υπέρ της δικιάς του. Ο Λουτσιάνο φάνηκε στην αρχή να δέχεται αυτές τις αλλαγές, αλλά απλώς προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο για να οργανωσει την δολοφονία του Μαραντζάνο. Ειχε εξοργιστει και απλώς ετοιμαζόταν να αντεπιτεθεί. Αν και ο Μαραντζάνο ήταν ελαφρώς πιο προνοητικός από τον Μασερία, ο Λουτσιάνο πιστεύε ότι ο Μαραντζάνο ήταν ακόμη πιο άπληστος και κρυμμένος από ό, τι ήταν ο Μασερία. Το σχέδιο του Μαραντζάνο, η αλαζονική του μεταχείριση των υφισταμένων του και η επιθυμία του να συγκρίνει την οργάνωσή του με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (προσπάθησε να μοντελοποιήσει την μαφία με την στρατιωτική διοίκηση του Καίσαρα) δεν διατηρησε καλές σχεσεις με τον Λουτσιάνο και τους φιλόδοξους φίλους του, όπως ο Βίτο Τζενοβέζε, ο Φρανκ Κοστέλο και άλλοι. Παρά την υπεράσπισή του για τις σύγχρονες μεθόδους οργάνωσης, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμάτων στρατιωτών που κάνουν το μεγαλύτερο μέρος της παράνομης δραστηριοτητας μιας οικογένειας υπό την επίβλεψη ενός υπαρχηγού, κατά βάθος ο Μαραντζάνο ήταν ένας «μουστάς Πιτ» (όρος που αναφέρεται ως μαφιόζος παλιάς σχολής). Ήταν αντίθετος στη συνεργασία του Λουτσιάνο με εβραίους γκάνγκστερ όπως ο Μέγερ Λάνσκι και ο Μπεντζάμιν “Μπάγκσυ” Σίγκελ. Ο Λουτσιάνο και οι συνάδελφοί του είχαν την πρόθεση να οργανώσουν τις συμμορίες τους πριν απαλλαγούν από τον Μαραντζάνο.
Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1931, ο Μαραντζάνο συνειδητοποίησε ότι ο Λουτσιάνο ήταν απειλή για την Μαφία και προσέλαβε τον Βίνσεντ “Mad Dog” Κολ, έναν Ιρλανδό γκάνγκστερ, για να τον σκοτώσει. Ωστόσο, ο Τόμι Λουτσέζε προειδοποίησε τον Λουτσιάνο. Στις 10 Σεπτεμβρίου, ο Μαραντζάνο διέταξε τον Λουτσιάνο και τον Τζενοβέζε να έρθουν στο γραφείο του στην 230 Park Avenue στο Μανχάταν. Ξέροντας ότι ο Μαραντζάνο σχεδίαζε να τους δολοφονήσει, ο Λουτσιάνο αποφάσισε να δράσει πρώτος. Έστειλε στο γραφείο του Μαραντζάνο τέσσερις Εβραίους γκάνγκστερ των οποίων τα πρόσωπα ήταν άγνωστα στους ανθρώπους του Μαραντζάνο. Ηταν η επιπλέον πινελιά να ειναι Εβραίοι, καθώς ο Λουτσιάνο ήξερε ότι ο Μαραντζάνο τους περιφρονούσε. Επικοινώνησε τότε τον παιδικό του φίλο, Meyer Lansky, για να κανονίσει το χτύπημα. Λέγεται ότι ο Λάνσκι στενός φίλος του Λπουτσιάνο νοίκιασε ένα απομακρυσμένο σπίτι στο Μπρονξ για τους τέσσερις δολοφόνους και προετοιμασε το χτύπημα. Ο Λάνσκι τους έμαθε πώς να μιλάνε, να περπατούν, και να ενεργούν σαν εφοριακοί. Μεταμφιεσμένοι ως κυβερνητικοί πράκτορες, δύο από τους γκάνγκστερ αφόπλισαν τους σωματοφύλακες του Μαραντζάνο. Οι άλλοι δύο, με τη βοήθεια του Λουτσέζε, μαχαίρωσαν το αφεντικό της μαφίας πολλές φορές πριν τον πυροβολήσουν. Αυτή η δολοφονία ήταν η πρώτη από αυτήν που αργότερα θα ονομαζόταν ως η «Νύχτα των Σικελικών Εσπερινών».
