3 Αυγούστου
Η Στεφανία στεκόταν στο παράθυρο και περίμενε να δει το αυτοκίνητο του Γιώργου να στρίβει στη γωνία. Όπως κάθε δευτέρα αναχωρούσε απο το εξοχικό για να επιστρέψει στο γραφείο στην Θεσσαλονίκη.
Στις εννέα ακριβώς το πρωί, η μηχανή του αυτοκινήτου απομακρύνθηκε και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα επικράτησε απόλυτη ησυχία. Η Στεφανία πήρε αμέσως το κινητό της.
«Έφυγε. Είμαι άνετη».
Η απάντηση της Βίκυς ήρθε σχεδόν αμέσως.
«Τέλεια. Κατέβα μόνη σου. Εγώ δεν θα είμαι μαζί σας. Θα κάθομαι λίγο πιο πέρα για να είστε άνετα και να γνωριστείτε χωρίς αμηχανία. Μη φοβάσαι, αν χρειαστείς κάτι, θα είμαι εδώ». Εδώ και δύο ημέρες η Βίκυ δεν μιλούσε για τίποτε άλλο.
«Δεν μπορείς να φανταστείς πώς σε κοιτούσε. Έπαθε σοκ όταν σε είδε. Με ζάλισε να κανονίσω να γνωριστείτε. Μόνο έναν καφέ θέλει να πιείτε. Τίποτε περισσότερο».
Η Στεφανία προσπαθούσε να αντισταθεί.
«Βίκυ… είμαι παντρεμένη».
«Το ξέρω. Και εκείνος το ξέρει. Δεν σου ζήτησε τίποτα. Μόνο να γνωρίσει τη γυναίκα που του έκλεψε το μυαλό μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα».
Η Στεφανία αναστέναξε. Πλησίασε το υπνοδωμάτιο και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Φόρεσε το λευκό μαγιό της, που αναδείκνυε διακριτικά τη θηλυκότητά της και το μπουστο της, και έδεσε χαλαρά ένα αέρινο γαλάζιο παρεό στους γοφούς. Άφησε τα μαλλιά της ελεύθερα να πέφτουν στους ώμους, φόρεσε τα μεγάλα γυαλιά ηλίου και έριξε μια τελευταία ματιά στον εαυτό της.
«Ένας καφές είναι…» είπε χαμηλόφωνα.
Πήρε την ψάθινη τσάντα της και κατέβηκε προς την παραλία. Το πρωινό φως έκανε τη θάλασσα να λαμπυρίζει και το beach bar είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει κόσμο. Ο Σάκης καθόταν μόνος του σε ένα τραπέζι με θέα το νερό. Από την ώρα που είχε φτάσει, το βλέμμα του γύριζε συνεχώς προς το μονοπάτι της παραλίας. Ξαφνικά την είδε. Η Στεφανία εμφανίστηκε στο μονοπάτι που οδηγούσε στην παραλία φορώντας ένα λευκό ολόσωμο μαγιό και ένα αέρινο λευκό παρεό δεμένο χαλαρά στη μέση. Τα σγουρά ξανθά μαλλιά της έπεφταν στους ώμους, ακόμη νωπά από το πρωινό ντους, ενώ το διακριτικό της μακιγιάζ άφηνε να φαίνεται η φυσική της ομορφιά. Δεν ήταν γυναίκα που προσπαθούσε να τραβήξει τα βλέμματα. Τα τραβούσε αβίαστα. Περπατούσε με εκείνη τη σιγουριά μιας ώριμης γυναίκας που γνωρίζει ποια είναι, χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει σε κανέναν. Η Βίκυ δεν είχε υπερβάλει ούτε στο ελάχιστο. Η Στεφανία περπατούσε αργά πάνω στην άμμο, με μια φυσική κομψότητα που δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει κανέναν και ακριβώς γι’ αυτό εντυπωσίαζε τους πάντες. Ο Σάκης σηκώθηκε σχεδόν ασυναίσθητα όρθιος. Η Στεφανία πλησίασε με ένα διακριτικό χαμόγελο.
— Καλημέρα…
— Καλημέρα… Χάρηκα πραγματικά που ήρθες.
— Συγγνώμη αν άργησα λίγο.
— Δεν άργησες ούτε λεπτό.
