Πώς έκανα πρώτη φορά σεξ με την καυλιάρα κουνιάδα μου

0

Ήμουν στα 48 χρόνια της ζωής μου, παντρεμένος με την Κωνσταντίνα. Η κουνιάδα μου, μια πολύ ωραία γυναίκα ήταν στα 42 ( 44 η γυναίκα μου), χωρισμένη και έμενε σχετικά κοντά μας. Είχε χωρίσει με τον άνδρα της, έναν μαλάκα που το μόνο του μέλημα ήταν να παίζει στοίχημα όλη μέρα και να βρίσκεται στα καφέ της γειτονιάς του. Η κουνιάδα μου δούλευε στο δημόσιο, ενώ ο πρώην άνδρας της, είχε χάσει την δουλειά του. Ο γάμος τους δεν είχε καμιά τύχη και έτσι η Ελένη τον έστειλε. Είχαμε καλές σχέσεις, με θαύμαζε καθώς εργαζόμουν πολύ και πρόσεχα το σπίτι μου.Η αλήθεια είναι πώς η Ελένη ήταν μια ευχάριστη, συμπαθητική γυναίκα. Πάντα χαμογελαστή και περιποιητική, γυρνούσε από δω κι από κει καθαρή και μυρωδάτη. Εισέπραττε και ενοίκιο από ένα μαγαζί και κάποια χωράφια, από την περιουσία των γονιών της, όπως η δίκη μου γυναίκα βέβαια.
Μέτρια στο ύψος, καστανά μαλλιά, σαρκώδη χείλη, μ’ ένα καλοσχηματισμένο σώμα, όπως φαινόταν κάτω από τα ταγιέρ που φορούσε. Πάντα καλοντυμένη. Αν και πάντα ήμουν λάτρης των μεγαλύτερων γυναικών, η αλήθεια είναι πως δε μου είχε περάσει τίποτα από το μυαλό, ίσως γιατί δεν έδινε και δικαιώματα. Όσο κι αν είχε μια χάρη και μια τσαχπινιά που σε κέρδιζαν αμέσως, κάτι που δεν είχε κληρονομήσει η σοβαρή Κωνσταντίνα. Είχαμε έτσι καλές σχέσεις και πολλές φορές πήγαινα την έβλεπα σπίτι της.

Μία όμως στάθηκε καθοριστική για την ερωτική μου ζωή αλλά και της Ελένης. Εκείνο το διάστημα η Ελένη ήταν στο χωριό στο σπίτι της, όπου πήγαινε σχετικά συχνά κυρίως τα σαββατοκύριακα. Πολλές φορές όταν επέστρεφα από τα Σκόπια, όπου βρισκόμουν για δουλειά στο Καζίνο σταματούσα στο χωριό για να την δώ. Μία όμως στάθηκε καθοριστική για την ερωτική μου ζωή αλλά και της κυρά Νίκης. Επέστρεφα μια Κυριακή και σκέφτηκα να περάσω να την δω για να μου δώσει και έναν ντενεκέ λάδι, που είχε αγοράσει από έναν χωριανό της. Έφτασα προς το μεσημέρι στο χωριό, ήπιαμε καφέ μαζί και της είπα πως πρέπει να επιστρέψω.

– Πάω στην αποθήκη για το λάδι.

