Ο Νίκος στάθηκε στο ψηλότερο σημείο του εγκαταλελειμμένου κτηρίου, κοιτάζοντας τον στόχο του μέσα από τη διόπτρα του οπλου του. Η Αθήνα εκτεινόταν μπροστά του, με τα φώτα της να δημιουργούν ένα φλεγόμενο πέπλο κάτω από τον νυχτερινό ουρανό.
«Προχωράω,» ψιθύρισε στο μικρόφωνο που ήταν προσαρτημένο στο αυτί του.
Η φωνή του Μάκη ήρθε ψυχρή από τον ασύρματο.
«Καθάρισε τον και φύγε. Κανένα λάθος».
Ο στόχος, ένας πολιτικός που ενοχλούσε τη μαφία, εμφανίστηκε στο παράθυρο του γραφείου του. Ο Νίκος πήρε ανάσα, σταθεροποίησε το χέρι του και τράβηξε τη σκανδάλη. Μια ριπή αέρα σήκωσε τη σκόνη από την ταράτσα. Ο στόχος σωριάστηκε στο πάτωμα.
«Τέλος».
Ο Νίκος μάζεψε τον εξοπλισμό του και χάθηκε στη νύχτα, χωρίς να ξέρει ότι αυτή η αποστολή θα άλλαζε τη ζωή του για πάντα. Η Άννα δεν είχε καμία σχέση με τον υπόκοσμο. Ήταν δημοσιογράφος, αφοσιωμένη στο να ξεσκεπάζει σκάνδαλα. Μια σειρά από άρθρα της είχαν αποκαλύψει τις ύποπτες διασυνδέσεις πολιτικών με τη μαφία. Δεν ήξερε ότι η ζωή της είχε μπει στο στόχαστρο.
Όταν ο Νίκος έλαβε την εντολή να τη σκοτώσει, για πρώτη φορά δίστασε. Την παρακολούθησε, τη μελέτησε. Και τελικά, όταν είχε την ευκαιρία, δεν πάτησε τη σκανδάλη.
Αντίθετα, της έσωσε τη ζωή όταν άλλοι εκτελεστές έστειλαν ανθρώπους να τη βγάλουν από τη μέση. Τώρα, κυνηγημένοι και οι δύο, έπρεπε να βρουν τρόπο να επιβιώσουν. Η Άννα και ο Νίκος έτρεχαν στα στενά της Πλάκας, με τους διώκτες τους να πλησιάζουν. Ένα κλεμμένο αυτοκίνητο, ένα κυνηγητό μέσα στη νύχτα και μια σφαίρα που πέρασε ξυστά από το κεφάλι του Νίκου ήταν αρκετά για να τους πείσουν πως η Αθήνα δεν ήταν πλέον ασφαλής.
«Έχω έναν φίλο στη Θεσσαλονίκη,» είπε ο Νίκος καθώς πάλευε να κρατήσει το τιμόνι.
Το αυτοκίνητο εξαφανίστηκε στον αυτοκινητόδρομο, με το σκοτάδι να τους καλύπτει. Ο Στέλιος Λάμπρου, ο αρχηγός της μαφίας, καθόταν στο δερμάτινο κάθισμά του και κρατούσε στα χέρια του μια φωτογραφία του Νίκου και της Άννας.
«Πρόδωσε την οικογένεια,» είπε ήρεμα.
Ο Μάκης, το δεξί του χέρι, ένευσε. «Θα τον βρούμε.»
Ο Λάμπρου χαμογέλασε ψυχρά. «Δεν θα φύγει ζωντανός από τη χώρα.»
Το κυνηγητό είχε μόλις αρχίσει. Η μηχανή του αυτοκινήτου έξω από το σπίτι γρύλισε, και τα φώτα των προβολέων φώτισαν το σαλόνι από τις γρίλιες των παραθύρων. Ο Νίκος τράβηξε την Άννα από το χέρι και την έσπρωξε πίσω από έναν παλιό καναπέ.
