Η ψηφιακή εποχή έχει προσθέσει νέες, πιο σκοτεινές διαστάσεις στη σεξουαλική βία, ιδίως όταν θύματα και δράστες είναι ανήλικοι. Η κακοποίηση δεν περιορίζεται πλέον στην πράξη, αλλά συνεχίζεται και εντείνεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, όπου φωτογραφίες, βίντεο και αφηγήσεις αποκτούν διάρκεια, κοινό και ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή. Το σεξουαλικό έγκλημα παύει να είναι ιδιωτικό, μετατρέπεται σε δημόσιο γεγονός, σε μια μόνιμη σκιά που συνοδεύει το θύμα στο παρόν και στο μέλλον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση βιασμού μιας δεκατριάχρονης στη Θεσσαλονίκη από έξι άτομα ηλικίας από 14 μέχρι 19 ετών, που κατέγραψαν και διακίνησαν ψηφιακά το έγκλημα. Οι φερόμενοι ως δράστες κατηγορούνται για τα κατά περίπτωση αδικήματα του βιασμού, γενετήσιων πράξεων με ανήλικους ή ενώπιόν τους, εκδικητικής πορνογραφίας, πορνογραφίας ανηλίκων και παράβασης της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Σύμφωνα με όσα κατήγγειλε η ανήλικη, απόσπασμα βιντεοληπτικού υλικού διαμοιράστηκε στο Διαδίκτυο σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ενώ έτερος δεκαεξάχρονος και ο δεκαπεντάχρονος προέβησαν σε γενετήσιες πράξεις με την παθούσα.
Ο βιασμός δεν είναι πράξη σεξουαλικότητας, αλλά έγκλημα εξουσίας και κυριαρχίας· και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσφέρουν σήμερα νέα πεδία άσκησης αυτής της εξουσίας. Ο βιασμός δεν τελειώνει με την επίθεση, αλλά αποκτά πολλαπλασιαστική ισχύ όταν φωτογραφίες και βίντεο καταγράφονται, αναρτώνται, προωθούνται και αναπαράγονται. Ιδίως στην εφηβεία οι σεξουαλικές επιθέσεις έχουν αυξημένη πιθανότητα να γίνουν viral μέσα σε ένα κλειστό αλλά αδυσώπητα διαφανές περιβάλλον, όπου στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο τίποτα δεν ξεχνιέται και όλα διαδίδονται.
Έτσι, το σώμα και η εμπειρία του θύματος μετατρέπονται σε «περιεχόμενο», απογυμνωμένο από αξιοπρέπεια και ανθρωπιά, ενώ το ίδιο το θύμα χάνει κάθε έλεγχο πάνω στην προσωπική του αφήγηση. Στην πράξη, το έγκλημα δεν σταματά ποτέ: Κάθε κοινοποίηση, κάθε σχόλιο, κάθε υπαινιγμός αναβιώνει το τραύμα, στιγματίζει το θύμα, επηρεάζοντας καθοριστικά την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη και τη συγκρότηση της ταυτότητάς του.
Θεσμική ανεπάρκεια και ψηφιακή ασυδοσία
Στο Ηνωμένο Βασίλειο οι αστυνομικές Αρχές καταγράφουν τα τελευταία χρόνια αύξηση των περιστατικών σεξουαλικών εγκλημάτων μεταξύ ανηλίκων, συνδέοντάς τα με την εξάπλωση μιας τοξικής διαδικτυακής κουλτούρας. Οι νέοι εκτίθενται συστηματικά σε σεξουαλικοποιημένο, μισογυνιστικό και βίαιο περιεχόμενο, το οποίο λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικοποίησης. Το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις δράστες και θύματα ανήκουν στην ίδια ηλικιακή ομάδα αναδεικνύει τη συλλογική διάσταση της βίας, με πληθώρα ερευνών να αναδεικνύουν και την έμφυλη διάσταση του θέματος. Σύμφωνα με το UN Women, σχεδόν 1 στα 6 έφηβα κορίτσια ηλικίας 15-19 ετών (16%) που έχουν σχέση έχει ήδη κακοποιηθεί σωματικά ή σεξουαλικά από έναν σύντροφο, ενώ 1 στις 10 γυναίκες έχει βιώσει κυβερνο-παρενόχληση από την ηλικία των 15 ετών. Έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Journal of Forensic and Legal Medicine δείχνει ότι η πλειονότητα των θυμάτων σεξουαλικής βίας που διευκολύνονται μέσω κοινωνικών δικτύων είναι έφηβες ηλικίας 12-19 ετών. Η σεξουαλική βία κατά ανηλίκων δεν αποτελεί μεμονωμένη εκτροπή ούτε αποτέλεσμα «κακών επιλογών». Είναι η ακραία εκδήλωση βαθύτερων κοινωνικών ανισοτήτων, έμφυλων ιεραρχιών και παγιωμένων αντιλήψεων που διαπερνούν την οικογένεια, το σχολείο, τα μέσα ενημέρωσης και, πλέον, τις ψηφιακές πλατφόρμες.
Οι αντιλήψεις για τη συναίνεση, τα όρια και τις έμφυλες σχέσεις διαμορφώνονται όχι μόνο από το οικογενειακό και το σχολικό περιβάλλον, αλλά και από αλγόριθμους που ανταμείβουν το ακραίο, το προκλητικό και το βίαιο. Οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν αποτελούν λοιπόν καθρέφτες της κοινωνίας, αντίθετα, παίζουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των συμπεριφορών και των αντιλήψεων, ειδικά των νέων ατόμων.
ΠΗΓΗ: avgi.gr