Οι τρείς φίλοι και η μαγική πυξίδα

0

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό χωριό, στη Νανοχώρα, ζούσε ένας νάνος, ο Μαξ, με τον παπαγάλο του τον Σκάλι. Ο Μαξ ήταν πολύ λυπημένος, γιατί πριν από πολύ καιρό ένας κακός μάγος μάγεψε το χωριό του και όλοι οι φίλοι του έγιναν βατράχια.

Μια καλοκαιρινή μέρα, ένα αγόρι που το έλεγαν Βασίλη, ξεκίνησε να πάει μια χαλαρωτική βόλτα με το ποδήλατό του στο δάσος. Καθώς προχωρούσε, γλίστρησε ξαφνικά κι έπεσε μέσα σε μία μεγάλη, σκοτεινή τρύπα! Η τρύπα αυτή ήταν μια μαγική, μυστική πύλη που οδηγούσε στη Νανοχώρα.  Κατατρομαγμένος ο Βασίλης, έπεσε πάνω σε έναν μικρό νάνο! Ήταν ο Μαξ! «Καλέ, δεν βλέπεις πού πας;» φώναξε θυμωμένος ο Μαξ. «Συγνώμη, δεν ξέρω πώς έφτασα εδώ!» είπε μπερδεμένος ο Βασίλης. Ο Μαξ και ο Βασίλης έγιναν αμέσως φίλοι και ο Μαξ είπε το πρόβλημά του στον Βασίλη. Ο Μαξ εξήγησε στον Βασίλη ότι έχει στα χέρια του μια μαγική πυξίδα που θα τους οδηγήσει σε ένα μαγικό διαμάντι που πραγματοποιεί ευχές. Έτσι, ζήτησε από τον Βασίλη να τον βοηθήσει να βρουν το διαμάντι. Ο Βασίλης δέχτηκε με χαρά και έτσι οι δύο φίλοι μαζί με τον Σκάλι ξεκίνησαν για την αναζήτηση του μαγικού διαμαντιού.

Η μαγική πυξίδα έδειξε στους φίλους μας έναν δρόμο που οδηγούσε προς το μαγεμένο δάσος. Ο ήλιος ήταν πολύ λαμπερός και μέσα από το δάσος ξεπρόβαλλαν διάφορες τρομακτικές σκιές. Μία από αυτές ήταν η σκιά του πονηρού πειρατή Κάπτεν Χουκ. Οι τρεις φίλοι τον αναγνώρισαν και τον άκουσαν να φωνάζει: «Βοήθεια! Κροκόδειλος!» Ο Μαξ και ο Βασίλης έτρεξαν αμέσως να τον βοηθήσουν. Μόλις έφτασαν, είδαν έκπληκτοι τον Κάπτεν Χουκ να στέκεται τρομαγμένος πάνω σ’ ένα μεγάλο βαρέλι, μέσα σε μια λίμνη. Ο Βασίλης σκουντούφλησε πάνω σ’ ένα σχοινί και του ήρθε μια πολύ καλή ιδέα! Ο Σκάλι πήρε το σχοινί, πέτασε προς τον Κάπτεν Χουκ και του το έδωσε. Ο κροκόδειλος πλησίαζε απειλητικά όλο και πιο κοντά στον Κάπτεν Χουκ. Οι τρεις φίλοι τράβηξαν με δύναμη το σχοινί και κατάφεραν να βγάλουν τον Κάπτεν Χουκ από τη λίμνη, πριν του επιτεθεί ο κροκόδειλος.

«Ευχαριστώ πολύ που με σώσατε!» είπε ανακουφισμένος ο Κάπτεν Χουκ. «Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;» «Ψάχνουμε να βρούμε ένα μαγικό διαμάντι που εκπληρώνει ευχές. Μήπως ξέρεις πού βρίσκεται;» είπε ο Βασίλης. «Α, ναι! Ξέρω πού θα το βρείτε! Στο νησί των θησαυρών! Μόνο που δεν ξέρω πού βρίσκεται!». «Ας χρησιμοποιήσουμε τη μαγική πυξίδα!» είπε τότε ο Μαξ. Αμέσως πήραν τη μαγική πυξίδα και το βέλος τους έδειξε τον δρόμο προς τη θάλασσα. Εκεί βρήκαν μια ιπτάμενη άμαξα. Μέσα στην άμαξα ανακάλυψαν ένα μικρό, όμορφο βιολί. Ο Βασίλης, που πήγαινε μαθήματα σε ωδείο και ήξερε να παίζει βιολί, άρχισε να παίζει μια ωραία μελωδία. Ξαφνικά, η άμαξα άρχισε να πετά και τους οδήγησε στο νησί των θησαυρών!

Το νησί ήταν πανέμορφο! Είχε πανύψηλα δέντρα, πολύχρωμα και μυρωδάτα λουλούδια και καταπράσινη χλόη. Έλαμπε πολύ από τους αμέτρητους θησαυρούς που ήταν σκορπισμένοι παντού: Λαμπερά διαμάντια, αστραφτερά κοσμήματα, χρυσά νομίσματα και πολύχρωμα μαργαριτάρια! Πιο πολύ όμως έλαμπε το μαγικό διαμάντι, που βρισκόταν στην κορυφή ενός μεγάλου βράχου! Ο Σκάλυ πέταξε αμέσως προς τον βράχο και άρπαξε το μαγικό διαμάντι με τα πόδια του. Οι τρεις φίλοι μπήκαν γρήγορα μέσα στην άμαξα και η μαγική πυξίδα τους οδήγησε πίσω στο χωριό του Μαξ, στη Νανοχώρα. Μόλις έφτασαν εκεί, ο Μαξ ευχήθηκε στο μαγικό διαμάντι, να γίνουν ξανά οι φίλοι του νάνοι και να φύγει για πάντα ο κακός μάγος από το χωριό. Ο Σκάλι, που τον είχε μεταμορφώσει ο μάγος σε παπαγάλο, ευχήθηκε να γίνει ξανά νάνος.

Share.

Comments are closed.