Τα βήματα ακούστηκαν βαριά στο εξωτερικό δάπεδο. Τουλάχιστον τρεις άντρες. Ίσως περισσότεροι. Ο Νίκος έβγαλε το όπλο του και πήρε θέση πίσω από την πόρτα. Η πρώτη ριπή από όπλα γάζωσε την πρόσοψη, κάνοντας τα ξύλα να πεταχτούν σε θρύψαλα.
«Τρέξε στο πίσω μέρος!» φώναξε στην Άννα, ενώ πυροβολούσε προς την πόρτα. Ένας από τους άντρες έπεσε, αλλά οι υπόλοιποι συνέχισαν να προχωρούν.
Η Άννα βγήκε από το παράθυρο, ενώ ο Νίκος κάλυψε την έξοδό της. Ένα μαύρο SUV περίμενε στον δρόμο, και ο Μάκης Φωτιάδης στεκόταν δίπλα του, με ένα τσιγάρο στο στόμα και ένα χαμόγελο θανάτου.
«Τέλος το παιχνίδι, Νίκο!» φώναξε. «Παράτα το!»
Ο Νίκος έριξε άλλη μια ριπή και έτρεξε προς την έξοδο. Ο Νίκος έριξε άλλη μια ριπή και έτρεξε προς την έξοδο, με τις σφαίρες να σφυρίζουν γύρω του. Η Άννα είχε ήδη φτάσει στο πίσω μέρος του σπιτιού και προσπαθούσε να ξεκλειδώσει ένα παλιό αυτοκίνητο.
«Γρήγορα!» φώναξε καθώς ο Νίκος έπεφτε στη θέση του οδηγού. Οι εχθροί τους δεν θα αργούσαν να τους περικυκλώσουν.
Με μια απότομη κίνηση, ο Νίκος έβαλε μπροστά τη μηχανή και το αυτοκίνητο εκτοξεύτηκε στο στενό. Οι προβολείς των διωκτών τους φώτισαν τον δρόμο πίσω τους, ενώ μια ασταμάτητη καταδίωξη ξεκινούσε μέσα στα δαιδαλώδη σοκάκια. Η Άννα έριξε μια ανήσυχη ματιά στον Νίκο καθώς οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Η φωνή του ήταν σταθερή, αλλά μέσα του ήξερε πως κάθε επιλογή μπορούσε να είναι παγίδα. Ένας παλιός συνεργάτης, ο Βασίλης, είχε αφήσει τη μαφία χρόνια πριν και είχε χαθεί στα νησιά. Ίσως να μπορούσε να τους δώσει μια ευκαιρία.
«Μείνε στο αυτοκίνητο,» είπε στην Άννα και προχώρησε αργά.
Μια φιγούρα εμφανίστηκε στην πόρτα. Ήταν ο Βασίλης, αλλά δεν ήταν μόνος. Πίσω του, δύο άντρες με όπλα περίμεναν.
«Ήξερες ότι θα έρθω,» είπε ο Νίκος.
Ο Βασίλης χαμογέλασε θλιμμένα. «Δεν είχες πολλές επιλογές.»
Το παιχνίδι της επιβίωσης μόλις είχε γίνει πιο περίπλοκο.
«Βασίλη, έχουμε πρόβλημα,» είπε ο Νίκος, προσπαθώντας να διαβάσει τις προθέσεις του.
Ο Βασίλης ένευσε. «Ξέρω. Και έχω πληροφορίες για σένα. Τα αρχεία του Καλογιάννη… δεν έχουν χαθεί.»
Ο Νίκος δεν αντέδρασε αμέσως. «Τα έχεις εσύ;»
Ο Βασίλης χαμογέλασε πικρά. «Όχι, αλλά ξέρω ποιος τα έχει. Και δεν είσαι ο μόνος που τα ψάχνει.»