Η Στεφανία κάθισε απέναντί του. Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή. Ήταν από εκείνες τις σιωπές που δεν ήταν άβολες, αλλά γεμάτες περιέργεια. Ο Σάκης χαμογέλασε πρώτος.
— Να σου πω την αλήθεια… δεν πίστευα ότι θα ερχόσουν. Περίμενα να γνωρίσω μια όμορφη γυναίκα. Δεν περίμενα όμως αυτή την παρουσία. Για μια στιγμή ξέχασε ακόμη και να αναπνεύσει.
Η Στεφανία γέλασε.
— Μόλις έφυγε ο Γιώργος για το εξοχικό, έστειλα μήνυμα στη Βίκυ και κατέβηκα αμέσως.
— Δηλαδή ήρθες κατευθείαν;
— Κατευθείαν. Δεν ήθελα να σε αφήσω να περιμένετε.
Ο Σάκης την κοίταξε στα μάτια.
— Χαίρομαι πολύ που ήρθες.
Εκείνη χαμογέλασε.
— Η Βίκυ μου είπε ότι σχεδόν την… ζάλισες για να με γνωρίσεις.
Ο Σάκης γέλασε.
— Δεν είπε ψέματα.
— Τόσο πολύ;
— Ναι.
Η Στεφανία έγειρε ελαφρά το κεφάλι.
— Και γιατί;
Ο Σάκης πήρε μια βαθιά ανάσα.
— Γιατί όταν σε είδα πριν δύο μέρες… δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου. Υπάρχουν άνθρωποι που τραβούν την προσοχή επειδή προσπαθούν. Εσύ την τράβηξες χωρίς να κάνεις απολύτως τίποτα. Η Στεφανία ένιωσε τα μάγουλά της να κοκκινίζουν.
— Πρόσεχε τι λες… Είμαι παντρεμένη.
— Το ξέρω.
— Και δεν θέλω να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις.
Ο Σάκης έγνεψε καταφατικά.
— Ούτε εγώ. Αν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση, δεν θα ζητούσα από τη Βίκυ να κανονίσει έναν καφέ μέρα μεσημέρι, μπροστά σε όλη την παραλία.
Η Στεφανία χαμογέλασε για πρώτη φορά πραγματικά.
— Αυτό είναι αλήθεια.
— Ήθελα μόνο να γνωρίσω τη γυναίκα που δεν έφυγε από το μυαλό μου εδώ και δύο ημέρες.
Ο Σάκης έκανε ένα μικρό βήμα προς το μέρος της.
— Δεν φαντάζεσαι πόσο ήθελα να σε γνωρίσω.
Η Στεφανία ένιωσε την ανάσα του τόσο κοντά που δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί.
— Δεν ξέρω αν εκανα καλά που ήρθα…
— Αν δεν ήθελες να έρθεις, δεν θα ήσουν εδώ.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν. Εκείνη δεν απάντησε. Ο Σάκης άπλωσε αργά το χέρι του και της χάιδεψε διακριτικά το μπράτσο. Η Στεφανία ανατρίχιασε.
— Σάκη…
— Πες μου μόνο ένα πράγμα.
— Τι;
— Με σκέφτηκες αυτές τις δύο μέρες;
Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα χαμογέλασε σχεδόν ανεπαίσθητα.
— Περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
Ο Σάκης δεν μπόρεσε να κρύψει τη χαρά του.
— Τότε δεν ήμουν ο μόνος.
Η Στεφανία τον κοίταξε στα μάτια.
— Μη με κάνεις να το μετανιώσω.
— Δεν θέλω να μετανιώσεις τίποτα. Θέλω μόνο να σε γνωρίσω.
Για πρώτη φορά εκείνη χαλάρωσε πραγματικά. Ένα αδιόρατο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
— Η Βίκυ τελικά είχε δίκιο… Είσαι πολύ διαφορετικός απ’ ό,τι περίμενα.
Ο Σάκης γέλασε.
— Ελπίζω προς το καλύτερο.
Η Στεφανία τον κοίταξε χωρίς να απαντήσει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να σηκωθεί και να φύγει ή να μείνει. Ήξερε όμως κάτι άλλο. Ότι εκείνο το πρωινό είχε κατέβει στην παραλία για έναν απλό καφέ.
Και χωρίς να το καταλάβει, είχε ήδη κάνει το πρώτο βήμα σε μια ιστορία που μπορούσε να αλλάξει τα πάντα.