Νουβέλα: “Ο Ωρολογοποιός και η αιώνια πόλη”

0

Όταν ο χρόνος δεν κυλάει το ίδιο για όλους, ποιος κρατά το κλειδί;

Υπάρχει μια πόλη που δεν μοιάζει με καμία άλλη. Δεν έχει όνομα, γιατί υπάρχει από πάντα. Δεν έχει σύνορα, γιατί ο χρόνος δεν τη δεσμεύει. ‍ Μερικοί άνθρωποι εδώ ζουν μόνο για μία μέρα.
‍ Άλλοι ζουν αιώνια, δίχως να γεράσουν ποτέ. ‍ Άλλοι γεννιούνται με ρολόγια χαραγμένα στο δέρμα τους. Και όλοι τους έχουν ένα μυστικό: Ο χρόνος τους δεν είναι τυχαίος. Κάποιος τον ορίζει. Και αυτός ο κάποιος είναι ο Ωρολογοποιός.

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΩΡΟΛΟΓΟΠΟΙΟΥ

Λένε ότι υπάρχει ένας άνθρωπος που φτιάχνει ρολόγια. Αλλά δεν είναι απλά μηχανές χρόνου.
Είναι η ίδια η ζωή των ανθρώπων. Αν έχεις το σωστό ρολόι, μπορείς να ζήσεις για πάντα. Αν έχεις το λάθος, ο χρόνος σου τελειώνει πριν προλάβεις να ανασάνεις. Αν δεν έχεις καθόλου ρολόι, δεν υπήρξες ποτέ. ‍ Κανείς δεν ξέρει αν ο Ωρολογοποιός είναι άνθρωπος, θεός, ή κάτι χειρότερο. ‍ Μόνο ένα πράγμα είναι σίγουρο: Αν τον βρεις… μπορεί να αλλάξει τη μοίρα σου.

Ο ήρωάς μας ξυπνά σε ένα παλιό δωμάτιο, με ένα ρολόι χαραγμένο στο χέρι του.  Το ρολόι του δείχνει μόνο λίγες ώρες ζωής. Δεν θυμάται ποιος είναι.  Δεν θυμάται πώς βρέθηκε εδώ. Αλλά ξέρει ένα πράγμα: Αν το ρολόι μηδενίσει… πεθαίνει. Η μόνη του ελπίδα; Να βρει τον Ωρολογοποιό πριν τελειώσει ο χρόνος του. Αλλά μπορεί κανείς να βρει κάποιον που ελέγχει τον χρόνο;

Όταν ο χρόνος σου τελειώνει, πρέπει να τρέξεις

Ο ήρωας ξυπνά σε ένα παλιό, σκονισμένο δωμάτιο. Τα ξύλινα πατώματα τρίζουν, οι τοίχοι έχουν ρωγμές, και το φως της ημέρας μπαίνει από μια σπασμένη κουρτίνα. Το κεφάλι του πονάει. Δεν θυμάται τίποτα. Και τότε βλέπει το χέρι του. Ένα ρολόι είναι χαραγμένο στο δέρμα του.

00:06:45

00:06:44

00:06:43

Έχει μόνο έξι λεπτά και κάτι δευτερόλεπτα. ‍ Αν μηδενίσει… τελειώνει. Κάποιος χτυπά την πόρτα.

“Ξύπνησες επιτέλους.”

‍ Η φωνή είναι βαθιά, γνώριμη… αλλά δεν θυμάται από πού.

“Αν δεν θέλεις να πεθάνεις, πρέπει να με ακολουθήσεις.”

Η πόρτα ανοίγει και ένας άντρας στέκεται εκεί. Μαύρο παλτό, στρογγυλά γυαλιά, ένα χρυσό ρολόι στην αριστερή του παλάμη.

“Ξέρεις ποιος είμαι;”

Ο ήρωας κοιτάζει το ρολόι του. Ο χρόνος του λιγοστεύει. Δεν έχει επιλογή. Πρέπει να ακολουθήσει τον άγνωστο. Ο ήρωας ακολουθεί τον μυστηριώδη άντρα έξω από το δωμάτιο. Βγαίνουν σε ένα στενό, λιθόστρωτο σοκάκι. Ο ουρανός είναι γκρίζος, οι άνθρωποι περπατούν γύρω τους σαν να μην υπάρχουν. Η πόλη είναι παλιά, αλλά γεμάτη ρολόγια. Ρολόγια στους τοίχους, στους δρόμους, στα κτίρια, ακόμα και στα ρούχα των ανθρώπων. Όλοι έχουν ένα ρολόι στο δέρμα τους. Και κανένα ρολόι δεν δείχνει την ίδια ώρα. Ο ήρωας κοιτάζει το δικό του. Ο χρόνος συνεχίζει να λιγοστεύει.

00:04:57

“Ποιος είσαι;”

Ο άντρας δεν απαντά αμέσως. Απλά χαμογελά και γυρίζει τον καρπό του. ‍ Το χρυσό του ρολόι δεν έχει δείκτες. ‍ Είναι άδειο.

“Είμαι ο Μάριο.”

“Και αν θες να ζήσεις, θα κάνεις ό,τι σου πω.”

‍ Ο ήρωας σφίγγει τα δόντια του.

“Τι μου συμβαίνει; Ποιος έβαλε αυτό το ρολόι στο χέρι μου;”

Ο Μάριο τον κοιτάζει για λίγο, λες και σκέφτεται αν πρέπει να του πει την αλήθεια.

“Εσύ το έβαλες.”

Ο ήρωας παγώνει.

“Ψέματα.”

“Όχι.”

“Αλλά δεν έχεις χρόνο να θυμηθείς. Πρέπει να φτάσουμε σε αυτόν που μπορεί να σου δώσει περισσότερες απαντήσεις.”

Ο Μάριο τον οδηγεί σε ένα σκοτεινό μέρος της πόλης. Μέσα από υπόγεια δρομάκια, μέσα από αγορές γεμάτες ψιθυριστές που ανταλλάσσουν ρολόγια, μέσα από δρόμους που φαίνεται να αλλάζουν κάθε φορά που κοιτάς μακριά. Τελικά, φτάνουν μπροστά σε ένα μικρό κατάστημα χωρίς ταμπέλα. Το μοναδικό αντικείμενο στη βιτρίνα είναι ένα παλιό, σκουριασμένο ρολόι.

“Εδώ είναι.”

“Μέσα βρίσκεται κάποιος που μπορεί να σε βοηθήσει.”

‍ Ο ήρωας κοιτάζει το ρολόι του.