Μια σκιά κινήθηκε πίσω από τον Βασίλη. Ο Νίκος έσφιξε τη λαβή του όπλου του. «Πες μου την αλήθεια, Βασίλη. Σε έχουν βάλει να με παραδώσεις;»
Ο Βασίλης χαμήλωσε το βλέμμα. «Δεν είχα επιλογή, φίλε. Αν δεν το έκανα, θα με καθάριζαν κι εμένα.»
Η πόρτα άνοιξε απότομα και περισσότεροι άντρες εμφανίστηκαν. Ο Νίκος ήξερε πως είχε πέσει σε παγίδα. Το μόνο ερώτημα ήταν αν μπορούσε να βγει ζωντανός. Ο Νίκος κοίταξε τριγύρω, μετρώντας τις επιλογές του. Οι άντρες του Βασίλη είχαν όπλα έτοιμα, αλλά δεν είχαν ακόμα πυροβολήσει. Ήταν σαφές ότι ήθελαν να τον παραδώσουν ζωντανό.
Η Άννα, παρακολουθώντας από το αυτοκίνητο, έσφιξε το τιμόνι. Ήξερε πως ο Νίκος βρισκόταν σε κίνδυνο. Αν δεν έκανε κάτι, ήταν θέμα χρόνου να τον αφοπλίσουν.
Ο Νίκος έκανε το πρώτο βήμα. «Βασίλη, ξέρεις πως δεν θα το αφήσω να συμβεί αυτό.»
Ο Βασίλης δίστασε. «Δεν έχω επιλογή, Νίκο.»
Ξαφνικά, ένας από τους άντρες έκανε το λάθος να κοιτάξει προς το πλάι. Ο Νίκος δεν έχασε την ευκαιρία. Με μια αστραπιαία κίνηση, τράβηξε το όπλο του και πυροβόλησε τον πλησιέστερο άντρα. Το δωμάτιο γέμισε πυροβολισμούς.
Η Άννα άνοιξε απότομα την πόρτα του αυτοκινήτου και έριξε μια ριπή με το όπλο που είχε κλέψει από το καταφύγιό τους. Οι άντρες του Βασίλη σκορπίστηκαν, προσπαθώντας να καλυφθούν.
Ο Βασίλης έπεσε στο πάτωμα, πιέζοντας την πληγή στον ώμο του. «Γαμώτο, Νίκο…»
Ο Νίκος στάθηκε από πάνω του. «Πες μου πού είναι τα αρχεία.»
Ο Βασίλης έβηξε. «Στην Αθήνα… Ένας τύπος… Ο Στέφανος. Τα έχει εκείνος…»
Ο Νίκος έριξε μια τελευταία ματιά στον φίλο του, πριν γυρίσει προς την Άννα. «Πάμε. Έχουμε δουλειά.»
Η νύχτα δεν είχε τελειώσει ακόμα. Ο Νίκος και η Άννα οδηγούσαν μέσα στη νύχτα, με κατεύθυνση την Αθήνα. Η ένταση στο αυτοκίνητο ήταν σχεδόν απτή. Ο Βασίλης ήταν νεκρός, οι εχθροί τους είχαν αυξηθεί και τα περιθώρια στένευαν. Ο μόνος τους στόχος τώρα ήταν να βρουν τον Στέφανο και τα αρχεία που κρατούσε.
«Τον ξέρεις αυτόν τον Στέφανο;» ρώτησε η Άννα.
«Τον ήξερα,» απάντησε ο Νίκος. «Ήταν από τους παλιούς. Δούλευε για τον Λάμπρου, αλλά είχε το δικό του παιχνίδι. Αν έχει τα αρχεία, τότε ίσως να μπορεί να μας δώσει διαπραγματευτική δύναμη.»
Ο Νίκος έσφιξε το τιμόνι. «Ναι, κι αυτό είναι πιθανό.»