Επιτέλους, ο Λουτσιάνο θα πραγματοποιούσε το όραμά του να φτάσει σε όλη την Αμερική και οργανώνουν το οργανωμένο έγκλημα. Ένας από τους πρώτους ανθρώπους στράφηκε στο να ήταν κάποιος το ήξερε από τότε ήταν και τα δύο παιδιά του δρόμου. Ο Λουτσιάνο ξεκίνησε προσφέροντας προστασία σε αγόρια εβραϊκών σχολείων στόχος ιρλανδικών συμμοριών.
Η γνωριμία του Charles “Lucky” Luciano (Λάκι Λουτσιάνο) και του Meyer Lansky (Μέγιερ Λάνσκι) υπήρξε μία από τις πιο καθοριστικές συμμαχίες στην ιστορία του οργανωμένου εγκλήματος στις ΗΠΑ, μετατρέποντας τη μαφία σε μια “επιχείρηση” επαγγελματικών προδιαγραφών.Η Πρώτη Συνάντηση (Νέα Υόρκη, δεκαετία 1910): Η γνωριμία τους έγινε στους δρόμους του Lower East Side της Νέας Υόρκης, όταν ήταν ακόμα έφηβοι. Αν και ο Λουτσιάνο ήταν Σικελός και ο Λάνσκι Εβραίος, η κοινή τους ενασχόληση με το έγκλημα και η αλληλοεκτίμηση τους έφεραν κοντά.Το Περιστατικό με τον Λουτσιάνο: Σύμφωνα με τη μαφιόζικη μυθολογία, ο Λάκι Λουτσιάνο, ως νεαρός, είχε επιχειρήσει να εκβιάσει τον Λάνσκι για «προστασία». Ο Λάνσκι, γνωστός για την ψυχραιμία και την εξυπνάδα του, αρνήθηκε να πληρώσει και στάθηκε απέναντί του. Αυτή η στάση κέρδισε τον σεβασμό του Λουτσιάνο, μετατρέποντας μια πιθανή σύγκρουση σε μια ισόβια φιλία και συνεργασία.
Και τότε παρουσιάζεται το θεόσταλτο δώρο: η ποτοαπαγόρευση του 1919! Ο Λουκάνια µε την παρέα του, ανερχόµενους νεαρούς µαφιόζους δηλαδή σαν τον Μέγιερ Λάνσκι, τον «Μπάγκσι» Σίγκελ, τον Φρανκ Κοστέλο και τον Βίτο Τζενοβέζε, έπεσαν µε τα μούτρα στο λαθρεµπόριο ουίσκι και σύντομα ξεπήδησαν από την περιπέτεια ως απόλυτοι κυρίαρχοι στην παράνομη προμήθεια αλκοόλ σε ολόκληρη την Ανατολική Ακτή. Πλέον είναι όνομα στην πιάτσα, έχει αποδείξει την εγκληματική του αξία και μπορεί έτσι να ασχοληθεί με τον τζόγο, το άγιο δισκοπότηρο του οργανωμένου εγκλήματος.
Μπαίνει όμως και στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών, με την αστυνοµία να προσπαθεί να τον εµπλέξει σε σειρά ξυλοδαρµών και φονικών, αλλά οι υποθέσεις δεν φτάνουν τελικά ποτέ στο δικαστήριο. Η φήµη του ως σκληρού µεγαλώνει συνέχεια στη Νέα Υόρκη, καθώς τα αιμοβόρικα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών που ενορχηστρώνει κόβουν τα ήπατα των φιλήσυχων πολιτών αλλά και των αντίπαλων οικογενειών. Το 1929 είναι η σημαδιακή χρονιά που θα αποκτήσει το παρατσούκλι του «Τυχερός» αλλά και το καταχαρακωμένο του πρόσωπο. Όντας πια σχεδόν στην κορυφή της ισχυρότερης μαφιόζικης φαµίλιας της Νέας Υόρκης, µε «νονό» τον Μασερία, προσπαθεί να βγάλει από τη μέση το αφεντικό, αν και δεν υπολογίζει καλά: τα πρωτοπαλίκαρα του Μασερία τον κάνουν τόπι στο ξύλο και τον μαχαιρώνουν στο πρόσωπο περισσότερες από δέκα φορές, αν και εκείνος επέζησε τελικά µε μερικές ουλές και ένα ισοβίως «κρεµασµένο» µάτι.