00:02:10

Η πόρτα του μαγαζιού ανοίγει με έναν υπόκωφο ήχο. Ο ήρωας μπαίνει μέσα, με τον Μάριο πίσω του. Η ατμόσφαιρα μυρίζει λάδι μηχανής και παλιό ξύλο. Γύρω του, ράφια γεμάτα ρολόγια. Ρολόγια τοίχου, τσέπης, καρπού… αλλά το πιο παράξενο; Όλα δείχνουν διαφορετική ώρα. Κανένα δεν συγχρονίζεται με τα άλλα. Το δικό του ρολόι συνεχίζει να μετρά αντίστροφα.

00:01:45

“Αργήσατε.”

Ο ήρωας γυρίζει και βλέπει έναν γέρο πίσω από τον ξύλινο πάγκο του καταστήματος. Φοράει έναν μακρύ, μπλε μανδύα γεμάτο σκόνη και μικροσκοπικούς μηχανισμούς ραμμένους στο ύφασμα.  Τα χέρια του είναι λεπτά, ρυτιδιασμένα, με μικροσκοπικά εργαλεία στα δάχτυλα. ‍ Αλλά τα μάτια του.  ‍ Τα μάτια του είναι νεανικά, σαν να μην έχουν γεράσει ποτέ.

“Είσαι… ο Ωρολογοποιός;”

“Έτσι με φωνάζουν.”

Ο ήρωας του δείχνει το ρολόι στο χέρι του.

00:01:10

“Πες μου ότι μπορείς να το σταματήσεις.”

‍ Ο Ωρολογοποιός τον κοιτάζει σιωπηλά. Δεν φαίνεται τρομαγμένος. Δεν φαίνεται ανήσυχος.

‍ “Δεν είναι τόσο απλό.”

“ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΟ;”

“ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ!”

Ο Ωρολογοποιός σηκώνει το χέρι του και δείχνει ένα συγκεκριμένο ρολόι στον τοίχο. Ο ήρωας ακολουθεί το βλέμμα του… και τότε βλέπει κάτι τρομακτικό. ‍ Το ρολόι δείχνει ακριβώς τον ίδιο χρόνο με το δικό του.

00:00:55

00:00:54

00:00:53

Δεν είναι το μοναδικό. Όλα τα ρολόγια στον τοίχο αρχίζουν να συγχρονίζονται με το δικό του.

“Το ρολόι σου δεν μετρά απλά τον χρόνο σου.”

“Μετρά κάτι πολύ μεγαλύτερο.”

Ο ήρωας παρακολουθεί, ανήμπορος να αντιδράσει. Τα ρολόγια στον τοίχο συγχρονίζονται με το δικό του. Όλη η πόλη, όλοι οι άνθρωποι, όλοι όσοι υπάρχουν εδώ. Ο χρόνος τους είναι συνδεδεμένος με τον δικό του. Αν το ρολόι του μηδενίσει. Δεν θα πεθάνει μόνο αυτός. Θα πεθάνουν όλοι.

“Τι στο διάολο σημαίνει αυτό;”

‍ Ο Ωρολογοποιός δεν δείχνει έκπληκτος.

‍ “Δεν το κατάλαβες ακόμα;”

‍ “Το ρολόι σου δεν είναι μεμονωμένο. Είναι ο κεντρικός μηχανισμός.”

‍ “Είσαι ο φορέας του χρόνου της πόλης.”

‍ “Αν πεθάνεις… η πόλη τελειώνει μαζί σου.”

Ο ήρωας νιώθει το αίμα του να παγώνει.

“Ψέματα.”

“Δεν γίνεται.”

Αλλά οι δείκτες συνεχίζουν να κινούνται.

00:00:30

Τριάντα δευτερόλεπτα. Τριάντα δευτερόλεπτα πριν τελειώσει τα πάντα.  Ο Ωρολογοποιός πλησιάζει. ‍ Ακουμπά το ρολόι στο χέρι του ήρωα με τα δάχτυλά του. ‍ Κλείνει τα μάτια. Αλλά..  Τίποτα δεν αλλάζει. Ο χρόνος συνεχίζει να μετράει αντίστροφα.

00:00:15

‍ Τα μάτια του Ωρολογοποιού ανοίγουν ξαφνικά, γεμάτα ανησυχία.

‍ “Δεν μπορώ να το σταματήσω.”

00:00:10

00:00:09

Ο ήρωας νιώθει τον φόβο να τον πνίγει. Αν το ρολόι μηδενίσει, ολόκληρη η πόλη θα καταρρεύσει.  Όλοι όσοι ζουν εδώ θα εξαφανιστούν σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Και ο Ωρολογοποιός μόλις είπε ότι δεν μπορεί να το σταματήσει.

‍ “Υπάρχει κάτι που δεν μου λες.”

‍ “Πρέπει να υπάρχει τρόπος!”

Ο Μάριο, που μέχρι τώρα έμενε σιωπηλός, κάνει ένα βήμα μπροστά.

“Υπάρχει.”

“Αλλά δεν θα σου αρέσει.”

Ο Ωρολογοποιός γυρίζει αργά προς τον Μάριο. Για πρώτη φορά, τα μάτια του γεμίζουν ανησυχία.

“Δεν πρέπει να το κάνει.”

“Είναι επικίνδυνο.”

Αλλά ο ήρωας δεν έχει χρόνο να αμφιβάλλει.

00:00:05

“Τι πρέπει να κάνω;”

Ο Μάριο τον κοιτάζει ψυχρά.

“Πρέπει να ξυπνήσεις.”

Ο ήρωας παγώνει.

“Τι σημαίνει αυτό;”

‍ “Ο χρόνος εδώ δεν είναι αληθινός.”

‍ “ΕΣΥ δεν είσαι αληθινός.”

‍ “Η πόλη δεν είναι αληθινή.”

‍ “Όλα όσα βλέπεις… είναι μια ψευδαίσθηση που κάποιος σε ανάγκασε να ζήσεις.”

Ο Ωρολογοποιός κοιτάζει τον ήρωα με λύπη.

“Δεν έχεις καταλάβει ακόμα, έτσι;”

“Δεν ψάχνεις για χρόνο. Ψάχνεις για έξοδο.”

“Δεν είσαι ζωντανός.”

“Είσαι παγιδευμένος σε έναν κύκλο που επαναλαμβάνεται για πάντα.”

“Και τώρα… είναι η ευκαιρία σου να ξεφύγεις.”