Το λιμάνι της Αθήνας ήταν ήσυχο αυτή την ώρα της νύχτας. Οι αποθήκες έμοιαζαν έρημες, αλλά ο Νίκος ήξερε καλύτερα. Ένα μέρος σαν αυτό ποτέ δεν ήταν πραγματικά άδειο.
Στάθμευσε το αυτοκίνητο σε ένα σκοτεινό σημείο και κοίταξε την Άννα. «Μείνε εδώ. Αν κάτι πάει στραβά, φύγε.»
«Ούτε να το σκέφτεσαι,» απάντησε εκείνη.
Ο Νίκος χαμογέλασε αχνά και βγήκε από το αυτοκίνητο. Προχώρησε αργά προς την αποθήκη, με το όπλο του κρυμμένο κάτω από το μπουφάν. Μόλις μπήκε μέσα, ένιωσε την ένταση στον αέρα.
Ο Στέφανος καθόταν σε ένα γραφείο, με δύο άντρες δεξιά και αριστερά του. Το βλέμμα του σκοτεινό.
«Τα αρχεία, Στέφανε. Ξέρω ότι τα έχεις.»
Ο Στέφανος χαμογέλασε. «Και γιατί να σου τα δώσω;»
Ο Νίκος πλησίασε λίγο ακόμα. «Γιατί αν δεν το κάνεις, σύντομα δεν θα έχει σημασία. Ο Λάμπρου σε ψάχνει. Αν πέσω εγώ, εσύ είσαι ο επόμενος.»
Ο Στέφανος τον κοίταξε σκεπτικός. «Και τι σκοπεύεις να κάνεις με αυτά τα αρχεία;»
Η ένταση μεγάλωσε. Ο Στέφανος έριξε μια ματιά στους άντρες του, μετά έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. «Ίσως να μπορούμε να βρούμε μια λύση…»
Ο Νίκος και η Άννα περίμεναν σε ένα δωμάτιο της αποθήκης, καθώς ο Στέφανος υποτίθεται ότι θα τους έφερνε τα αρχεία. Όμως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο χρόνος περνούσε και τίποτα δεν συνέβαινε.
«Δεν μου αρέσει αυτό,» είπε η Άννα ψιθυριστά.
Ο Νίκος ένευσε. «Ούτε σε μένα.»
Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε απότομα. Άντρες με όπλα εισέβαλαν, σημαδεύοντάς τους. Ο Στέφανος μπήκε τελευταίος, με ένα ψυχρό χαμόγελο.
Η Άννα έσφιξε τα δόντια της. «Ήταν παγίδα.»
Ο Νίκος δεν είπε τίποτα. Έψαχνε ήδη τρόπο να βγει από αυτή τη δύσκολη θέση. Το μόνο που ήξερε ήταν πως δεν θα έπεφτε αμαχητί. Ο Νίκος κοίταξε γύρω του, υπολογίζοντας τις πιθανότητές του. Οι άντρες του Στέφανου ήταν οπλισμένοι, αλλά χαλαροί. Νόμιζαν ότι τον είχαν ακινητοποιήσει. Αυτό ήταν το λάθος τους. Με μια ξαφνική κίνηση, άρπαξε το τραπέζι μπροστά του και το πέταξε πάνω σε δύο από τους άντρες. Η Άννα εκμεταλλεύτηκε την αναστάτωση και έβγαλε ένα μικρό πιστόλι που είχε κρύψει στη ζώνη της. Οι πυροβολισμοί άρχισαν να αντηχούν στην αποθήκη, σπάζοντας τη νεκρική σιγή της νύχτας.
Ο Νίκος κατάφερε να αρπάξει το όπλο ενός από τους αντιπάλους του, ρίχνοντας τον στο έδαφος με μια δυνατή γροθιά. Μια σφαίρα πέρασε ξυστά από το αυτί του, καθώς βούτηξε πίσω από ένα μεταλλικό κιβώτιο για κάλυψη. Έριξε μια γρήγορη ματιά προς τον Στέφανο, που είχε καλυφθεί πίσω από ένα ράφι γεμάτο χαρτοκιβώτια.