Ο «Λάκι» πια Λουτσιάνο γλίτωσε όμως τον θάνατο και ήταν ώρα να αντεπιτεθεί: συμμαχεί μυστικά µε τον δεύτερο σε ισχύ «νονό» της πόλης, τον Σαλβατόρε Μαραντζάνο, και ο αιµατηρότατος τοπικός εµφύλιος «Πόλεµος των Καστελαµαρέζε» ξεκινά! Τελικά, έπειτα από δύο χρόνια ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, ο «διπλός πράκτορας» Λουτσιάνο µε τους μπράβους του εκτελούν τον Μασερία σε µια μοιραία συνάντηση τον Απρίλιο του 1931. Ο Λάκι ανέλαβε προσωπικά τη συμμορία του Μασερία, μία από τις πέντε μεγάλες μαφιόζικες οικογένειες της πόλης, και ήταν πια το Νο 2 της υπερσπείρας, πίσω μόνο από τον Μαρατζάνο. Βέβαια ο «αρχινονός» σύντομα τον είδε ως απειλή και έβαλε να τον βγάλουν από τη μέση, αν και υπολόγισε χωρίς τον πανταχού παρόντα Λάκι: ο Λουτσιάνο τον πρόλαβε και χτύπησε πρώτος, βγάζοντας από τη μέση τον πανίσχυρο κάπο τον Σεπτέμβριο του 1931: εκτελεστές του ντυµένοι σαν πράκτορες του FBI μπήκαν στο γραφείο του Μαραντζάνο και τον δολοφόνησαν χωρίς να συναντήσουν αντίσταση. Με τους παντοδύναμους εχθρούς του παρελθόν πια, ο Λουτσιάνο ήταν τώρα απερίσπαστος να αφιερωθεί στο όραμά του, τη βελτιστοποίηση δηλαδή του τρόπου που έκανε δουλειές η Μαφία. Πλέον έψαχνε να δημιουργήσει ένα πανεθνικό συνδικάτο εγκλήματος που θα διοικούταν από μια κοινής αποδοχής επιτροπή, η οποία θα κατέστειλε τις συγκρούσεις συμφερόντων, θα τακτοποιούσε τις λογής εκκρεμότητες και θα χάραζε τις κατευθυντήριες γραμμές των εγκληματικών επιχειρήσεων. Στο νέο δίκτυο δεν θα έπαιρναν μέρος μόνο οι Πέντε Οικογένειες της Νέας Υόρκης, αλλά και εκπρόσωποι των ισχυρότερων μαφιόζικων συνδικάτων των ΗΠΑ, όπως ο Αλ Καπόνε του Σικάγου. Λουτσιάνο σε Νέα Υόρκη και Καπόνε σε Σικάγο ήταν πια τα μεγάλα αφεντικά της αμερικανικής Κόζα Νόστρα!