00:00:02

Ο ήρωας πρέπει να πάρει μια απόφαση. Αν πιστέψει τον Μάριο και τον Ωρολογοποιό… πρέπει να αφήσει τον χρόνο να τελειώσει. Να μην αντισταθεί. Να αφήσει τον κόσμο να καταρρεύσει. Αλλά αν κάνουν λάθος… Όλοι θα πεθάνουν.

00:00:01

‍ “Τι διαλέγεις;”

Ο ήρωας κοιτάζει τον Ωρολογοποιό. Κοιτάζει τον Μάριο. Κοιτάζει τα ρολόγια γύρω του που πάλλονται σαν να είναι ζωντανά. Αν έχουν δίκιο, όλα όσα έζησε είναι ένα ψέμα. Αν κάνουν λάθος, θα πεθάνει… και θα πάρει μαζί του ολόκληρη την πόλη. Κλείνει τα μάτια του.

“Αν αυτό είναι η πραγματικότητα… τότε ας τελειώσει εδώ.”

Σταματά να παλεύει. Αφήνει το ρολόι να φτάσει στο τέλος του. Tα πάντα γίνονται λευκά. Ο κόσμος καταρρέει γύρω του. Οι ήχοι σβήνουν, οι μορφές διαλύονται, ολόκληρη η πόλη σπάει σαν γυαλί. ‍ Ο ήρωας νιώθει σαν να πέφτει… ‍ Μαύρο κενό. Απόλυτη σιωπή. Ένας οξύς ήχος… μπιπ, μπιπ, μπιπ…  Κάτι παλλόταν δίπλα του. Ο ήρωας ανοίγει τα μάτια του απότομα. Δεν είναι στο μαγαζί του Ωρολογοποιού. Δεν είναι καν στην πόλη. Είναι ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Γύρω του, καλώδια και μηχανήματα τον κρατούν ζωντανό. Στον καρπό του… δεν υπάρχει ρολόι.

“Όχι…”

“Τι είναι αυτό το μέρος;”

Μια φωνή ακούγεται από το βάθος του δωματίου.

“Καλώς ήρθες πίσω.”

Ο ήρωας γυρίζει και βλέπει έναν άντρα με λευκή ιατρική ποδιά. Τα μάτια του είναι ψυχρά, αλλά χαμογελάει.

‍ “Ονομάζομαι Δρ. Έμερσον.”

‍ “Και μόλις βγήκες από τον μεγαλύτερο ψηφιακό πειραματισμό που έχει γίνει ποτέ.”

Ο ήρωας δεν ήταν ποτέ στην Αιώνια Πόλη. Ο Ωρολογοποιός, ο Μάριο, τα ρολόγια… δεν ήταν αληθινά. Ήταν όλα ένα πείραμα. Αλλά γιατί; Ποιος ήταν ο στόχος τους; Και το σημαντικότερο… ποιος πραγματικά είναι ο ήρωας; Ο ήρωας νιώθει το κεφάλι του βαρύ, το σώμα του εξαντλημένο.  Το νοσοκομειακό δωμάτιο είναι ψυχρό, οι τοίχοι λευκοί, αποστειρωμένοι. Δεν υπάρχει καμία πόλη.  Δεν υπάρχουν ρολόγια. Όλα ήταν ένας ψηφιακός κόσμος, μια προσομοίωση που τώρα τελείωσε.  Αλλά γιατί; Ο άντρας με την ιατρική ποδιά στέκεται μπροστά του, κρατώντας ένα τάμπλετ γεμάτο δεδομένα.

“Είσαι πιο δυνατός απ’ όσο νομίζαμε.”

“Πραγματικά πίστεψες ότι η Αιώνια Πόλη ήταν αληθινή, έτσι δεν είναι;”

‍ Ο ήρωας προσπαθεί να σηκωθεί, αλλά οι μύες του δεν υπακούν. Είναι αδύναμος, σαν να μην έχει περπατήσει για χρόνια.

“Τι μου κάνατε;”

Ο Δρ. Έμερσον πλησιάζει, αφήνοντας το τάμπλετ πάνω στο τραπέζι.

“Εσύ το έκανες στον εαυτό σου. Ήσουν ο πρώτος εθελοντής του μεγαλύτερου πειράματος που έγινε ποτέ πάνω στον χρόνο.”

‍ Ο ήρωας παγώνει.

‍ “Εθελοντής; Τι εννοείς;”

Ο Έμερσον χαμογελάει.

“Ας πούμε ότι κάποτε, ήσουν ένας επιστήμονας όπως εγώ. Αλλά αποφάσισες να πας πιο μακριά από όλους μας. “Αποφάσισες να δοκιμάσεις την ίδια σου την έρευνα στον εαυτό σου. Και τώρα… μόλις ξύπνησες από έναν ύπνο εκατό χρόνων.”

Ο ήρωας νιώθει το μυαλό του να καίγεται από ερωτήσεις. Η Αιώνια Πόλη δεν ήταν απλά μια προσομοίωση… ήταν μια φυλακή. Μια δοκιμή πάνω στο αν μπορεί ο χρόνος να σταματήσει. Αν μπορεί κάποιος να ξεφύγει από τη φυσική ροή του. Αλλά αυτό σημαίνει…

“Αν κοιμόμουν για εκατό χρόνια…τι συμβαίνει στον κόσμο τώρα;”

Ο Δρ. Έμερσον σταματά να χαμογελάει.

“Αυτή είναι η ερώτηση που πρέπει να κάνεις. Και η απάντηση είναι… ότι τίποτα δεν είναι όπως το άφησες. Ο κόσμος δεν είναι πια δικός σου.”

Ο Δρ. Έμερσον πιέζει ένα κουμπί στο τάμπλετ του. Οι τοίχοι του δωματίου γίνονται διάφανοι και ξαφνικά… βλέπει. Ένας νέος κόσμος απλώνεται μπροστά του. Ουρανοξύστες που δεν μοιάζουν με τίποτα που έχει ξαναδεί. Άνθρωποι περπατούν σε γέφυρες φωτός, χωρίς σκιά. Κανείς δεν φορά ρολόγια, γιατί κανείς δεν χρειάζεται να μετράει τον χρόνο. Η ανθρωπότητα νίκησε τον χρόνο. Δεν υπάρχει γήρανση. Δεν υπάρχει θάνατος. Δεν υπάρχει παρελθόν ή μέλλον.

‍ “Πού… πού βρίσκομαι;”

Ο Δρ. Έμερσον τον κοιτάζει σοβαρά.

“Καλώς ήρθες στην Αιώνια Εποχή. Είμαστε το τελευταίο είδος ανθρώπων που υπήρξε ποτέ. Και εσύ… είσαι το τελευταίο απομεινάρι του παλιού κόσμου.”