«Τέλος τα ψέματα, Στέφανε!» φώναξε, σημαδεύοντάς τον με το όπλο του.
Ο Στέφανος σήκωσε τα χέρια, ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του. «Περίμενε, μπορούμε να βρούμε μια λύση! Δεν χρειάζεται να καταλήξει έτσι.»
Ο Στέφανος προσπάθησε να βγάλει όπλο, αλλά ήταν αργά. Ο Νίκος πάτησε τη σκανδάλη. Ο αντίπαλός του σωριάστηκε στο έδαφος, τα μάτια του ανοιχτά, αλλά άδεια. Η Άννα, με την ανάσα κομμένη, πλησίασε τον Νίκο.
«Φεύγουμε, τώρα!» είπε εκείνος και έτρεξαν προς την έξοδο, ενώ οι τελευταίοι πυροβολισμοί αντηχούσαν πίσω τους.
Η έξοδος ήταν μπλοκαρισμένη από έναν ακόμα άντρα του Στέφανου, αλλά η Άννα πρόλαβε να ρίξει μια σφαίρα, σωριάζοντάς τον στο έδαφος. Ο Νίκος οδήγησε γρήγορα προς το αμάξι που είχαν κρυμμένο σε ένα στενό σοκάκι. Ήξεραν πως οι άντρες του Λάμπρου δεν θα αργούσαν να φτάσουν. Μπαίνοντας στο γραφείο του Στέφανου, οι δυο τους κλείδωσαν την πόρτα πίσω τους. Ο Νίκος πήγε κατευθείαν στο χρηματοκιβώτιο, ψάχνοντας για τους φακέλους που ήξερε ότι υπήρχαν εκεί.
«Δώσε μου ένα λεπτό,» μουρμούρισε, χρησιμοποιώντας τις γνώσεις του για να σπάσει τον κωδικό. Μετά από λίγες στιγμές αγωνίας, το μεταλλικό πορτάκι άνοιξε με ένα κλικ.
Μέσα, βρήκε έναν παχύ φάκελο και ένα USB stick. Τα ξεφύλλισε βιαστικά. Λίστες με συναλλαγές, δωροδοκίες, πληρωμένες δολοφονίες. Ονόματα από πολιτικούς, αστυνομικούς, επιχειρηματίες – όλοι μπλεγμένοι στα βρόμικα παιχνίδια του Λάμπρου.
Η Άννα κοίταξε πάνω από τον ώμο του. «Με αυτά, μπορούμε να τον διαλύσουμε.»
«Ή να μας σκοτώσει πριν προλάβουμε να κάνουμε οτιδήποτε,» απάντησε ο Νίκος, κλείνοντας βιαστικά τον φάκελο. «Πάμε.»
Κατά την έξοδό τους, ένας σιγασμένος πυροβολισμός ακούστηκε. Ο Νίκος έσπρωξε την Άννα κάτω από μια βιβλιοθήκη, ενώ εκείνος έπεσε πίσω από ένα γραφείο. Ένας ακόμα εκτελεστής του Λάμπρου τους είχε βρει. Με γρήγορες κινήσεις, ο Νίκος τον εξουδετέρωσε, αλλά ήξεραν πως η ώρα τους ήταν λίγη. Ο Λάμπρου δεν θα καθόταν με σταυρωμένα χέρια. Οι άνθρωποί του είχαν ήδη εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό, και ο Νίκος το ήξερε. Είχαν λίγες μόνο ώρες πριν τους εντοπίσουν.
Κατέφυγαν στο παλιό καταφύγιο του Μάκη, ενός δημοσιογράφου που είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Νίκο. Ο Μάκης κοίταξε τα έγγραφα και έσφυξε τα χείλη.
