Σαλβατόρε Ριίνα: Ο «αρχηγός των Δον» της Σικελικής Μαφίας που έκανε ολόκληρη τη Ιταλία να τρέμει

0

Γράφει ο Γιάννης Χατζηιωαννίδης

Δεν μιλούσε πια. Όχι γιατί δεν ήθελε. Για πρώτη φορά στη ζωή του, δεν μπορούσε. Το σώμα του είχε σταματήσει να υπακούει, παγιδευμένο σε μια τεχνητή αναπνοή, σε ένα δωμάτιο που μύριζε αποστειρωμένο θάνατο. Ο Σαλβατόρε Ριίνα, ο άνθρωπος που κάποτε έκανε ολόκληρη τη Σικελία να ψιθυρίζει το όνομά του με φόβο, έσβηνε σιωπηλά. Όχι με σφαίρες. Όχι με εκρήξεις. Αλλά με τον πιο αργό, πιο ταπεινωτικό τρόπο: ακίνητος, ανήμπορος, ξεχασμένος μέσα στο ίδιο του το σώμα. Η οικογένειά του στάθηκε δίπλα του για τελευταία φορά. Κανείς δεν μίλησε πραγματικά. Δεν υπήρχαν λέξεις για έναν άνθρωπο που είχε ζήσει δίνοντας εντολές και παίρνοντας ζωές. Είκοσι τέσσερα χρόνια φυλακή, είκοσι έξι ισόβια, πάνω από εκατόν πενήντα νεκροί — αριθμοί που δεν χωρούσαν πια σε καμία εξομολόγηση. Και όμως, μέχρι το τέλος, κράτησε αυτό που θεωρούσε τη μεγαλύτερη δύναμή του: τη σιωπή. Την ομερτά. Μόνο που η σιωπή αυτή είχε ήδη ραγίσει. Και το ρήγμα είχε όνομα. Μπαλντασάρε Ντι Μάτζιο. Όταν συνελήφθη εκείνον τον παγωμένο Ιανουάριο του 1993 στη Νοβάρα, ο Ριίνα δεν ανησύχησε. Άντρες σαν τον Ντι Μάτζιο δεν μιλούσαν. Δεν είχαν μάθει να μιλούν. Η πίστη τους δεν ήταν ιδεολογία — ήταν ένστικτο επιβίωσης. Όμως αυτή τη φορά, κάτι είχε αλλάξει. Ίσως ο φόβος. Ίσως η επιθυμία να ζήσει λίγο παραπάνω. Ίσως απλώς η κούραση. Και έτσι, σχεδόν αθόρυβα, έγινε το αδιανόητο. Μίλησε. Και με κάθε λέξη, έσκαβε τον λάκκο του ανθρώπου που τον είχε μάθει να σκοτώνει.
Στο Παλέρμο, ο Ρενάτο Κορτέζε ένιωθε ότι πλησίαζε. Όχι απλώς έναν εγκληματία, αλλά ένα φάντασμα που για δεκαετίες υπήρχε μόνο μέσα από φόβο και φήμες. Ένα χρόνο πριν, ο Ριίνα είχε ξεπεράσει κάθε όριο, διατάζοντας τη δολοφονία του Τζοβάνι Φαλκόνε. Ο δρόμος άνοιξε στα δύο από εκατοντάδες κιλά εκρηκτικών και μαζί του άνοιξε και ένα ρήγμα σε ολόκληρη την Ιταλία. Λίγους μήνες μετά, ο Πάολο Μπορσαλίνο ακολούθησε την ίδια μοίρα. Δεν ήταν πια απλώς εγκλήματα. Ήταν κήρυξη πολέμου. Και οι πόλεμοι τελειώνουν μόνο με αίμα ή με σύλληψη.
