«Υπάρχουν γυναίκες που δεν αναζητούν έναν άλλο άντρα. Αναζητούν τη γυναίκα που κάποτε υπήρξε».
Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου
Κάποτε πίστευα πως η ευτυχία ήταν ένας προορισμός. Πως αν κάποιος αποκτούσε ένα όμορφο σπίτι, έναν άνθρωπο που τον αγαπούσε, ένα παιδί που μεγάλωσε σωστά και μια ζωή χωρίς μεγάλες στερήσεις, τότε θα έφτανε κάποια στιγμή σε εκείνο το ήσυχο λιμάνι όπου δεν θα του έλειπε τίποτα. Σήμερα, στα πενήντα τρία μου χρόνια, ξέρω πως η ευτυχία μοιάζει περισσότερο με έναν επισκέπτη. Έρχεται αθόρυβα, κάθεται λίγο δίπλα σου και φεύγει πριν προλάβεις να τον κρατήσεις. Το σπίτι μας βρίσκεται στο Πανόραμα, σε έναν λόφο που βλέπει ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη. Τα βράδια, όταν ανάβουν τα φώτα της πόλης, η θέα μοιάζει με ουρανό γεμάτο αστέρια που κάποιος ξέχασε πάνω στη γη. Ο Γιώργος λέει συχνά πως αυτό ήταν το καλύτερο οικόπεδο που αγόρασε ποτέ. Ίσως να έχει δίκιο. Άλλωστε, όλη του τη ζωή την πέρασε χτίζοντας πολυκατοικίες, ξενοδοχεία και μεγάλα κτίρια. Ένας από τους πιο γνωστούς εργολάβους της Βόρειας Ελλάδας, άνθρωπος εργατικός, σοβαρός και αξιοπρεπής. Παντρεμένοι είμαστε είκοσι πέντε χρόνια. Αν με ρωτούσε κάποιος αν τον αγαπώ, θα του απαντούσα χωρίς δεύτερη σκέψη πως ναι. Και όμως, η αγάπη δεν είναι πάντα αρκετή για να γεμίσει όλες τις σιωπές. Κάθε πρωί ξυπνώ πριν από εκείνον. Είναι μια μικρή πολυτέλεια που δεν την αλλάζω με τίποτα. Φοράω το λευκό λινό μου πουκάμισο, φτιάχνω έναν δυνατό καφέ και βγαίνω στη μεγάλη βεράντα. Εκεί με περιμένει ο μικρός μου κόσμος. Οι ορτανσίες που αλλάζουν χρώμα ανάλογα με την εποχή. Οι τριανταφυλλιές που φύτεψα πριν από δεκαπέντε χρόνια. Τα γιασεμιά που κάθε Ιούνιο μοσχοβολούν ολόκληρη την αυλή. Κάποιοι άνθρωποι έχουν ανάγκη τη θάλασσα. Εγώ έχω ανάγκη τα λουλούδια. Δεν τα φροντίζω επειδή είναι όμορφα. Τα φροντίζω γιατί μου θυμίζουν ότι όλα χρειάζονται χρόνο. Νερό. Υπομονή. Και λίγη αγάπη. Ίσως το ίδιο να ισχύει και για τους ανθρώπους. Απέναντί μου βρίσκεται πάντα ένα βιβλίο. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισα να διαβάζω τόσο πολύ. Κάποτε ήταν ένα χόμπι. Σήμερα είναι μια ανάγκη. Μέσα στις σελίδες των βιβλίων γνώρισα ανθρώπους που δεν υπήρξαν ποτέ και όμως ένιωσα πως τους αγάπησα περισσότερο από κάποιους που συνάντησα στην πραγματική ζωή. Ο Γιώργος συχνά γελάει μαζί μου.
«Θα μπορούσες να ανοίξεις βιβλιοθήκη» μου λέει.
Ίσως να μπορούσα. Η αλήθεια είναι πως η βιβλιοθήκη του σπιτιού είναι το αγαπημένο μου δωμάτιο. Εκεί υπάρχουν όλες οι ζωές που δεν έζησα ποτέ. Όταν δεν διαβάζω, αφιερώνω αρκετό χρόνο σε ένα ίδρυμα που στηρίζει παιδιά και ηλικιωμένους. Δεν μου άρεσε ποτέ να μιλώ για τη φιλανθρωπία. Πιστεύω πως ό,τι γίνεται για να το μάθουν οι άλλοι, χάνει κάτι από την αξία του. Έτσι προτιμώ να προσφέρω αθόρυβα. Χωρίς φωτογραφίες. Χωρίς εκδηλώσεις. Χωρίς χειροκροτήματα. Ο γιος μας έχει πλέον τη δική του ζωή. Σπάνια περνάει από το σπίτι χωρίς να τηλεφωνήσει πρώτα. Έτσι είναι φυσικό. Τα παιδιά μεγαλώνουν για να φύγουν. Οι γονείς, όμως, δεν προετοιμάζονται ποτέ πραγματικά για εκείνη τη σιωπή που αφήνει πίσω της η άδεια παιδική κρεβατοκάμαρα. Το μεσημέρι ο Γιώργος έφυγε για το εργοτάξιο. Πριν κλείσει την πόρτα, γύρισε, με φίλησε απαλά στο μέτωπο και μου είπε πως ίσως αργήσει. Του χαμογέλασα.
«Να προσέχεις» του είπα.
Ήταν μια από εκείνες τις μικρές φράσεις που λέγονται σχεδόν μηχανικά ύστερα από τόσα χρόνια κοινής ζωής. Έμεινα μόνη. Το σπίτι ήταν τόσο ήσυχο, που μπορούσα να ακούσω το νερό από το μικρό συντριβάνι του κήπου. Πήρα το φλιτζάνι του καφέ μου και ανέβηκα στο γραφείο. Στο τελευταίο συρτάρι της βιβλιοθήκης, πίσω από δύο παλιούς τόμους του Καζαντζάκη, υπήρχε ένα μπλε δερμάτινο ημερολόγιο. Το έβγαλα προσεκτικά. Το άνοιξα. Χάιδεψα για λίγο τη λευκή σελίδα με τις άκρες των δαχτύλων μου, σαν να φοβόμουν μήπως οι λέξεις που θα έγραφα άλλαζαν κάτι μέσα μου. Υστερα πήρα την πένα. Και έγραψα μόνο μία πρόταση.
«Αν κάποιος με ρωτούσε σήμερα αν είμαι ευτυχισμένη, θα απαντούσα “ναι”. Αν όμως με ρωτούσε πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσα πραγματικά ζωντανή… δεν ξέρω αν θα μπορούσα να του απαντήσω».
«Το Μπλε Ημερολόγιο μιας Παντρεμένης» είναι μια νουβέλα σε συνέχειες που παρακολουθεί τη ζωή μιας γυναίκας η οποία, έχοντας φαινομενικά τα πάντα, αρχίζει να αναζητά ξανά τον εαυτό της. Κάθε δημοσίευση αποτελεί μία ακόμη σελίδα από το προσωπικό της ημερολόγιο.