10 Σεπτεμβρίου
Το επόμενο πρωί ξύπνησα με την αίσθηση ότι είχα κάνει κάτι που δεν έπρεπε. Το παράξενο ήταν ότι δεν είχα κάνει τίποτε. Είχα πιει έναν καφέ. Είχα μιλήσει με έναν άντρα. Είχα γελάσει. Είχα επιστρέψει στο σπίτι. Αν κάποιος μου ζητούσε να περιγράψω τα γεγονότα, αυτά ήταν όλα. Μόνο που τα γεγονότα έχουν αυτή την ενοχλητική συνήθεια να μη λένε πάντα την αλήθεια. Έμεινα για λίγο ξαπλωμένη κοιτάζοντας το ταβάνι. Το κινητό βρισκόταν πάνω στο κομοδίνο. Δεν χρειαζόταν να το ανοίξω. Ήξερα τι υπήρχε μέσα. Το μήνυμά του.
«Χάρηκα πολύ που σε γνώρισα.»
Δεν του είχα απαντήσει. Αυτό, τουλάχιστον, μου έδινε την ψευδαίσθηση ότι εξακολουθούσα να έχω τον έλεγχο. Σηκώθηκα, φόρεσα ένα σορτσάκι και βγήκα στη βεράντα. Η Βίκυ ήταν ήδη εκεί με καφέ και τσιγάρο. Με κοίταξε.
«Καλημέρα.»
«Καλημέρα.»
Ξανακοίταξε μπροστά της. Πέρασαν περίπου δέκα δευτερόλεπτα.
«Λοιπόν;»
Άνοιξα το ψυγείο.
«Τι λοιπόν;»
«Νίκη, σε ξέρω χρόνια. Μη με αναγκάζεις να κάνω ερωτήσεις που προσβάλλουν τη νοημοσύνη και των δυο μας.»
Έβγαλα το γάλα και έκλεισα την πόρτα λίγο πιο δυνατά απ’ όσο χρειαζόταν.
«Πήγα για έναν καφέ.»
Η Βίκυ γύρισε αργά προς το μέρος μου.
«Α.»
Αυτό το «α» με εκνεύρισε περισσότερο από ολόκληρη πρόταση.
«Τι α;»
«Τίποτε. Για εναν καφέ πήγες.»
«Ακριβώς.»
«Με ποιον;»
Δεν απάντησα. Χαμογέλασε.
«Μάλιστα.»
«Τι μάλιστα;»
«Τίποτε.»
«Βίκυ, αν συνεχίσεις να λες τίποτε με αυτόν τον τρόπο, θα σε πετάξω από τη βεράντα.»
Γέλασε.
«Είναι αυτός από το Facebook;»
Την κοίταξα.
«Πώς το κατάλαβες;»
«Επειδή αν είχες πάει για καφέ με τη θεία σου, δεν θα είχες βάλει εκείνο το φόρεμα.»
«Ήταν ένα απλό φόρεμα.»
«Βεβαίως.»
Έφτιαξα τον καφέ μου και κάθισα απέναντί της.
«Δεν έγινε τίποτε.»
Η Βίκυ δεν γέλασε αυτή τη φορά.
«Δεν σε ρώτησα αν έγινε τίποτε.»
Αυτό με σταμάτησε. Πήρα το φλιτζάνι στα χέρια μου.
«Τότε γιατί με κοιτάς έτσι;»
«Γιατί εσύ θέλεις να μου πεις ότι δεν έγινε τίποτε.»
Δεν μου άρεσε καθόλου όταν είχε δίκιο.
«Ήπιαμε έναν καφέ. Αυτό.»
«Σου άρεσε;»
Η ερώτηση ήταν απλή. Η απάντηση όχι. Κοίταξα προς τη θάλασσα.
«Είναι δεκαέξι χρόνια μικρότερός μου.»
«Δεν σε ρώτησα πόσο χρονών είναι.»
Γύρισα και την κοίταξα.
«Σου άρεσε;» ξαναρώτησε.
Άφησα τον καφέ στο τραπέζι.
«Ναι.»
Ήταν η πρώτη φορά που το έλεγα δυνατά. Και ίσως γι’ αυτό ακούστηκε χειρότερο ή καλύτερο. Δεν ήξερα. Η Βίκυ έσβησε το τσιγάρο της.
«Ωραία.»
«Τι ωραία; Είμαι παντρεμένη.»
«Το ξέρω.»
«Και είναι δεκαέξι χρόνια μικρότερός μου.»
«Αυτό επίσης το έχουμε εμπεδώσει.»
«Και έχω και ενα γυιο».
«Νίκη.»
«Τι;»
«Σου είπα να πας να κοιμηθείς μαζί του;»
«Όχι.»
«Τότε σταμάτα να απολογείσαι λες και γύρισες από ξενοδοχείο ημιδιαμονής. Έναν καφέ ήπιες.»
Χαμογέλασα παρά τη θέλησή μου.
«Είσαι απαράδεκτη.»
«Αλλά έχω δίκιο.»