«Αν αυτά τα αρχεία γίνουν δημόσια, ο Λάμπρου τελείωσε,» είπε, η φωνή του γεμάτη ένταση.
«Ακριβώς,» απάντησε ο Νίκος. «Αλλά θα προσπαθήσει να μας σταματήσει.»
Δεν είχε άδικο. Μόλις έφυγαν από το κρησφύγετό τους, μια μαύρη Mercedes εμφανίστηκε στον καθρέφτη του αυτοκινήτου τους. Οι άντρες του Λάμπρου τους είχαν βρει.
«Γαμώτο!» φώναξε η Άννα. «Μας βρήκαν!»
«Κρατήσου!» είπε ο Νίκος, πατώντας απότομα το γκάζι. Το αυτοκίνητο εκτινάχθηκε μπροστά, ενώ η Mercedes τους καταδίωκε στους σκοτεινούς δρόμους της Αθήνας. Οι σφαίρες άρχισαν να χτυπούν το αμάξι τους, σπάζοντας το πίσω παρμπρίζ.
«Δεν θα μας αφήσουν να φύγουμε ζωντανοί!» είπε η Άννα, βγάζοντας το όπλο της και προσπαθώντας να σημαδέψει μέσα από το σπασμένο τζάμι.
Ο Νίκος έκανε μια απότομη στροφή σε έναν στενό δρόμο, το αυτοκίνητο γλίστρησε, αλλά κατάφερε να το κρατήσει υπό έλεγχο. Μπροστά τους, ένα μπλόκο από ακόμα περισσότερους άντρες του Λάμπρου.
«Πάμε για κατά μέτωπο επίθεση,» είπε ο Νίκος, η φωνή του σταθερή παρά την αδρεναλίνη.
Η Άννα όπλισε το πιστόλι της. Τα μάτια της είχαν σκληρύνει. «Μαζί, τότε.»
Πάτησε το γκάζι ακόμα πιο δυνατά, καθώς η σύγκρουση πλησίαζε. Η τελική μάχη μόλις ξεκινούσε.
Κεφάλαιο 2
Ο Νίκος και η Άννα βρέθηκαν αντιμέτωποι με το αδίστακτο μπλόκο των ανθρώπων του Λάμπρου. Το αμάξι τους σταμάτησε απότομα, με τα λάστιχα να στριγκλίζουν στην άσφαλτο. Γύρω τους, άντρες με όπλα σηκωμένα τους είχαν εγκλωβίσει.
«Δεν υπάρχει διαφυγή,» είπε ψυχρά ένας από αυτούς, ενώ έριξε μια ματιά στο ρολόι του, σαν να ήξερε ότι δεν είχαν χρόνο για χάσιμο.
Ο Νίκος κοίταξε την Άννα. Μια αθόρυβη συνεννόηση πέρασε μεταξύ τους. Ήξεραν πως το να παραδοθούν δεν ήταν επιλογή. Κάθε τους κίνηση έπρεπε να είναι απόλυτα συγχρονισμένη.
Ξαφνικά, με μια αστραπιαία κίνηση, ο Νίκος άρπαξε μια χειροβομβίδα από το ντουλαπάκι και την πέταξε έξω από το παράθυρο. «Τρέχα!» φώναξε, καθώς η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.
Ο ήχος της έκρηξης έπνιξε τις φωνές των αντιπάλων τους. Η φωτιά φώτισε τα τρομαγμένα πρόσωπα των μπράβων. Ο Νίκος και η Άννα έπεσαν στο έδαφος, κυλώντας πίσω από ένα κοντινό εγκαταλελειμμένο κτίριο. Οι σφαίρες άρχισαν να σφυρίζουν γύρω τους, σπάζοντας τζάμια και χαράζοντας τον τσιμεντένιο τοίχο.