– Έρχομαι να σε βοηθήσω. Δεν ξέρεις πώς τα έχω συγυρίσει…

την ακούω που φωνάζει. Μπαίνω μέσα, μια ωραία θαμπάδα από το απογευματινό φως έλουζε το χώρο. Έρχεται κι η Ελένη  μ’ ένα σχετικά μακρύ, καφέ φόρεμα, με κουμπάκια μπροστά στο στήθος. Τα δυο πάνω ανοιχτά, διακρινόταν η χαραμάδα των βυζιών. Η σιλουέτα της μέσα σ’ εκείνο το αχνό φως διαγραφόταν υπέροχη. Κάτι σκίρτησε μέσα μου. “Βρε λες;…” σκέφτομαι κι αμέσως. “Μην είσαι μαλάκας, δε γίνονται αυτά”. Σκύβει τότε προς το μέρος μου, να τραβήξει έναν τενεκέ κι ασυναίσθητα σηκώνει λίγο προς τα πάνω το φόρεμα. Ένα άσπρο, αφράτο και ταυτόχρονα σφιχτό μπούτι φάνηκε στο χαμηλό φως. Ταράχτηκα! Το βλέμμα μου και το μυαλό μου κόλλησαν.

– Σκίζεις από πόδια Ελένη μ’ ακούω να λέω ενστικτωδώς.

– Σοβαρά το λες;  απαντάει και γέρνει δήθεν ντροπαλά το κεφάλι.

– Μια χαρά είναι τα πόδια σου, πολύ όμορφα… επιμένω καθώς ο πόθος με κυριεύει.

– Είσαι σίγουρος βρε ή το λες για να με καλοπιάσεις;… επιμένει, αλλά η φωνή της γίνεται πιο βραχνή.

– Ε, αν δεν τα δω και καλά δε μπορώ να έχω σωστή γνώμη… το ρισκάρω.

– Καλά μωρέ! Δες τα τώρα εδώ που είμαστε μόνοι μας…

λέει και σηκώνει κι άλλο το φόρεμα μέχρι τη μέση. Παθαίνω πλάκα! Δυο υπέροχες ποδάρες κρυμμένες καλά, που καταλήγουν σ’ ένα λουλουδάτο κλασικό εσώρουχο. Η καύλα μου χτυπάει κόκκινα! Νιώθω τον πούτσο μου να σκληραίνει από τη λαχτάρα.

– Για γύρνα και πίσω, λίγο, να έχω σφαιρική άποψη.

– Αχ, εδώ που φτάσαμε θα γυρίσω και πίσω…

αναστενάζει, στρίβει, κολλάει σχεδόν πάνω μου κι έρχομαι φάτσα με την κολάρα της. Απίστευτη! Δε μπορώ να κρατηθώ άλλο, τη χουφτώνω στα κωλομέρια, της χαϊδεύω τα μπούτια, της ορμάω κανονικά.

– Μα τόσο πολύ σου αρέσουν; ρωτάει και γέρνει πάνω μου.

– Πιάσε να δεις… και οδηγώ το χέρι της πάνω στο τζιν μου.

– Ω… τι είναι αυτά Γιάννη μου;…

κι αρχίζει τα χάδια. Με το ελεύθερο χέρι μου τεντώνομαι και τραβάω το σύρτη, ενώ περνάω το άλλο κάτω από την κιλότα της. Βάζω κωλόχερο στην Ελένη και γλιστράνε τα δάχτυλα μου διψασμένα προς το μουνί της.

– Σε θέλω τώρα… ψιθυρίζω θολωμένος.

– Μα δεν πρέπει …

αλλά ταυτόχρονα με το ένα χέρι στήνεται για να κολλήσει πάνω μου και με το άλλο τρίβει την πούτσα μου φτάνοντας μέχρι τ’ αρχίδια.

– Δεν ξέρω τι δεν πρέπει, ξέρω μόνο πως πρέπει να σε γαμήσω τώρα καύλα μου…

ψιθυρίζω και της κατεβάζω τη λουλουδένια κιλότα. Η χούφτα μου πιάνει το παχουλό, αξύριστο μουνί της, καυτό και μουσκεμένο. Της βάζω δυο δάχτυλα μέσα κι αρχίζει τα βογκητά.

– Αχ, στην κόλαση θα πάμε Γιάννη μου. Κι άλλο, κι άλλο δάχτυλο βάλε μου αγόρι μου.

