31 Ιουλίου
Σήμερα ξύπνησα λίγο νωρίτερα από το συνηθισμένο. Ο αέρας είχε εκείνη τη δροσιά που μόνο τα πρωινά του Ποσειδίου μπορούν να χαρίσουν, πριν ο ήλιος αρχίσει να θυμίζει ότι ο Αύγουστος βρίσκεται πλέον μια ανάσα μακριά. Έφτιαξα τον καφέ μου και βγήκα στη βεράντα. Είναι ίσως η αγαπημένη μου ώρα της ημέρας. Ησυχία, λίγα πουλιά, ο ήχος των τζιτζικιών που σιγά σιγά δυναμώνει και η αίσθηση ότι ο χρόνος κυλά πιο αργά. Λίγο αργότερα πήρα το βιβλίο μου και κατέβηκα στο αγαπημένο μου καφέ δίπλα στη θάλασσα. Τις καθημερινές είναι σχεδόν πάντα ήσυχα. Οι περισσότεροι λουόμενοι εμφανίζονται μετά τις έντεκα και μέχρι τότε απολαμβάνω το προνόμιο να ακούω περισσότερο τα κύματα παρά τις συζητήσεις των ανθρώπων. Στο διπλανό τραπέζι καθόταν και σήμερα ο ίδιος κύριος που βλέπω σχεδόν κάθε πρωί εδώ και αρκετές ημέρες. Γύρω στα εξήντα, καλοχτενισμένος, με λευκό λινό πουκάμισο και ψάθινο καπέλο. Παραγγέλνει πάντα έναν διπλό ελληνικό καφέ χωρίς ζάχαρη και ανοίγει την εφημερίδα του με έναν τρόπο που μου θυμίζει άλλες εποχές. Δεν έχω δει ποτέ κινητό τηλέφωνο στα χέρια του. Μόνο εφημερίδα και, κάποιες φορές, ένα μικρό σημειωματάριο στο οποίο γράφει κάτι με πένα. Μου έκανε εντύπωση γιατί πλέον είναι σπάνιο να βλέπεις ανθρώπους να διαβάζουν εφημερίδα με τόση προσήλωση. Δεν ξέρω καν αν μένει μόνιμα στο Ποσείδι ή αν έρχεται μόνο τα καλοκαίρια, όπως κι εγώ. Ίσως τελικά να είναι από εκείνους τους ανθρώπους που απλώς σου γίνονται οικείοι χωρίς να έχεις ανταλλάξει ούτε μία λέξη μαζί τους.
Συνέχισα τη «Χρονιά της Ακρίδας». Ομολογώ πως εξακολουθώ να περιμένω εκείνη τη στιγμή που η ιστορία θα με παρασύρει πραγματικά. Μέχρι τότε, περισσότερο απολαμβάνω τον καφέ και τη θάλασσα παρά τις περιπέτειες του πρωταγωνιστή. Πριν φύγω, σηκώθηκα να πληρώσω. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο κύριος στο διπλανό τραπέζι σήκωσε για πρώτη φορά τα μάτια του από την εφημερίδα. Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν για ένα δευτερόλεπτο. Χαμογέλασε ευγενικά. Ανταπέδωσα το χαμόγελο από καθαρή ευγένεια και πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Καθώς περπατούσα προς το σπίτι, έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται κάτι παράξενο. Υπάρχουν άνθρωποι που, χωρίς να γνωρίζεις ούτε το όνομά τους, γίνονται κομμάτι της καθημερινότητάς σου. Ίσως γιατί τους βλέπεις συχνά. Ίσως γιατί σου εμπνέουν μια ανεξήγητη οικειότητα. Ή ίσως γιατί κάθε καλοκαίρι έχει τις δικές του μικρές ιστορίες, που ξεκινούν χωρίς θόρυβο και χωρίς να καταλαβαίνεις πότε ακριβώς άρχισαν.