Ο ήρωας κοιτάζει έξω από το παράθυρο του νοσοκομείου. Ο κόσμος που βλέπει δεν μοιάζει με τίποτα που γνώριζε. Δεν υπάρχει νύχτα ή μέρα – μόνο ένας σταθερός, γαλάζιος ουρανός. Οι άνθρωποι κινούνται ήρεμα, χωρίς βιασύνη, χωρίς άγχος, χωρίς φθορά. ‍ Όλοι φαίνονται νέοι.
‍ Όλοι είναι ίδιοι. ‍ Όλοι χαμογελούν… αλλά κάτι δεν πάει καλά. Γιατί δεν βλέπει κανένα παιδί; Γιατί κανείς δεν τρέχει, δεν γελάει, δεν βιάζεται; Γιατί νιώθει ότι αυτός ο κόσμος είναι ψεύτικος; Ο Έμερσον στέκεται δίπλα του, τα χέρια του πίσω από την πλάτη του.

“Βλέπεις, όταν σε βάλαμε στο πείραμα, ο κόσμος ήταν χαοτικός. Πόλεμοι. Ασθένειες. Η ανθρώπινη φύση να καταστρέφει τα πάντα. Ο χρόνος ήταν ο εχθρός μας. Οι άνθρωποι γερνούσαν, πέθαιναν, έκαναν λάθη. Και έτσι… τον σταματήσαμε.”

“Τι εννοείς… σταματήσατε τον χρόνο;”

Ο Έμερσον χαμογελάει αχνά.

“Απλά. Διαγράψαμε το μέλλον.”

Ο ήρωας αισθάνεται ένα βάρος στο στήθος του.

“Διαγράψατε το… μέλλον;”

Γυρίζει και κοιτάζει ξανά την πόλη. Όλοι είναι ίδιοι. Όλοι φαίνονται 25-30 ετών. Δεν υπάρχουν ηλικιωμένοι. Δεν υπάρχουν παιδιά. Δεν γεννιέται κανείς. Δεν πεθαίνει κανείς. Η ανθρωπότητα έχει παγώσει σε έναν ατελείωτο κύκλο αθανασίας.

“Είστε αθάνατοι… αλλά δεν υπάρχει μέλλον. Έχετε σκοτώσει κάθε πιθανότητα αλλαγής.”

“Και δεν χρειάζεται να αλλάξουμε. Τέλος στις ασθένειες. Τέλος στον θάνατο. Τέλος στη φθορά. Τώρα, υπάρχει μόνο η Αιώνια Εποχή.”

“Αυτό δεν είναι ζωή. Είναι φυλακή.”

Ο Έμερσον τον κοιτάζει με ενδιαφέρον.

“Γι’ αυτό σε ξυπνήσαμε.  Γιατί εσύ… είσαι το τελευταίο κομμάτι του παλιού κόσμου. Και θες δεν θες… έχεις κάτι που εμείς δεν έχουμε πια. Έχεις χρόνο.”

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

Ο ήρωας σφίγγει τις γροθιές του. Ο κόσμος έξω φαίνεται τέλειος… αλλά είναι νεκρός. Οι άνθρωποι είναι ζωντανοί, αλλά δεν έχουν μέλλον. Και για κάποιο λόγο, αυτός είναι διαφορετικός.

“Τι εννοείς ότι έχω χρόνο; Πώς γίνεται εγώ να είμαι διαφορετικός από όλους σας;”

Ο Δρ. Έμερσον κάνει μια παύση πριν απαντήσει.

“Γιατί εσύ… είσαι ο πρώτος άνθρωπος που ξαναξύπνησε μετά από 100 χρόνια. Το σώμα σου ανήκει στον παλιό κόσμο. Δεν σε επηρεάζει η Αιώνια Εποχή.”

“Αυτό σημαίνει…”

‍ “Ότι μπορείς να έχεις παιδιά. Ότι μπορείς να γεράσεις. Ότι μπορείς να πεθάνεις. Είσαι το μόνο άτομο στην Αιώνια Εποχή… που είναι ακόμα ανθρώπινο.”

Ο ήρωας αισθάνεται το στομάχι του να σφίγγεται. Αν είναι ο μόνος άνθρωπος που έχει ακόμα φυσιολογικό χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρωπότητα έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Χωρίς νέα γενιά, η Αιώνια Εποχή θα καταρρεύσει… αργά, αλλά αναπόφευκτα. Η ανθρωπότητα κέρδισε την αθανασία, αλλά καταδίκασε τον εαυτό της.

“Και τι θέλετε από εμένα;  Να γίνω ένα επιστημονικό πείραμα; Να μελετήσετε το DNA μου για να ξανακάνετε τους ανθρώπους φυσιολογικούς;”

Ο Έμερσον κουνάει αργά το κεφάλι του.

“Όχι. Δεν θέλουμε να ξαναφέρουμε τον παλιό κόσμο. Θέλουμε να τελειώσουμε την αθανασία… και να την κάνουμε τέλεια. Θέλουμε να πάρουμε τον χρόνο που έχεις… και να τον διανείμουμε στην ανθρωπότητα.”

“Θέλετε να με σκοτώσετε για να ζήσετε εσείς για πάντα;”

“Δεν θα σε σκοτώσουμε. Θα σε χρησιμοποιήσουμε.”

Ο ήρωας νιώθει την αλήθεια να τον χτυπά σαν κύμα. Δεν τον ξύπνησαν για να τον σώσουν. Τον ξύπνησαν γιατί είναι το τελευταίο αποθεματικό χρόνου. Αν συνδεθεί στο σύστημά τους, θα μπορούν να αντλήσουν τον χρόνο του και να τον διανείμουν όπως θέλουν.  Θα μπορέσουν να κρατήσουν την Αιώνια Εποχή χωρίς ρίσκο, χωρίς θνησιμότητα, χωρίς φόβο. Αλλά αυτό σημαίνει… ότι ο ήρωας δεν θα έχει επιλογή. Θα είναι το αιώνιο καύσιμο για την ανθρωπότητα. Ένας άνθρωπος-γεννήτρια χρόνου, καταδικασμένος να χάνει χρόνο, ξανά και ξανά… μέχρι να μην μείνει τίποτα από αυτόν.

“Δεν θα το αφήσω να συμβεί.”

Ο Δρ. Έμερσον αναστενάζει.

“Δεν έχεις επιλογή. Η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει.”

Ο ήρωας νιώθει μια ξαφνική αδυναμία στα άκρα του. Τα δάχτυλά του μουδιάζουν. Τα μάτια του βαραίνουν. Μια οθόνη δίπλα του δείχνει μια αριθμητική τιμή.

