Τελείωσε το πάρτι στο «χρηματιστήριο» με τα μεταχειρισμένα ακριβά ρολόγια

0

Με το motto «τα διαμάντια είναι παντοτινά», όπως και ο τίτλος της ταινίας «Τζέιμς Μποντ», του 1971, πορεύονται πλέον οι επενδυτές στην αγορά πολυτελών ειδών. Γεγονός το οποίο εξηγεί την κατακόρυφη αύξηση στη ζήτηση -και ως εκ τούτου, στις τιμές- των κοσμημάτων, η οποία είναι αντιστρόφως ανάλογη με αυτή των πολυτελών ρολογιών. Η πτώση στις τιμές των μεταχειρισμένων ρολογιών μάλιστα είναι τόσο μεγάλη, που οι αναλυτές κάνουν λόγο για ύφεση στη συγκεκριμένη αγορά.

Το πάρτυ με τη φρενήρη ζήτηση των Rolex, Patek Philippe, Audemars Piguet, Omega κ.ά., που ήταν σε εξέλιξη μέχρι πριν από λίγους μήνες, τέλειωσε. Στην πρωτογενή αγορά η ζήτηση έχει παγώσει, ενώ στη δευτερογενή (στα μεταχειρισμένα, δηλαδή) οι τιμές βρίσκονται σε σημείο ελεύθερης πτώσης.

Και ενώ στα κοσμήματα είναι σε εξέλιξη ένας πρωτοφανής χορός δισεκατομμυρίων, στα ρολόγια πολυτελείας η κατάσταση είναι τέτοια που πολλοί παράγοντές της εκφράζουν φόβους ότι έρχεται κρίση παρόμοια με της δεκαετίας του 1970-80, όταν στη διάρκεια της «Κρίσης του Quartz» περίπου ο μισός κλάδος οδηγήθηκε σε κατάρρευση, εξαφανίζοντας μια σειρά από ιστορικά brands. Γι’ αυτό άλλωστε έχει αρχίσει η κινητικότητα για συγχωνεύσεις και εξαγορές στον συγκεκριμένο κλάδο, ο οποίος πλήττεται από την πληθωριστική κρίση, τη μεταστροφή των καταναλωτών σε άλλα προϊόντα και την κατάρρευση αγορών που τον κρατούσαν στον αφρό…
Η αγορά πολυτελών ρολογιών βρίσκεται σε μια μάλλον πρωτοφανή καμπή, η οποία ήρθε απότομα. Ενώ το περασμένο έτος οι εξαγωγές ελβετικών ρολογιών έφταναν σε ιστορικά υψηλά, αγγίζοντας τα 28,5 δισ. δολάρια και οι τιμές των μεταχειρισμένων πολυτελών όδευαν προς peak τον Απρίλιο του 2022, ήρθε η… βουτιά. Το ράλι που ξεκίνησε μέσα στην πανδημία σταματά, με τη ζήτηση για καινούρια ρολόγια πολυτελείας να παγώνει και τις τιμές των δημοφιλέστερων μεταχειρισμένων να υποχωρούν κατά 42% σε σχέση με το υψηλό του Απριλίου του 2022, βάσει του δείκτη Bloomberg Subdial Watch Index, ο οποίος παρακολουθεί τα 50 δημοφιλέστερα μοντέλα με βάση την αξία τους.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι πρωταγωνίστρια αυτής της κατάρρευσης των τιμών στη δευτερογενή αγορά είναι και η πιο αναγνωρίσιμη μάρκα, η Rolex. Σε επίπεδο 18μήνου, όπως προκύπτει από τον παραπάνω δείκτη, οι τιμές των ρολογιών Rolex καταγράφουν την ταχύτερη πτώση από οποιοδήποτε άλλο brand στη δευτερογενή αγορά. Και στη συγκεκριμένη μάρκα, τη χειρότερη επίδοση για τον περασμένο Νοέμβριο κατέγραψε η σειρά Rolex Submariner Kermit με μαύρο καντράν και πράσινη αλουμινένια στεφάνη Rolex Submariner ref. 16610LV, η οποία σταμάτησε να παράγεται και η τιμή της έχασε 4,6%, με μέση τιμή διαπραγμάτευσης λιγότερο από 15.000 δολάρια.

Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν κάποια μοντέλα της Rolex που καταφέρνουν να διατηρήσουν την αξία τους παρά την ύφεση που χτυπά την αγορά, όπως το Rolex GMT-Master II «Pepsi» 126710BLRO, το οποίο εξακολουθεί να διατηρεί την ιδιότητα του unobtanium. Οχι ότι τα πράγματα είναι ρόδινα κι εδώ: το Rolex Pepsi, σε επίπεδο έτους απλά καταφέρνει να διατηρήσει αμετάβλητη τη μέση τιμή μεταπώλησής του, περίπου στο όριο των 20.000 δολαρίων.
Κρατήστε, ωστόσο, ότι η μέση τιμή του ρολογιού στη δευτερογενή αγορά είναι σχεδόν διπλάσια από την πραγματική τιμή λιανικής πώλησης των 10.900 δολαρίων, η οποία τον Απρίλιο του 2022 είχε ξεπεράσει τα 29.000 δολάρια. Ομως και στην πρωτογενή αγορά, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Στα μέσα του προηγούμενου μήνα, η ιδιοκτήτρια της Cartier, Richemont ανακοίνωσε ότι σε επίπεδο εξαμήνου καταγράφει μείωση της τάξεως του 3% στις πωλήσεις ρολογιών και πτώση 17% στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία και οδηγούσε το ράλι (έχοντας μάλιστα ξεπεράσει σε όγκο και αξία αυτήν της Κίνας) το 2021 και το 2022.

Ο κλάδος, όμως, αλλάζει ποιοτικά. Το α’ εξάμηνο του τρέχοντος έτους, ο κλάδος των πολυτελών ρολογιών κατέγραψε καλή επίδοση, ενώ και τον περασμένο Οκτώβριο καταγράφηκε αύξηση 5% στις πωλήσεις σε ετήσια βάση. Οι Ελβετοί κατασκευαστές πολυτελών ρολογιών, όμως, έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν και να συμφωνούν με τις εκτιμήσεις των αναλυτών (για παράδειγμα της Bain & Company), που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη αγορά ασταθή. Κι αυτό γιατί πλέον την αγορά δεν οδηγούν οι πωλήσεις Rolex, Patek Philippe, Audemars Piguet, Cartier και Omega, αλλά τα φθηνότερα μοντέλα.

Η τάση που εμφανίστηκε στα μέσα του έτους για στροφή σε μάρκες οι οποίες δεν έχουν το ίδιο πρεστίζ και άρα εμφανίζονται ως πιο value for money επενδύσεις για συλλέκτες και όχι μόνο, δείχνει να εντείνεται. Σε καθαρούς αριθμούς, παγκοσμίως το 2022, οι πωλήσεις λιανικής ελβετικών ρολογιών σε όλο τον κόσμο έφτασαν τα 48 δισ. φράγκα (επίδοση η οποία θεωρείται ότι θα πιαστεί και φέτος), ενώ, σύμφωνα με τη Morgan Stanley, η αγορά μεταχειρισμένων κυμάνθηκε περίπου στα 24 δισ. δολάρια.
Σύμφωνα με τον δείκτη του Bloomberg (Subdial Watch Index) που παρακολουθεί τις διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά μεταχειρισμένων πολυτελών ρολογιών, τα Rolex οδηγούν τις απώλειες σε απώλειες έτους, με αρνητικό πρωταθλητή το θρυλικό Daytona White Gold που καταγράφει υποχώρηση 24% στο εξεταζόμενο διάστημα.

Γιατί πέφτουν;

Στο ερώτημα γιατί αλλάζει το σκηνικό της μάχης για ένα μεταχειρισμένο, η απάντηση είναι πολυπαραγοντική. Οι αναλυτές θεωρούν ότι τον βασικότερο ρόλο παίζει η επιμονή των κεντρικών τραπεζών να διατηρούν υψηλά τα επιτόκια ώστε να ελέγξουν τον πληθωρισμό, γεγονός το οποίο προκαλεί στους επενδυτές ανασφάλεια και προσδοκία ασταθούς ή ασθενικής οικονομικής ανάπτυξης.

Σε αυτό προσθέστε και το γεγονός ότι από την εποχή της πανδημίας έως σήμερα, έλαβε χώρα η κορύφωση ενός ράλι αυξήσεων στις τιμές των ρολογιών πολυτελείας, ωθούμενο από συγκεκριμένες σειρές και «ιερά δισκοπότηρα» όπως το Rolex Daytona του Πολ Νιούμαν και άλλα σπάνια, συλλεκτικά ρολόγια. Ωστόσο, επειδή και ο κλάδος των πολυτελών ρολογιών είναι μια αγορά, ήταν αναμενόμενο να κάνει και αυτή τον φυσιολογικό κύκλο της και να περάσει από το στάδιο της διόρθωσης των τιμών.