Δεν της απάντησα. Το κινητό μου ήταν πάνω στο τραπέζι. Η Βίκυ το κοίταξε. Μετά κοίταξε εμένα.
«Σου έστειλε;»
«Χθες.»
«Και;»
«Δεν απάντησα.»
«Γιατί;»
«Γιατί δεν ήξερα τι να γράψω.»
«Το “κι εγώ” έχει έξι γράμματα.»
«Επτά.»
Με κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο.
«Είσαι άρρωστη.»
Γέλασα. Ήταν η πρώτη φορά εκείνο το πρωί που χαλάρωσα πραγματικά. Μέχρι που άναψε η οθόνη του κινητού. Και οι δυο κοιτάξαμε προς τα εκεί.
«Αν είναι ο άντρας σου, θα γελάσω πολύ», είπε η Βίκυ.
Της έριξα ένα βλέμμα και πήρα το κινητό. Δεν ήταν ο άντρας μου. Ήταν εκείνος.
«Καλημέρα. Υπόσχομαι ότι αυτό δεν είναι πίεση. Απλώς ήθελα να σου πω καλημέρα.»
Το διάβασα δύο φορές. Μετά άλλη μία.
«Αυτός;» ρώτησε η Βίκυ.
Έγνεψα.
«Τι λέει;»
Της έδειξα το μήνυμα. Το διάβασε και μου επέστρεψε το κινητό.
«Έξυπνος.»
«Γιατί;»
«Γιατί σου λέει ότι δεν σε πιέζει και ταυτόχρονα σε κάνει να θέλεις να του απαντήσεις.»
«Δεν θέλω.»
Η Βίκυ πήρε τον καφέ της.
«Φυσικά.»
Την αγνόησα. Άφησα το κινητό στο τραπέζι. Άντεξα σαράντα δευτερόλεπτα.
«Καλημέρα. Και δεν πιέστηκα.»
Το έστειλα. Η Βίκυ δεν είπε τίποτε. Απλώς χαμογέλασε.
«Μη.»
«Δεν μίλησα.»
«Χαμογελάς.»
«Δεν απαγορεύεται ακόμη.»
Το υπόλοιπο πρωινό κύλησε όπως όλες οι μέρες στο Ποσείδι. Θάλασσα, καφές, άμμος που κολλούσε παντού, η Στεφανία να παρακολουθεί τον Σάκη χωρίς φυσικά να ενδιαφέρεται καθόλου για τον Σάκη και η Βίκυ να με κοιτάζει κάθε φορά που έπιανα το κινητό. Εκείνος δεν ξαναέστειλε. Στις δώδεκα τίποτε. Στη μία τίποτε. Στις δύο τίποτε. Και κάπου ανάμεσα στις δύο και στις τρεις έπιασα τον εαυτό μου να ενοχλείται. Αυτό ήταν χειρότερο απ’ όλα. Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή μπορούσα να ισχυρίζομαι ότι εκείνος με κυνηγούσε κι εγώ απλώς απαντούσα. Τώρα δεν με κυνηγούσε. Κι εγώ περίμενα. Στις έξι το απόγευμα μπήκα για ντους. Όταν βγήκα, τύλιξα την πετσέτα γύρω μου και πήρα το κινητό. Υπήρχε μήνυμα.
«Θα περπατήσω λίγο αργότερα στην παραλία. Αν θέλεις να περπατήσεις κι εσύ, θα χαρώ να σε δω.»
Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Δεν έγραφε «θέλεις να βγούμε;». Δεν έγραφε «να σε δω;». Δεν έγραφε «μου έλειψες». Μια βόλτα. Μπορούσα να πω όχι. Έπρεπε ίσως να πω όχι. Σηκώθηκα και στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Τα μαλλιά μου ήταν ακόμη βρεγμένα. Δεν φορούσα μακιγιάζ. Η πετσέτα ήταν δεμένη γύρω από το σώμα μου. Για μερικά δευτερόλεπτα κοίταξα τη γυναίκα απέναντί μου. Χθες είχε βάλει κραγιόν για έναν καφέ. Σήμερα περίμενε όλη μέρα ένα μήνυμα που υποτίθεται ότι δεν περίμενε. Πήρα το κινητό.
«Τι ώρα;»
Η απάντηση ήρθε αμέσως.
«Οκτώ;»
Κοίταξα την ώρα. Είχα μιάμιση ώρα.
«Οκτώ.»
Άφησα το κινητό πάνω στο κρεβάτι. Και τότε συνέβη κάτι που με τρόμαξε περισσότερο από τον καφέ, περισσότερο από το χέρι του στην πλάτη μου, περισσότερο ακόμη και από το γεγονός ότι θα τον ξανάβλεπα. Άνοιξα τη βαλίτσα. Και αυτή τη φορά δεν αναρωτήθηκα αν έπρεπε να είμαι όμορφη. Αναρωτήθηκα τι να φορέσω για να του αρέσω. Εκεί κατάλαβα ότι ο πρώτος καφές δεν ήταν το πρόβλημα.
Το δεύτερο ραντεβού ήταν.