“Μια Βεράντα στο Ποσείδι”: Μια σειρά λογοτεχνικών ημερολογιακών αφηγήσεων

0

Κυριακή 12 Ιουλίου

Σήμερα το απόγευμα ήρθε η Βίκυ για κρασί στον κήπο. Καθίσαμε κάτω από τη λεμονιά, με τη ζέστη να έχει πέσει και το αεράκι από τη θάλασσα να φτάνει μέχρι τη βεράντα. Υπάρχουν στιγμές που δεν χρειάζεσαι πολλά. Ένα ποτήρι καλό κρασί, μια αληθινή φίλη και μια κουβέντα χωρίς φίλτρα.
«Ξέρεις τι σκέφτομαι καμιά φορά;» της είπα. «Μια γυναίκα που κρατάει ένα σπίτι δεν σταματά ποτέ να δουλεύει. Το πρωί καθαρίζεις, μαγειρεύεις, πλένεις, οργανώνεις τα πάντα. Και το βράδυ πρέπει να είσαι χαμογελαστή, περιποιημένη, όμορφη και πάντα με διάθεση. Λες και η κούραση επιτρέπεται μόνο στους άντρες».
Η Βίκυ γέλασε και ήπιε μια γουλιά από το κρασί της.
«Οι περισσότεροι σύζυγοι μάς αγαπούν», μου είπε. «Απλώς κάποια στιγμή σταματούν να μας βλέπουν όπως μας έβλεπαν κάποτε».
Της διηγήθηκα τότε μια ιστορία που είχα ακούσει για μια πολύ γνωστή οικογένεια εργολάβων της Θεσσαλονίκης. Μια οικογένεια που όλοι θαύμαζαν. Όταν όμως έκλειναν οι πόρτες του σπιτιού τους, τίποτα δεν ήταν όπως έδειχνε προς τα έξω. Ο άντρας διατηρούσε σχέση με την Κολομβιανή οικονόμο του σπιτιού και, λίγο καιρό αργότερα, μαθεύτηκε πως και η σύζυγός του είχε δημιουργήσει δεσμό με τον οδηγό και σωματοφύλακά του. Η Βίκυ δεν έδειξε να ξαφνιάζεται.
«Οι άνθρωποι», μου είπε, «δεν αναζητούν πάντα κάτι καινούργιο. Συχνά αναζητούν να νιώσουν ξανά ότι κάποιος τους προσέχει, τους θαυμάζει, τους κάνει να αισθάνονται ζωντανοί».
Έμεινα για λίγο σιωπηλή.
«Και είναι τόσο παράξενο;» τη ρώτησα. «Μια γυναίκα στα εξήντα να θέλει, πού και πού, να αισθανθεί επιθυμητή; Να θυμηθεί ότι εξακολουθεί να είναι γυναίκα και όχι μόνο σύζυγος ή νοικοκυρά;».
Η Βίκυ με κοίταξε και χαμογέλασε.
«Το μεγαλύτερο μυστικό ενός γάμου», είπε, «είναι να μη σταματήσεις ποτέ να φροντίζεις τη σχέση. Να μη θεωρεί ο ένας τον άλλον δεδομένο. Όταν χαθεί αυτή η προσοχή, αρχίζουν να γεννιούνται οι αποστάσεις».
Έγνεψα καταφατικά. Ήξερα πως είχε δίκιο.
«Και κάτι ακόμη», συνέχισε γελώντας. «Δεν βλέπεις στην παραλία; Ακόμη μάς κοιτάζουν. Η ηλικία δεν σβήνει τη θηλυκότητα. Τη σβήνει μόνο η αδιαφορία».
Γελάσαμε και οι δύο. Σήκωσα το ποτήρι μου προς το μέρος της.
«Ξέρεις κάτι, Βίκυ; Ας αφήσουμε τους άλλους να ζουν τη ζωή τους κι εμείς τη δική μας. Ας πιούμε το κρασί μας, ας απολαύσουμε το καλοκαίρι μας και ας μην ξεχάσουμε ποτέ ότι, πριν από όλα τα άλλα, είμαστε άνθρωποι που έχουμε ανάγκη από αγάπη, προσοχή και λίγη ξεγνοιασιά».
Τα ποτήρια μας ακούμπησαν απαλά. Και για μια ακόμη φορά σκέφτηκα πως οι πιο όμορφες εξομολογήσεις δεν γίνονται στα μεγάλα σαλόνια. Γίνονται σε έναν μικρό κήπο στο Ποσείδι, με δύο φίλες, λίγο κρασί και τον ήχο της θάλασσας να συνοδεύει κάθε λέξη.

Share.

Comments are closed.