Επιπλέον, λόγω της πληθωριστικής κρίσης, αλλά και μιας σειράς άλλων παραγόντων, παρατηρείται αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτές που έχουν την οικονομική δυνατότητα να επενδύσουν σε πολυτελή αντικείμενα έχουν μετατοπίσει το ενδιαφέρον τους σε άλλα αντικείμενα, όπως τα κοσμήματα – κάτι το οποίο θα δούμε παρακάτω. Επιπλέον, η δευτερογενής κυρίως αγορά των πολυτελών ρολογιών έχασε -μάλλον οριστικά- έναν από τους κορυφαίους οδηγούς των τιμών και της ζήτησης. Ο λόγος για τους crypto-millionaires.
Νεόκοπους εκατομμυριούχους που έκαναν τεράστιες περιουσίες σχεδόν εν μία νυκτί από τη δραστηριοποίησή τους στα κρυπτονομίσματα και ρευστοποιούσαν μανιωδώς τα υπερκέρδη τους σε πολυτελή αντικείμενα που κρατούν ή πολλαπλασιάζουν την αξία τους, όπως τα ρολόγια πολυτελείας, τα συλλεκτικά αυτοκίνητα, τα έργα τέχνης κ.ά. Οταν η αγορά αυτή οδηγείτο προς ξεκαθάρισμα και κατάρρευση, με τη φυλάκιση του Σαμ Μπάνκμαν-Φριντ και την απαγγελία κατηγοριών στον Τσάνπενγκ Ζάο (τους δύο πλουσιότερους κρυπτο-δισεκατομμυριούχους), ένα μεγάλο μέρος των κρυπτο-πλουσίων επιχείρησε να ρευστοποιήσει και τα φυσικά assets στα οποία είχε επενδύσει, με σκοπό να έχει ρευστό. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι έγινε βιαστικά και σε τιμές μεγάλου discount, συμπαρασύροντας και τις υπόλοιπες τιμές.

Η πτώση είναι τόσο μεγάλη και απότομη, που στις τάξεις των αναλυτών, και κυρίως των επικεφαλής της ελβετικής ωρολογοποιίας, ένα εφιαλτικό ερώτημα πλανάται: «Μήπως έρχεται μια νέα κρίση του Quartz;» Αυτό που φοβούνται οι κατασκευαστές ελβετικών ρολογιών είναι ότι θα επαναληφθεί το δράμα που ξεκίνησε από το 1970 και κορυφώθηκε το 1988, ουσιαστικά αποδεκατίζοντας την ελβετική ωρολογοποιία. Εως τότε, η Ελβετία ήταν πρωταγωνίστρια στην παγκόσμια ωρολογοποιία, με τους κατασκευαστές να φτιάχνουν τύπου pin-lever, τα οποία ονομάζονταν ρολόγια Roskopf.

Ομως μέχρι το 1969, την παγκόσμια αγορά είχαν έρθει για να κατακτήσουν τα Quartz και ηλεκτρονικά ρολόγια από την Ιαπωνία. Το 1979, τα ρολόγια Quartz αντιπροσώπευαν περίπου το 55% των 60 εκατομμυρίων ρολογιών που παρήχθησαν στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια του έτους (τα αναλογικά και τα ψηφιακά ήταν περίπου το μισό και το μισό) και τα ηλεκτρονικά το υπόλοιπο. Το 1980, ο συνολικός αριθμός των παραγόμενων ρολογιών από την Ιαπωνία ξεπέρασε τελικά αυτόν της Ελβετίας, ενός βασιλείου των ρολογιών, καθιστώντας τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου τον κορυφαίο κατασκευαστή στον κόσμο, με τις ελβετικές εξαγωγές να μειώνονται κατά 50% τουλάχιστον και τις ωρολογοποιίες της χώρας να καταρρέουν η μία μετά την άλλη.
Στην Ελβετία, η εκτίναξη της τιμής του ελβετικού φράγκου, η αύξηση του κόστους παραγωγής και των πρώτων υλών λόγω του πετρελαϊκού σοκ, η αύξηση του εργατικού κόστους κ.λπ. συνέβησαν ταυτόχρονα. Οι πωλήσεις ρολογιών μειώθηκαν απότομα, αναγκάζοντας πολλούς ωρολογοποιούς να εγκαταλείψουν τις επιχειρήσεις τους. Σύμφωνα με μια σειρά εκτιμήσεων, ο αριθμός των ελβετικών εταιρειών ρολογιών μειώθηκε πάνω από 1.600 το 1970 σε λιγότερες από 600 στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και ο αριθμός των εργαζομένων στον κλάδο έπεσε κατακόρυφα από 90.000 το 1970 σε 33.000 το 1984.