Με το άλλο χέρι ξεκουμπώνω το τζιν βιαστικά, πετάγεται καυλωμένη η χοντρή ψωλάρα μου έξω κι όπως την έχω στημένη της την καρφώνω. Μπήκε εύκολα με τόσα υγρά κι αρχίζω να τη σφυροκοπώ.

– Έτσι αγόρι μου, γάμα με, σκίσε με, την κουνιάδα σου! Να σαι καλά! Τι πούτσα τρώω η τυχερή; Δωσ’ τη μου όλη γαμιά μου. Μήνες έχω να γαμηθώ.

Η υπέροχη κολάρα της πηγαινοέρχεται κι ασπρίζει στο μισοσκόταδο, τα βυζιά της έχουν πεταχτεί έξω κι εγώ παίζω με τις σκληρές της ρώγες.

– Σ’ αρέσει πουτάνα;  Πες μου σ’ αρέσει;

– Με τρελαίνει το γαμήσι σου μωρό μου. Τι γλυκιά που είναι η πούτσα σου; Μου έχεις πάρει το μυαλό. Θα χύσω η καριόλα. Έχω πολύ καιρό να γαμηθώ!

– Από τώρα θα σε γαμάω εγώ! Όποτε θες, θα μου το λες και θα ‘ρχομαι να σε πηδάω. Θα είμαι ο γαμιάς σου από δω και πέρα καύλα μου.

– Ναι! Ναι, ο γαμπρός μου κι ο γαμιάς μου! Εσύ… ότι θέλεις Γιάννη μου. Ότι θέλει η πούτσα σου. Μη σταματάς μόνο! Μη σταματάς να με γαμάς…

Πήγαινε μπρος πίσω σαν  λυσσασμένη κι εγώ τρελαμένος την ξέσκιζα. Δεν άντεξα όμως για πολύ. Ένιωσα πως θα έχυνα. Δε μπορούσα να κρατηθώ.

– Θα σε χύσω καριόλα, δεν αντέχω άλλο, μ’ έχεις πεθάνει, μ’ έχεις λιώσει!

Γαντζώνομαι πάνω της, τη δαγκώνω στο λαιμό κι αρχίζω να χύνω μουγκρίζοντας. Εκείνη έχει παραλύσει, η φωνή της τρέμει.

– Χύσε με αγόρι μου! Χύσε μέσα στο μουνί μου… δρόσισε το σε παρακαλώ.

Τραβάω σφιχτά το φόρεμα της κι αρχίζω τους σπασμούς.

– Σε χύνω μωρή κουνιάδα καυλιάρα… στη χύνω τη μουνάρα σου!

– Χύνω κι εγώ άντρα μου, χύνω η πουτάνα σου! Με νιώθεις;…

κι αρχίζει να τρέμει ολόκληρη πάνω στην ψωλάρα μου. Είχα καιρό να ευχαριστηθώ έτσι χύσιμο. Ξεθύμανα, της τα έδωσα όλα. Αφού τελείωσα, τραβήχτηκα και προσπαθούσα να συνέλθω. Λαχανιασμένοι και οι δυο. Αυτή κατέβασε το φόρεμά της, γυμνή από μέσα, μ’ αγκάλιασε και με φίλησε στο στόμα. Έβγαλα από τα πόδια της την κιλότα και την έβαλα στην τσέπη μου.

– Θα τη μυρίζω και θα σε σκέφτομαι, της λέω.

– Αυτό θα είναι το μυστικό μας πια, μου απαντά.

– Είναι μόνο η αρχή Ελένη μου. Πάμε πάνω τώρα.

– Ότι θες εσύ αγόρι μου.

Αγκαλιαστήκαμε, τράβηξα το σύρτη κι ανεβήκαμε σπίτι. Η πιο όμορφη ερωτική μου περιπέτεια μόλις άρχιζε. Η Ελένη ήταν πραγματικά πεινασμένη και εγώ έτοιμος να γίνω ο γκόμενος της.

 

_

Share.

Comments are closed.