75 ΧΡΟΝΙΑ… 74… 73…

Του κλέβουν τον χρόνο του. Η διαδικασία έχει ξεκινήσει χωρίς τη συγκατάθεσή του.  Αν δεν κάνει κάτι… σε λίγα λεπτά, θα έχει χαθεί.  Ο ήρωας αισθάνεται την ενέργεια να τον εγκαταλείπει. Οι αριθμοί στην οθόνη μειώνονται.

70 ΧΡΟΝΙΑ… 69… 68…

Το σώμα του βαραίνει. Ο χρόνος του διαρρέει μέσα από τα καλώδια που είναι συνδεδεμένα πάνω του. Αν δεν κάνει κάτι… θα γίνει σκλάβος του συστήματος. Πρέπει να δραπετεύσει. Πρέπει να καταστρέψει τη μηχανή πριν τον καταστρέψει εκείνη.

“Δεν έχεις ελπίδα, ξέρεις.”

Ο Δρ. Έμερσον τον κοιτάζει από ψηλά, ήρεμος, σίγουρος για τη νίκη του.

“Το σύστημα είναι τέλειο. Ο χρόνος σου είναι δικός μας τώρα.”

Ο ήρωας σφίγγει τα δόντια του.

“Ποτέ δεν υπάρχει τέλειο σύστημα.”

Με όση δύναμη του απομένει, τραβάει με βία τα καλώδια από το σώμα του. Ένας συναγερμός ηχεί.  Το δωμάτιο γεμίζει με κόκκινα φώτα. Ο χρόνος του επιστρέφει.

68… 69… 70…

Αλλά δεν είναι αρκετό. Πρέπει να φύγει. Ο ήρωας τρέχει έξω από το εργαστήριο. Η πόλη απλώνεται μπροστά του – τέλεια, ήσυχη, ακίνητη. Αλλά τώρα ξέρει την αλήθεια: Είναι μια φυλακή χωρίς κάγκελα.

“Πρέπει να φτάσω στην κεντρική μονάδα. Αν καταστρέψω την καρδιά της Αιώνιας Εποχής, όλα τελειώνουν.”

Αλλά δεν είναι μόνος. Από κάθε γωνία, από κάθε δρόμο, άνθρωποι τον κοιτάζουν. Τα μάτια τους είναι κενά. Το χαμόγελό τους σταθερό.

‍ “Δεν μπορείς να φύγεις. Δεν μπορείς να σταματήσεις την τελειότητα.”

Όλοι είναι συνδεδεμένοι στο σύστημα. Όλοι είναι κομμάτι του. Και όλοι είναι εχθροί του.  Μπροστά του, η Κεντρική Μονάδα της Αιώνιας Εποχής – ένας τεράστιος κρυστάλλινος πύργος που ελέγχει τον χρόνο. Αν καταφέρει να μπει μέσα και να τον καταστρέψει, όλα τελειώνουν. Αλλά αν αποτύχει… θα χαθεί για πάντα.  Πρέπει να επιλέξει: Να πολεμήσει μέχρι τέλους, να φτάσει στην Κεντρική Μονάδα και να καταστρέψει την Αιώνια Εποχή. Να βρει έναν άλλο τρόπο – να χακάρει το σύστημα αντί να το καταστρέψει, να αλλάξει τους κανόνες του.  Να προσπαθήσει να διαφύγει – να αφήσει την Αιώνια Εποχή πίσω του και να βρει έναν νέο κόσμο έξω από αυτήν.

Ο ήρωας κοιτάζει την Κεντρική Μονάδα μπροστά του. Μέσα της, ολόκληρο το σύστημα που ελέγχει τον χρόνο, τον διαχειρίζεται, τον φυλακίζει.

“Δεν θα ξαναγίνω σκλάβος. Δεν θα αφήσω την ανθρωπότητα παγιδευμένη για πάντα. Θα το καταστρέψω.”

Ο ήρωας τρέχει προς τον γυάλινο πύργο. Πίσω του, οι “αιώνιοι άνθρωποι” κινούνται αργά, αλλά σταθερά, σαν να είναι ένα σώμα, ένα ον με έναν κοινό σκοπό: Να προστατεύσουν το σύστημα. Η είσοδος ανοίγει μπροστά του, ένας διάδρομος γεμάτος φως. Στην καρδιά της δομής, τον περιμένει ο πραγματικός εγκέφαλος της Αιώνιας Εποχής. Ο Δρ. Έμερσον είναι ήδη εκεί.

“Περίμενα ότι θα διάλεγες τη βία. Όλοι οι άνθρωποι επιλέγουν τη βία όταν φοβούνται την τελειότητα.”

Ο ήρωας σφίγγει τις γροθιές του.

“Η τελειότητά σου είναι μια φυλακή. Και εγώ είμαι εδώ για να την γκρεμίσω.”

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ – Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Ο Έμερσον σηκώνει το χέρι του. Από τον τοίχο, μηχανικά καλώδια κινούνται σαν φίδια, προσπαθώντας να αρπάξουν τον ήρωα. Αλλά αυτή τη φορά, είναι έτοιμος. Αποφεύγει τα καλώδια και τρέχει προς την Κεντρική Κονσόλα – το σημείο που κρατάει το σύστημα ενεργό. Μια οθόνη αναβοσβήνει μπροστά του:

ΚΩΔΙΚΟΣ ΑΠΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ…

Πληκτρολογεί όσο πιο γρήγορα μπορεί. Αλλά ο Έμερσον χαμογελάει.

“Πραγματικά νομίζεις ότι μπορείς να το χακάρεις; Δεν έχεις αρκετό χρόνο.”

Ο χρόνος του στην οθόνη αρχίζει να πέφτει ξανά.

60 ΧΡΟΝΙΑ… 50… 40…

“Όχι αυτή τη φορά.”

Ο ήρωας δεν προσπαθεί να το χακάρει. Ανοίγει ένα από τα κυκλώματα του πύργου και κάνει το αδιανόητο. Ολόκληρη η Κεντρική Μονάδα αρχίζει να τρέμει. Ο χρόνος, που κάποτε ήταν ελεγχόμενος, τώρα γίνεται ανεξέλεγκτος.

“Αν δεν μπορεί να σταματήσει. Τότε ας καταρρεύσει από μόνος του.”

Ο Έμερσον κοιτάζει έντρομος την οθόνη.

“ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ;”

Τα ρολόγια του συστήματος τρελαίνονται. Άνθρωποι στην πόλη αρχίζουν να νιώθουν… κάτι που είχαν ξεχάσει. Ο χρόνος επιστρέφει.  Τα σώματά τους αλλάζουν. ‍ Μερικοί γερνούν απότομα.
‍ Άλλοι ξαφνικά ανασαίνουν σαν να είχαν κρατήσει την αναπνοή τους για έναν αιώνα. Η “τελειότητα” καταρρέει. Ο χρόνος εκρήγνυται σαν παλιρροϊκό κύμα και καταπίνει την Αιώνια Εποχή. Ο ήρωας τρέχει προς την έξοδο. Πίσω του, ο Έμερσον ουρλιάζει καθώς ο κόσμος που δημιούργησε καταρρέει. Αλλά δεν υπάρχει χρόνος για λύπηση. Πρέπει να βγει… πριν καταστραφεί κι αυτός μαζί με την πόλη. Ο ήρωας ανοίγει τα μάτια του. Είναι ξαπλωμένος στο έδαφος, έξω από τα ερείπια της Αιώνιας Εποχής. Ο ήλιος λάμπει για πρώτη φορά… ίσως μετά από αιώνες. Οι άνθρωποι που επέζησαν τον κοιτάζουν, φοβισμένοι, χαμένοι.

“Δεν είστε πια αθάνατοι. Ο κόσμος άλλαξε ξανά.”

Κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει τώρα. Θα μάθουν ξανά πώς να ζουν με τον χρόνο; Ή θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν άλλη μια Αιώνια Εποχή; ‍ Ο ήρωας δεν έχει απαντήσεις. ‍ Ξέρει μόνο ένα πράγμα:

“Ο χρόνος ανήκει ξανά σε αυτούς που τον ζουν.”

Η Αιώνια Εποχή κατέρρευσε. Η ανθρωπότητα πρέπει να μάθει ξανά τι σημαίνει χρόνος, ζωή και θάνατος. Ο ήρωας δεν είναι πλέον φυλακισμένος. Αλλά ο κόσμος δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος. Η  Αιώνια Εποχή τελείωσε. Ο χρόνος άρχισε ξανά να κυλάει. Οι άνθρωποι που κάποτε ήταν αθάνατοι τώρα γερνούν, κάποιοι πιο γρήγορα από άλλους. Μερικοί πέφτουν στο έδαφος, μην μπορώντας να διαχειριστούν την αλλαγή.

“Τους κατέστρεψα;  Ή τους απελευθέρωσα;”

Ο ήρωας κοιτάζει τα συντρίμμια της πόλης. Οι ουρανοξύστες γκρεμίζονται, οι μηχανές του χρόνου σβήνουν. Ο κόσμος πρέπει να ξαναμάθει να ζει. Αλλά όχι όλοι το θέλουν. Μια ομάδα ανθρώπων ξεχωρίζει από το πλήθος. Δεν πανικοβάλλονται. Δεν τρέχουν. Στέκονται ψυχροί, με τα βλέμματά τους καρφωμένα πάνω στον ήρωα.

‍ “Εσύ το έκανες αυτό. Εσύ μας πήρες την αιωνιότητα. Και θα πληρώσεις.”

Δεν ήταν όλοι χαρούμενοι με την επιστροφή του χρόνου. Κάποιοι θεωρούν ότι η αθανασία ήταν το πεπρωμένο τους. Και τώρα, βλέπουν τον ήρωα ως τον άνθρωπο που τους καταδίκασε.

“Αν νομίζετε ότι θα φτιάξετε ξανά την Αιώνια Εποχή θα πρέπει να περάσετε από εμένα.”

Ο κόσμος μπορεί να απελευθερώθηκε, αλλά οι μάχες δεν έχουν τελειώσει. Κάποιοι θέλουν να ξαναφέρουν την αθανασία. Άλλοι θέλουν να εκμεταλλευτούν την αδυναμία αυτών που ήταν αθάνατοι για τόσο καιρό. Και κάπου στη μέση, ο ήρωας πρέπει να αποφασίσει τι είδους κόσμος θα χτιστεί μετά την πτώση. Ο χρόνος δεν είναι πλέον φυλακή… Αλλά ποιος θα τον ελέγχει τώρα; Οι δρόμοι είναι γεμάτοι πανικό. Οι άνθρωποι που κάποτε ήταν αθάνατοι τώρα νιώθουν τον χρόνο να τους βαραίνει. Κάποιοι αρχίζουν να γερνούν απότομα, άλλοι νιώθουν για πρώτη φορά κουρασμένοι. Ο κόσμος είναι χαοτικός, σπασμένος, χωρίς ηγέτες, χωρίς σύστημα.

“Τους άφησα ελεύθερους… αλλά μπορούν να επιβιώσουν μόνοι τους ή μήπως… δημιούργησα ένα ακόμα μεγαλύτερο χάος;”

Μέσα στο χάος, δύο νέες φατρίες σχηματίζονται.

‍ 1. Οι Κληρονόμοι του Χρόνου
Πιστεύουν ότι η Αιώνια Εποχή πρέπει να επιστρέψει.
Θέλουν να βρουν τρόπο να ξαναχτίσουν το σύστημα της αθανασίας.
Βλέπουν τον ήρωα ως απειλή.

‍ 2. Οι Αναγεννημένοι
Πιστεύουν ότι η ανθρωπότητα πρέπει να μάθει ξανά να ζει με τον χρόνο.
Θέλουν να καταστρέψουν κάθε ίχνος της παλιάς τεχνολογίας.
Βλέπουν τον ήρωα ως ηγέτη… ή ως απειλή αν δεν είναι με το μέρος τους.

Κάπου στα ερείπια της Κεντρικής Μονάδας υπάρχει ένα εφεδρικό σύστημα. Ένα τελευταίο απομεινάρι της Αιώνιας Εποχής. Αν το ενεργοποιήσουν… θα ξαναπάρουν τον έλεγχο του χρόνου.  Αλλά χρειάζονται κάτι. Χρειάζονται τον ήρωα. Μόνο το DNA του μπορεί να ξεκλειδώσει το παλιό σύστημα. Αν τον πιάσουν, μπορούν να ξαναφτιάξουν την Αιώνια Εποχή. Ο ήρωας ξέρει ότι δεν μπορεί να μείνει ουδέτερος. Αν οι Κληρονόμοι ενεργοποιήσουν το παλιό σύστημα, όλα θα γίνουν όπως πριν. Αν οι Αναγεννημένοι καταστρέψουν τα πάντα, ο κόσμος ίσως γυρίσει στην αρχή του χρόνου, σε μια εποχή χάους. Οι Κληρονόμοι του Χρόνου θέλουν να ξαναφτιάξουν την Αιώνια Εποχή. Οι Αναγεννημένοι θέλουν να καταστρέψουν κάθε ίχνος του παλιού κόσμου. Αλλά ο ήρωας ξέρει κάτι που κανείς από αυτούς δεν βλέπει:

“Και οι δύο κάνουν λάθος.”