Το πρωινό της 13ης Ιανουαρίου ήταν ήσυχο. Επικίνδυνα ήσυχο. Το αυτοκίνητο βγήκε από το σπίτι χωρίς βιασύνη, σαν να μην το κυνηγούσε κανείς. Για μια στιγμή, έμοιαζε ότι ο Ριίνα είχε ήδη κερδίσει — ότι θα συνέχιζε να υπάρχει ανάμεσα στις σκιές, άπιαστος, άφθαρτος. Μέχρι που όλα σταμάτησαν. Οι δρόμοι έκλεισαν. Οι άντρες εμφανίστηκαν από το πουθενά. Όπλα σηκώθηκαν, πόρτες άνοιξαν βίαια, και ο άνθρωπος που για δεκαετίες ήταν αόρατος βρέθηκε ξαφνικά εκτεθειμένος στο φως. Δεν αντιστάθηκε. Δεν χρειαζόταν. Κοίταξε τον Κορτέζε, σχεδόν αδιάφορα, σαν να επρόκειτο για μια κακή παρεξήγηση.
«Λάθος άνθρωπο έπιασες», είπε.
Αλλά και οι δύο ήξεραν την αλήθεια. Για πρώτη φορά, ο φόβος είχε αλλάξει πλευρά. Όλα είχαν ξεκινήσει χρόνια πριν, σε ένα χωριό που κανείς δεν θα θυμόταν αν δεν είχε βαφτεί με αίμα. Στο Κορλεόνε, οι πυροβολισμοί δεν ήταν είδηση. Ήταν καθημερινότητα. Ένας αγρότης άκουσε ριπές ένα πρωινό του 1965 και δεν γύρισε καν να κοιτάξει. Ήξερε. Εκεί, οι άνθρωποι πέθαιναν σιωπηλά και οι υπόλοιποι συνέχιζαν τον δρόμο τους. Από αυτό το χωριό ξεπήδησε μια γενιά που δεν ζητούσε σεβασμό — τον επέβαλλε. Ο Ριίνα, ο Μπερνάρντο Προβενζάνο, ο Τομάσο Μπουσκέτα, ο Τζιοβάνι Μπρούσκα. Ονόματα που έγιναν συνώνυμα του τρόμου, όχι επειδή ήταν αόρατοι, αλλά επειδή ήταν παντού. Εκτελέσεις, προδοσίες, εξαφανίσεις — μια αλυσίδα βίας που δεν άφηνε χώρο για αμφιβολίες. Και όμως, στο τέλος, όλα κατέρρευσαν από μέσα. Ο Μπουσκέτα μίλησε. Ο Ντι Μάτζιο μίλησε. Και κάθε λέξη ήταν μια σφαίρα στο ίδιο το σώμα της Μαφίας. Ο Προβενζάνο προσπάθησε να γίνει σκιά. Έκοψε κάθε επαφή με τον κόσμο, έζησε σαν ερημίτης, έσβησε το πρόσωπό του από κάθε φωτογραφία. Δεν υπήρχαν τηλέφωνα, δεν υπήρχαν ίχνη, μόνο μικρά χαρτάκια — εντολές γραμμένες με ψυχρή ακρίβεια. Πίστευε ότι η εξαφάνιση ήταν δύναμη. Ήταν απλώς καθυστέρηση.
Όταν τελικά τον βρήκαν, σε μια φάρμα λίγα χιλιόμετρα έξω από το Κορλεόνε, δεν έμοιαζε με τον άνθρωπο που κυνηγούσαν για δεκαετίες. Ζούσε σαν βοσκός, ανάμεσα σε παλιά σκεύη, φθαρμένες βίβλους και μια ξεχασμένη γραφομηχανή. Ο Ρενάτο Κορτέζε δεν χρειάστηκε πολλά. Μια κίνηση, ένα σημάδι στο λαιμό, μια επιβεβαίωση που περίμενε χρόνια. Και έτσι, η τελευταία σκιά έπεσε. Πίσω στο δωμάτιο του νοσοκομείου, ο Ριίνα συνέχιζε να αναπνέει μηχανικά. Δεν υπήρχαν πια εντολές, ούτε άντρες να τον υπακούν, ούτε εχθροί να τον φοβούνται. Μόνο ένα σώμα που αρνιόταν να πεθάνει γρήγορα και μια ζωή που δεν μπορούσε να ξαναγραφτεί. Στο τέλος, δεν ήταν οι σφαίρες που τον νίκησαν. Ούτε οι δικαστές.
Ούτε η αστυνομία. Ήταν ο χρόνος. Γιατί ακόμα και οι πιο ισχυροί νονoί, στο τέλος, μένουν μόνο με αυτό που φοβόντουσαν περισσότερο: τη σιωπή.

Share.

Comments are closed.