Το νέο διοικητικό σώμα του οργανωμένου εγκλήματος, η φοβερή και τρομερή «Κομισιόν», πήγε τις εγκληματικές δραστηριότητες της Μαφίας σε νέα και πρωτόγνωρα επίπεδα, γιατί μπορεί εν τω μεταξύ το αλκοόλ να νοµιµοποιήθηκε και πάλι, η πορνεία, τα ναρκωτικά, η προστασία, η τοκογλυφία και ο τζόγος παρέµειναν ωστόσο γερά προσδεμένα στο άρμα της Μαφίας. Ο Λουτσιάνο ξεπήδησε αδιαφιλονίκητος βασιλιάς από τις αρχαιρεσίες. Κι έτσι στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Λάκι ζούσε βασιλικά: διέμενε στο υπερπολυτελές συγκρότημα Waldolf Towers της Νέας Υόρκης (με ψευδώνυμο Τσαρλς Ρος) και με το άφθονο παραδάκι του περνούσε άνετα για τον μεγαλοεπιχειρηματία που παρίστανε πως ήταν, κάτι που επιβεβαίωναν τα πανάκριβα κοστούμια του αλλά και ο σοφέρ που τον περίμενε νύχτα μέρα έξω από το κατώφλι του. Ήταν όμως και οραματιστής μαφιόζος και όλοι του το αναγνώριζαν αυτό! Επί των ημερών του, τα εθνικά κριτήρια στρατολόγησης στον υπόκοσμο κατέρρευσαν και η Μαφία έπαψε να είναι αποκλειστικά ιταλική υπόθεση. Ταυτόχρονα, ο Λουτσιάνο άρχισε να χρησιµοποιεί τον απίστευτο πλούτο του για να αγοράζει πολιτική επιρροή, να διεισδύει στα εργατικά συνδικάτα (διεφθαρμένοι λιµενεργάτες, φορτηγατζήδες, αχθοφόροι κ.ά. ήταν πια δικοί του), αλλά και για να κρατά μακριά του την τσιμπίδα του νόμου. Χαρακτηριστικό εδώ είναι πως καθ’ όλη τη δεκαετία του 1930 το νεοσυσταθέν FBI του Χούβερ δεν τόλμησε να ασχοληθεί καθόλου µε τη Μαφία, προτιµώντας να καταδιώκει και να δολοφονεί μεµονωµένους ληστές τραπεζών, όπως ο διαβόητος Ντίλινγκερ και το ζεύγος Μπόνι και Κλάιντ. Όλα τα καλά πράγματα έχουν όμως ένα τέλος και στην ιστορία μας το τέλος θα άκουγε στο όνομα Thomas E. Dewey, ο γενικός εισαγγελέας που του ανατέθηκε δηλαδή το 1935 να ξεψαχνίσει τα έργα και τις ημέρες της Μαφίας: ούτε η παναµερικανική πλέον φήµη του ούτε και το τείχος προστασίας που είχε χτίσει γύρω του η πρωτόγνωρη πολιτική ασυλία που απολάμβανε θα μπορούσαν να τον σώσουν…

Η περίοδος της φυλακής

Κι έτσι η τύχη του Λουτσιάνο εξαντλήθηκε το 1936, όταν αυτός και άλλα οχτώ μέλη του εγκληματικού του συνδικάτου σύρθηκαν στις δικαστικές αίθουσες τον Μάιο με κατηγορίες για εκβιασμό και σύσταση κυκλώματος πορνείας. Η ετυμηγορία έπεσε τον Ιούνιο σαν καταπέλτης, καθώς καταδικάστηκε σε 30-50 χρόνια κάθειρξης! Με τον Καπόνε φυλακή για φοροδιαφυγή και τον βασιλιά της Μαφίας πίσω από τα κάγκελα πλέον ως κοινό μαστροπό, η αμερικανική κυβέρνηση πίστεψε προς στιγμή πως είχε γονατίσει την Κόζα Νόστρα, αν και μόνο έτσι δεν ήταν τα πράγματα. Παρά το γεγονός ότι ο Λουτσιάνο στάλθηκε εκδικητικά στις διαβόητες φυλακές Κλίντον της Νέας Υόρκης, που οι τρόφιμοι αποκαλούσαν «Μικρή Σιβηρία» για την απομονωμένη και πάντα χιονισμένη θέση τους κοντά στα καναδικά σύνορα, και παρά το γεγονός ότι του αρνήθηκαν την εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσής του στο εφετείο, ο Λουτσιάνο κατάφερε να διατηρήσει τα σκήπτρα της εγκληματικής αυτοκρατορίας του, την οποία διοικούσε πια μέσα από το κελί του.