“Η ανθρωπότητα δεν μπορεί να επιστρέψει στην αθανασία.”

“Αλλά δεν μπορεί και να βυθιστεί στο χάος. Χρειάζεται μια ισορροπία. Και θα τη δημιουργήσω εγώ.”

Καθώς ο ήρωας ψάχνει στα ερείπια της Κεντρικής Μονάδας, βρίσκει κάτι που κανείς άλλος δεν έχει δει. Ένα αρχείο, κρυμμένο βαθιά στα συστήματα ασφαλείας της Αιώνιας Εποχής.

“Πρωτόκολλο Νέας Ροής”
ΜΗ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΜΕΝΟ

“Τι είναι αυτό;”

Ο Δρ. Έμερσον είχε δημιουργήσει ένα εναλλακτικό σχέδιο. Ένα πρόγραμμα που θα μπορούσε να διατηρήσει την αθανασία, αλλά μόνο για όσους τη χρειάζονταν πραγματικά. Ένα σύστημα που θα έδινε χρόνο σε όσους δεν είχαν αρκετό… και θα τον έπαιρνε από εκείνους που είχαν περισσότερο.  Μια νέα μορφή ισορροπίας. Ένα σύστημα δίκαιου χρόνου. Ο ήρωας ξέρει ότι αυτό είναι η απάντηση. Ούτε απόλυτη αθανασία… ούτε χάος. Ένα νέο σύστημα, βασισμένο σε δικαιοσύνη. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα: Χρειάζεται πρόσβαση στον τελευταίο πυρήνα της Αιώνιας Εποχής… και οι Κληρονόμοι τον φρουρούν. Αν θέλει να ενεργοποιήσει το Νέο Σύστημα, πρέπει να τους νικήσει.

“Αυτός είναι ο δρόμος μου. Δεν θα επιστρέψουμε στην τυραννία του χρόνου. Δεν θα χαθούμε στο χάος. Θα φτιάξουμε κάτι καινούργιο.”

Και έτσι, η τελευταία μάχη ξεκινά.  Ο ήρωας στέκεται μπροστά στα συντρίμμια της Κεντρικής Μονάδας. Μέσα της, ο τελευταίος πυρήνας της Αιώνιας Εποχής περιμένει να ενεργοποιηθεί. Αλλά δεν είναι μόνος. ‍ Οι Κληρονόμοι του Χρόνου είναι ήδη εκεί. Δεκάδες άνθρωποι με μάσκες, οπλισμένοι με προηγμένα όπλα, προστατεύουν το τελευταίο απομεινάρι της αθανασίας. Και στη μέση τους… ένας άντρας στέκεται ακίνητος, κοιτάζοντας τον ήρωα. Ένας άντρας που δεν περίμενε να δει ξανά. Ο άντρας κατεβάζει τη μάσκα του… και ο ήρωας παγώνει.

“Απογοητευμένος που με βλέπεις ζωντανό;”

Ο Δρ. Έμερσον είναι ακόμα εδώ. Είχε επιζήσει από την καταστροφή της Αιώνιας Εποχής… και τώρα ηγείται των Κληρονόμων του Χρόνου.

“Νόμιζες ότι θα με νικήσεις τόσο εύκολα;  Η αθανασία δεν μπορεί να καταστραφεί τόσο απλά. Και τώρα, θα πάρουμε πίσω τον κόσμο μας. Όχι αν σε σταματήσω πρώτα.”

Ο Δρ. Έμερσον κάνει νόημα. Οι στρατιώτες των Κληρονόμων επιτίθενται. Οι πρώτες εκρήξεις φωτίζουν τα χαλάσματα. Ο ήρωας χρησιμοποιεί ό,τι του έχει απομείνει – ταχύτητα, ευφυΐα, τη γνώση του παλιού κόσμου. Αλλά είναι μόνος. Και οι αντίπαλοί του είναι πολλοί.  Καθώς πολεμά, βλέπει κάτι στο βάθος. Μια κονσόλα, ανοιχτή. Είναι το σύστημα που μπορεί να ενεργοποιήσει το Νέο Σύστημα. Αν φτάσει εκεί, μπορεί να τελειώσει όλα αυτά. Αλλά ο Έμερσον τον περιμένει. Η τελευταία μάχη είναι εδώ. Οι στρατιώτες των Κληρονόμων πέφτουν ένας-ένας. Ο ήρωας έχει φτάσει κοντά στην κονσόλα. Αλλά μπροστά του στέκεται ο Δρ. Έμερσον.

“Δεν θα το επιτρέψω.”

Ο Έμερσον σηκώνει ένα μικρό, ασημένιο αντικείμενο – ένα προσωπικό χειριστήριο χρόνου. Με μια κίνηση του καρπού του, ο χρόνος γύρω από τον ήρωα παγώνει στιγμιαία.

“Νόμιζες ότι δεν κράτησα λίγη από την τεχνολογία μας για τον εαυτό μου; Μπορώ να σε παγιδεύσω σε έναν βρόχο, ξανά και ξανά, μέχρι να υποκύψεις.”

Ο ήρωας νιώθει το σώμα του να βαραίνει, ο χρόνος γύρω του επιβραδύνεται. Αν δεν δράσει τώρα, θα χαθεί για πάντα. Ο Έμερσον χαμογελάει, σίγουρος για τη νίκη του.

“Δυστυχώς για εσένα, η τελειότητα πάντα κερδίζει.”

Αλλά τότε, ο ήρωας κάνει κάτι που ο Έμερσον δεν περίμενε. Αντί να επιτεθεί… αρπάζει το χειριστήριο χρόνου από τα χέρια του Έμερσον. Οι δύο άντρες παλεύουν, το αντικείμενο πάλλεται στα χέρια τους. Και τότε… ο ήρωας πατάει το κουμπί. Ο χρόνος εκρήγνυται γύρω τους. Ένα ρήγμα ανοίγει στο ίδιο το ύφασμα της πραγματικότητας. Ο Έμερσον ουρλιάζει, καθώς ο χρόνος γύρω του καταρρέει. Το σώμα του αρχίζει να παλινδρομεί μέσα στις εποχές. Γερνάει, ξαναγίνεται νέος, εξαφανίζεται, επιστρέφει… Είναι παγιδευμένος σε έναν ατελείωτο βρόχο, μια τιμωρία χειρότερη από τον θάνατο.

