8 Αυγούστου
Δεν ξέρω αν φταίει το καλοκαίρι, η θάλασσα ή εκείνη η παράξενη αίσθηση ελευθερίας που σου δημιουργεί το Ποσείδι, αλλά τις τελευταίες ημέρες έχω αρχίσει να παρατηρώ πράγματα που παλαιότερα θα περνούσαν εντελώς απαρατήρητα. Ίσως μεγαλώνοντας να αλλάζει ο τρόπος που βλέπουμε τους ανθρώπους. Ίσως πάλι να αλλάζουν οι ίδιοι οι άνθρωποι. Το μόνο που ξέρω είναι πως, όταν γύρισα σήμερα από την παραλία, έφτιαξα ένα ποτήρι παγωμένο λευκό κρασί, κάθισα μόνη στη βεράντα και άνοιξα το τάμπλετ μου χωρίς να περιμένω τίποτα διαφορετικό από τις συνηθισμένες φωτογραφίες φίλων, ειδήσεις και αστεία βίντεο. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι δύο μηνύματα στο facebook θα κατάφερναν να με βάλουν σε τόσες σκέψεις. Πρώτα εμφανίστηκε ένα μήνυμα από έναν νεαρό που μου είχε στείλει αίτημα φιλίας πριν από λίγες ημέρες. Ο Δημήτρης. Από τη φωτογραφία του φαινόταν τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια μικρότερός μου. Στην αρχή σχεδόν γέλασα. «Τι να θέλει άραγε από μένα;» σκέφτηκα. Άνοιξα το μήνυμα περισσότερο από περιέργεια παρά από ενδιαφέρον. Μου έγραφε ότι είδε τις φωτογραφίες μου από το Ποσείδι, ότι του άρεσε το χαμόγελό μου και πως θα ήθελε να με γνωρίσει. Ήταν ευγενικό, καθόλου αγενές ή πιεστικό. Παρ’ όλα αυτά, η πρώτη μου σκέψη ήταν πως κάποιο λάθος θα είχε κάνει. Δεν είναι συνηθισμένο ένας τόσο νεότερος άντρας να δείχνει ενδιαφέρον για μια γυναίκα σαν κι εμένα. Χαμογέλασα, έκλεισα το μήνυμα και είπα μέσα μου ότι εκεί θα τελείωνε η ιστορία.
Δεν τελείωσε όμως. Άνοιξα να διαβάσω και το δεύτερο μήνυμα. Το όνομα που είδα στην οθόνη με έκανε να μείνω ακίνητη. Ήταν ένας εργολάβος, γνωστός του άντρα μου εδώ και χρόνια. Τον είχα συναντήσει αρκετές φορές σε τραπέζια και κοινωνικές εκδηλώσεις. Πάντα σοβαρός, πάντα διακριτικός, πάντα ευγενικός. Δεν είχε αφήσει ποτέ να φανεί το παραμικρό. Άνοιξα το μήνυμά του σχεδόν με δισταγμό. Μου ευχόταν απλώς καλές διακοπές, έλεγε ότι είδε μια φωτογραφία μου στο Facebook και πως ελπίζει να περνάω όμορφα. Τίποτα περισσότερο. Καμία λέξη που να ξεπερνά τα όρια. Κι όμως… δεν ξέρω γιατί, αυτό το μήνυμα με αναστάτωσε περισσότερο από το πρώτο. Άφησα το τάμπλετ πάνω στο τραπέζι και κοίταξα τη θάλασσα. Θυμήθηκα τη Βίκυ να μας λέει γελώντας πριν από λίγες ημέρες ότι πλέον οι γνωριμίες δεν αρχίζουν σε ένα καφέ αλλά σε ένα Messenger. Τότε γελάσαμε όλες. Σήμερα όμως κατάλαβα πόσο δίκιο είχε. Ένα απλό «Καλησπέρα» μπορεί να ανοίξει μια πόρτα που μέχρι χθες δεν υπήρχε. Δεν σημαίνει ότι θα περάσεις απέναντι. Σημαίνει όμως ότι η πόρτα υπάρχει. Δεν απάντησα σε κανέναν. Ίσως γιατί δεν ήθελα. Ίσως γιατί φοβήθηκα. Ίσως γιατί, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, ένιωσα ξανά εκείνο το περίεργο συναίσθημα να αναρωτιέμαι γιατί κάποιος με πρόσεξε. Όχι επειδή το είχα ανάγκη. Αλλά επειδή είχα ξεχάσει πώς είναι να συμβαίνει. Πριν προλάβω να κλείσω το τάμπλετ, το κινητό δόνησε ξανά. Ο Δημήτρης είχε στείλει δεύτερο μήνυμα. Δεν το άνοιξα. Έμεινα απλώς να κοιτάζω την οθόνη για λίγα δευτερόλεπτα. Ύστερα χαμογέλασα μόνη μου και την έκλεισα.
«Αύριο…» σκέφτηκα. Και φυσικά… το πρώτο πρόσωπο που θα μάθαινε τα πάντα θα ήταν η Βίκυ. Την ήξερα καλά. Δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει μια τέτοια ιστορία να περάσει έτσι. Θα ήθελε να μάθει ποιος ήταν ο νεαρός, τι μου έγραψε ο εργολάβος, αν μου άρεσε κάποιος από τους δύο και, το κυριότερο, αν σκόπευα να απαντήσω. Χαμογέλασα μόνη μου.
«Αχ, Βίκυ… αν σου τα πω όλα, ξέρω ήδη ότι θα με πειράζεις για έναν ολόκληρο χρόνο».
Έσβησα την οθόνη του τάμπλετ και κοίταξα για λίγο ακόμη τη θάλασσα. Δεν είχα απαντήσει σε κανέναν.
Όμως, χωρίς να το καταλάβω, περίμενα ήδη την αυριανή ημέρα. Και ίσως όχι μόνο για να ξαναδώ τη Βίκυ… αλλά και για να δω αν θα είχε έρθει ακόμη ένα μήνυμα.