Την ίδια εποχή έκανε και το μόνο αξιέπαινο ίσως έργο της ζωής του, να συνδράμει δηλαδή τους Συμμάχους κατά την πολεμική τους εμπλοκή στα χαρακώματα του Β’ Παγκοσμίου. Δεν το έκανε φυσικά από την καλή του την καρδιά, αλλά για να τύχει καλύτερης μεταχείρισης από τις Αρχές. Ο έγκλειστος «νονός», ο οποίος έλεγχε πια ολοκληρωτικά µέσω των δικών του διεφθαρµένων εργατικών ενώσεων τα λιµάνια και τα εργοστάσια των ΗΠΑ, πρότεινε στην κυβέρνηση τη συνεργασία της Μαφίας κόντρα στους ναζιστές σαμποτέρ. Όλοι γνώριζαν για τη μακρά σειρά από τουλάχιστον περίεργα περιστατικά σε μεγάλα λιµάνια της χώρας, όπως οι τόσοι εμπρησμοί φορτίων αλλά και η ξαφνική βύθιση του πλοίου «Νορµανδία» στο λιµάνι της Νέας Υόρκης, κάτι που έπεισε τελικά το 1942 την κυβέρνηση Ρούσβελτ να συνεργαστεί µε τη Μαφία και τον αρχηγό της, ενεργοποιώντας προφανώς το ρητό ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
Κι όμως, υπό την προστασία του Λουτσιάνο τα σαµποτάζ σταµάτησαν! Ταυτοχρόνως, ενεργοποιήθηκε η «Επιχείρηση Υπόκοσµος», κατά την οποία οι Ηνωµένες Πολιτείες χρησιµοποίησαν τις διασυνδέσεις των αµερικανών μαφιόζων στη γενέτειρά τους τη Σικελία ώστε να προετοιµάσουν καλύτερα την απόβαση του Πάτον το 1943 στην ιταλική χερσόνησο! Οι σιτσιλιάνοι µαφιόζοι αποδείχτηκαν κάτι παραπάνω από πρόθυµοι να συνεργαστούν με τους Συμμάχους καθώς μισούσαν σφόδρα τον Μουσολίνι, το φασιστικό καθεστώς του οποίου είχε ξεκάνει στη δεκαετία του 1930 πάμπολλες παραδοσιακές μαφιόζικες φαµίλιες του νησιού. Κι έτσι η αγγλοαµερικανική εισβολή στη Σικελία έγινε σχεδόν αναίµακτα, σε αντίθεση µε τις αποβάσεις στην κυρίως Ιταλία που βάφτηκαν µε αίµα! Οι μαφιόζοι όχι μόνο οργάνωσαν τη συμμαχική απόβαση αλλά και ξεπάστρεψαν τους ελεύθερους σκοπευτές που είχαν ακροβολιστεί στην επικράτεια περιμένοντας τα αμερικανικά στρατεύματα. Ήταν σαν η παγκόσμια ιστορία να κλείνει το μάτι στον «αρχινονό», καθώς από την κυβερνητική αυτή συνεργασία φάνηκε να ξεπλένονται όλα τα ζοφερά κρίματά του…

Τελευταία δράση

Ο Λουτσιάνο μεταφέρθηκε ως αντάλλαγμα από τη «Μικρή Σιβηρία» σε σωφρονιστικό κατάστημα-«παιδότοπο» και το 1946 η αίτηση για αποφυλάκισή του έγινε αμέσως δεκτή. Η πολιτειακή αμνηστία από την ανίερη συμμαχία (κατά πολλούς) κυβέρνησης και Μαφίας συνοδεύτηκε ωστόσο από εντολή για άμεση απέλαση του Λουτσιάνο από τα εδάφη των ΗΠΑ. Οι προϋποθέσεις για την αποφυλάκισή του ήταν να μην εμπλακεί ποτέ ξανά σε εγκληματικές οργανώσεις και να μην αποκαλύψει τη συνεργασία του με την κυβέρνηση Ρούσβελτ. Ο Λουτσιάνο δεν θα τηρούσε φυσικά την υπόσχεσή του: αφού επέστρεψε για σύντομο χρονικό διάστημα στα πάτρια εδάφη, όπου έτυχε υποδοχής ήρωα, κατέφυγε τελικά στην Κούβα επιστρέφοντας στις παλιές του «δουλειές». Εκεί τον επισκέπτονταν συχνά οι παντοτινοί του σύντροφοι Μέγιερ Λάνσκι και «Μπάγκσι» Σίγκελ για να παίρνουν τόσο τις ευλογίες του όσο και τις εντολές του. Ως αποτέλεσμα της ανοιχτής πια δράσης του, η κουβανική κυβέρνηση τον έστειλε πακέτο στην Ιταλία το 1947, όπου και παρακολουθούνταν πια νυχθημερόν και εξίσου ανοιχτά.