“Όχι… ΟΧΙ!”

Και τότε, με μια τελευταία κραυγή, εξαφανίζεται για πάντα. Ο Δρ. Έμερσον δεν υπάρχει πια. Ο ηρωας πέφτει στο έδαφος, λαχανιασμένος. Το σύστημα της Αιώνιας Εποχής αναβοσβήνει μπροστά του. Η κονσόλα περιμένει την τελευταία εντολή.

> ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΝΕΑΣ ΡΟΗΣ;
> ΝΑΙ [ ] | ΟΧΙ [ ]

Αν πατήσει “ΝΑΙ”, η ανθρωπότητα θα έχει μια νέα αρχή. Ο χρόνος θα επιστρέψει, αλλά αυτή τη φορά… δίκαια. Όχι απόλυτη αθανασία, αλλά ούτε και χάος. Αλλά ποιος μπορεί να εμπιστευτεί ότι αυτό θα δουλέψει; Πρέπει να αποφασίσει… τώρα. Ο ήρωας στέκεται μπροστά στην κονσόλα. Ο κόσμος πίσω του περιμένει. Οι άνθρωποι που κάποτε ήταν αθάνατοι κοιτάζουν το μέλλον τους… χωρίς να ξέρουν τι έρχεται. Μπορεί να φτιάξει ένα νέο σύστημα, να μοιράσει τον χρόνο πιο δίκαια… Ή μπορεί να αφήσει την ανθρωπότητα να πορευτεί μόνη της, ελεύθερη, αλλά χαοτική. Κλείνει τα μάτια του. Ανασαίνει βαθιά. Και πατάει το κουμπί.

ΝΑΙ – ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΝΕΑΣ ΡΟΗΣ…
> ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΑΝΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΧΡΟΝΟΥ…
> ΑΝΑΚΑΤΑΝΟΜΗ ΠΟΡΩΝ…

Ένα φως απλώνεται από την κονσόλα, σαν κύμα που καλύπτει ολόκληρο τον κόσμο. Για πρώτη φορά, ο χρόνος είναι δίκαιος. Κανείς δεν είναι αθάνατος… αλλά κανείς δεν πεθαίνει άδικα. Ο χρόνος δεν είναι εχθρός. Είναι δώρο. Η Αιώνια Εποχή πέθανε. Και μια Νέα Εποχή γεννήθηκε. Η κονσόλα σβήνει. Το έργο του τελείωσε. Ο ήρωας κοιτάζει την πόλη μία τελευταία φορά. Ο κόσμος θα μάθει ξανά πώς να ζει. Αλλά αυτός; Έκανε το καθήκον του. Και τώρα… είναι ώρα να εξαφανιστεί. Χωρίς να κοιτάξει πίσω, περπατάει μακριά, προς το άγνωστο. Ο τελευταίος άνθρωπος που έλεγξε τον χρόνο… τώρα γίνεται κομμάτι του. Η Αιώνια Εποχή κατέρρευσε. Η ανθρωπότητα ξεκινά από την αρχή. Και ο ήρωας… εξαφανίζεται στον χρόνο, ένας μύθος για τις επόμενες γενιές.  Δεν υπάρχει επιστροφή. Ο κόσμος ανήκει ξανά στους ανθρώπους.

Η κονσόλα μπροστά του αναβοσβήνει.

ΝΑΙ – ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΝΕΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
ΟΧΙ – ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Ο ήρωας κοιτάζει τις επιλογές του. Καμία δεν είναι αρκετά καλή.

“Δεν θα επιλέξω ανάμεσα στο χάος και στη σκλαβιά. Θα φτιάξω κάτι καινούργιο.”

Αλλά πώς; Ο μόνος τρόπος… είναι να διαλύσει εντελώς τον χρόνο. Ο ήρωας ανοίγει ένα κρυφό μενού του συστήματος. Υπάρχει μια τρίτη επιλογή – κλειδωμένη, θαμμένη βαθιά στον κώδικα. Δεν δημιουργεί νέο σύστημα. Δεν καταστρέφει το παλιό. Απλά… αφήνει τον χρόνο να γίνει ανεξέλεγκτος.

“Δεν θα υπάρχει πλέον κανένας έλεγχος πάνω στον χρόνο. Ο καθένας θα ζει σύμφωνα με τον δικό του ρυθμό. Όποιος αξίζει να ζήσει, θα ζήσει. Όποιος δεν αντέξει, θα χαθεί.”

Και πατάει το κουμπί. Η πόλη τρέμει. Οι ουρανοξύστες ραγίζουν. Οι άνθρωποι ουρλιάζουν καθώς τα σώματά τους αλλάζουν ανεξέλεγκτα. Κάποιοι γερνούν και πεθαίνουν σε δευτερόλεπτα. Άλλοι ξαναγίνονται παιδιά. Κάποιοι σταματούν να κινούνται, παγιδευμένοι σε έναν χρόνο που δεν ρέει. Ο κόσμος δεν είναι πια στατικός, αλλά ούτε και σταθερός. Ο χρόνος είναι ένα ρευστό χάος. Και κανείς δεν τον ελέγχει. Ο ήρωας κοιτάζει το χάος που δημιούργησε. Δεν υπάρχει πλέον οργανωμένη κοινωνία. Δεν υπάρχει κανόνες. Ο καθένας ζει με το δικό του χρόνο. Ξέρει ότι αυτό που έκανε… δεν είναι λύση. Είναι ένα πείραμα. Γυρίζει την πλάτη του στην πόλη και φεύγει. Κανείς δεν ξέρει τι απέγινε. Άλλοι λένε ότι ταξίδεψε τόσο μακριά που έγινε μέρος του ίδιου του χρόνου. Άλλοι πιστεύουν ότι ζει ακόμα, αλλά ο χρόνος γύρω του δεν κινείται όπως για τους υπόλοιπους. Και άλλοι λένε ότι θα επιστρέψει… κάποτε. Όταν ο κόσμος είναι έτοιμος να καταλάβει τι πραγματικά σημαίνει χρόνος. Ο χρόνος δεν ελέγχεται πλέον από κανέναν. Η ανθρωπότητα πρέπει να επιβιώσει σε έναν κόσμο όπου ο χρόνος είναι άναρχος. Και ο ήρωας… έγινε μύθος. Δεν υπάρχει επιστροφή. Ο χρόνος ανήκει ξανά σε όσους τολμούν να τον ζήσουν.

Share.

Comments are closed.