Μπορεί να συμβεί κάτι παρόμοιο σήμερα, έστω και με διαφορετικούς πρωταγωνιστές; Ο κλάδος βρίσκεται σε συναγερμό και πολλοί είναι αυτοί που ετοιμάζουν εξαγορές και συγχωνεύσεις για να συνεχίσουν να πρωταγωνιστούν. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της (ελβετικής) εταιρείας κατασκευής πολυτελών ρολογιών Breitling AG, η οποία κινήθηκε επιθετικά, εξαγοράζοντας την ιστορική (ιδρυθείσα το 1894) Universal Geneve, σε μια προσπάθεια να αναβιώσει μια μάρκα που έχει χαθεί από το προσκήνιο εδώ και δεκαετίες.

Η συμφωνία σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής για την Breitling, η οποία έκανε άλμα στις 10 κορυφαίες ελβετικές εταιρείες ρολογιών με βάση τις πωλήσεις το 2022 και είναι γνωστή για χρονογράφους με θέμα την αεροπλοΐα, όπως το Navitimer, καθώς μετατρέπεται σε όμιλο ωρολογοποιίας. Η εταιρεία ελέγχεται από την ελβετική εταιρεία ιδιωτικών κεφαλαίων Partners Group Holding AG. Ηδη, έχουν καταστρωθεί σχέδια για την επαναφορά διάσημων μοντέλων όπως το Polerouter, που σχεδίασε ο Gerald Genta, καθώς και το αθλητικό ρολόι Compax, το οποίο ήταν δημοφιλές στις δεκαετίες του 1960 και του ’70.
Βάσει του δείκτη Bloomberg Subdial Watch Index, το μοναδικό, ίσως, Rolex που διατηρεί αμετάβλητη την τιμή του στη δευτερογενή αγορά, είναι το GMT-Master II Pepsi, γνωστότερο ως Rolex Pepsi, που έχει χάσει μόλις -2,3% της αξίας του στο δωδεκάμηνο
Επένδυση στα κοσμήματα

Στον κλάδο των ειδών πολυτελείας, ακριβώς αντίθετη πορεία από τα ρολόγια έχει αυτός των πολυτελών κοσμημάτων, με τους αναλυτές της Bain & Company αλλά και της Altagamma να βλέπουν άνθηση και να προβλέπουν ότι αυτή η τάση θα συνεχίσει να τροφοδοτείται από μια επενδυτική νοοτροπία, οδηγώντας την αξία της αγοράς κοσμημάτων στα 30 δισ. δολάρια το 2023 (θυμίζουμε ότι η δευτερογενής αγορά ρολογιών δεν αναμένεται να ξεπεράσει τα 24 δισ.).

Στην ουσία, στο σημερινό κλίμα οικονομικής αβεβαιότητας, ωθούμενα και από τις επιδόσεις των πολύτιμων μετάλλων, τα πολυτελή κοσμήματα αποδεικνύονται ιδιαίτερα δημοφιλή ως επενδύσεις. Πρωταγωνιστές είναι τα «ready to wear» κοσμήματα, τα οποία συνδυάζουν την ακριβή πρώτη ύλη αλλά και την τέχνη της σχεδίασής τους με την υπογραφή επώνυμων οίκων.

Την τάση αυτή είχε διαβλέψει ήδη από το 2019 ο πλουσιότερος Ευρωπαίος Μπερνάρ Αρνό (ιδιοκτήτης του κολοσσού των ειδών πολυτελείας LVMH), δίνοντας γην και ύδωρ ή καλύτερα… 16,7 δισ. δολάρια για να αποκτήσει την αμερικανική κοσμηματοποιία Tiffany. Κίνηση καθόλου τυχαία, καθώς η παγκόσμια αγορά κοσμημάτων έφτασε τα 340,69 δισ. δολάρια το 2022 και αναμένεται να μεγαλώσει κατά 4,6% από το 2023 έως το 2030

Share.

Comments are closed.