Πλέον του απαγορευόταν να εγκαταλείψει τη Νάπολη, όχι ότι αυτό βέβαια περιόρισε τη δύναμή του. Η εξουσία του ως «αρχινονού» της αμερικανικής Μαφίας δεν απειλήθηκε ποτέ και ο ίδιος έστησε πια ένα νέο και παγκόσμιο αυτή τη φορά εγκληματικό δίκτυο με υπερατλαντικές σχέσεις. Αφού έφερε κοντά τη σιτσιλιάνικη με την κορσικανική Μαφία, ο πάντα ασίγαστος Λουτσιάνο έστησε τώρα ένα τεράστιο διεθνές δίκτυο εµπορίας ηρωίνης που διοχέτευσε πρωτοφανείς ποσότητες του ναρκωτικού στις Ηνωµένες Πολιτείες, την Ευρώπη και τις ασιατικές αγορές. Και κάτι ακόμα: μέσα στο νέο περιβάλλον του Ψυχρού Πολέµου, η Κόζα Νόστρα συνέχισε να συνεργάζεται υπογείως µε τις μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών. Πολλοί σικελοί και ιταλοί μαφιόζοι ήταν εξάλλου φανατικοί αντικοµµουνιστές και φάνηκαν ιδιαίτερα χρήσιµοι στη διάβρωση των αριστερών οµάδων αντίστασης και των εργατικών συνδικάτων στην Ιταλία. Η σχέση του Λουτσιάνο µε τον βασικό του συνεργάτη Μέγιερ Λάνσκι ψυχράθηκε ωστόσο προοδευτικά, καθώς ο Λάκι πίστευε ότι ο παιδικός του φίλος τον έκλεβε στα εγκληματικά μερίδια. Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο μεγάλος πόθος του Λουτσιάνο να επιστρέψει στην Αµερική και να ανακτήσει πλήρως τον έλεγχο της Μαφίας δεν θα ευοδωνόταν ποτέ: στις 26 Ιανουαρίου 1962, ο 65χρονος πια Λουτσιάνο, ο μεγάλος αναµορφωτής της Μαφίας, υπέστη καρδιακή προσβολή στο αεροδρόµιο της Νάπολης (όπου θα συναντούσε μεγαλοπαραγωγό του Χόλιγουντ για τα κινηματογραφικά δικαιώματα του βίου του!) και επέστρεψε τελικά στην πολυαγαπηµένη του Νέα Υόρκη μόνο μέσα στο φέρετρο.
Οσο για την εγκληματική του κληρονομιά, αυτή συνεχίζει να υφίσταται, καθώς η μαφιόζικη αυτοκρατορία του συνεχίστηκε από τον Βίτο Τζενοβέζε και είναι πλέον γνωστή ως η μαφιόζικη φαμίλια των Τζενοβέζε. Για πολλούς ιστορικούς, ο Λουτσιάνο ήταν ο αδιαφιλονίκητος «πατέρας» του οργανωμένου εγκλήματος…

Με πληροφορίες από το www.newsbeast.gr/

Share.

Comments are closed.