Ο Νίκος πυροβόλησε δύο άντρες που πλησίαζαν επικίνδυνα, ενώ η Άννα κάλυπτε τα νώτα του. Τα χέρια της έτρεμαν ελαφρώς, αλλά οι κινήσεις της ήταν σίγουρες. «Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ!» φώναξε, καθώς τα πυρά συνεχίζονταν ασταμάτητα.
«Πάμε προς το δρομάκι!» της έδειξε μια μικρή ανοιχτή πόρτα. Ήξερε πως αν δεν κινούνταν γρήγορα, θα εγκλωβίζονταν.
Έτρεξαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, με τις σφαίρες να χτυπούν τα πάντα γύρω τους. Ο ήχος των βημάτων τους αντηχούσε μέσα στη νύχτα. Βγήκαν σε έναν σκοτεινό δρόμο, όπου ένα μηχανάκι ήταν παρκαρισμένο. Ο Νίκος το ξεκλείδωσε γρήγορα και ανέβηκαν πάνω.
«Κρατήσου!» της είπε, και πάτησε το γκάζι με δύναμη. Η μοτοσικλέτα εκτινάχθηκε μπροστά, αφήνοντας πίσω τους την κόλαση από την οποία είχαν μόλις ξεφύγει. Η Άννα έσφιγγε τη μέση του Νίκου, καθώς η μηχανή διέσχιζε τους στενούς δρόμους της Αθήνας. Τα φώτα της πόλης έμοιαζαν να τρεμοπαίζουν καθώς περνούσαν ανάμεσά τους. Ήξεραν πως ο Λάμπρου δεν θα σταματούσε μέχρι να τους δει νεκρούς.
«Πρέπει να βρούμε τρόπο να του επιτεθούμε πριν μας ξαναβρεί πρώτος,» είπε ο Νίκος, καθώς τα μάτια του σκάναραν τον καθρέφτη για να εντοπίσει τυχόν καταδίωξη.
«Έχουμε τα αρχεία. Αυτό είναι το δυνατό μας χαρτί,» απάντησε η Άννα. «Αν τα δημοσιοποιήσουμε…»
«Δεν είναι τόσο απλό. Αν τα δώσουμε σε λάθος άτομα, θα εξαφανιστούν πριν καν φτάσουν στα χέρια της Δικαιοσύνης.»
Η Άννα σκέφτηκε για λίγο. «Ξέρω κάποιον. Έναν ερευνητή δημοσιογράφο. Θα τα κάνει δημόσια.»
Ο Νίκος έστριψε απότομα σε έναν ήσυχο δρόμο και σταμάτησε τη μηχανή. Ο κινητήρας κόπασε, και το μόνο που ακουγόταν ήταν η βαριά τους ανάσα. «Κανόνισε μια συνάντηση. Αλλά να είμαστε προετοιμασμένοι για ενέδρα.»
Η συνάντηση κανονίστηκε σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Ο δημοσιογράφος, ο Κώστας, τους περίμενε, φανερά νευρικός. Τα μάτια του κινούνταν νευρικά από τη μία πλευρά στην άλλη, λες και περίμενε κάποιον να ξεπηδήσει από τις σκιές.
«Ξέρετε ότι βάζετε στο στόχαστρο ολόκληρη τη Μαφία της Αθήνας, έτσι;» είπε, κοιτάζοντας τα αρχεία που του έδωσαν. Ο ιδρώτας γυάλιζε στο μέτωπό του.
«Αν δεν το κάνουμε, θα συνεχίσουν να σκοτώνουν και να κυβερνούν με τον φόβο,» απάντησε η Άννα, ενώ ο Νίκος παρατηρούσε κάθε αντίδραση του Κώστα.
Ο Κώστας ένευσε, αλλά το βλέμμα του πρόδιδε αμφιβολία. Ο Νίκος παρατήρησε πως το χέρι του έτρεμε ελαφρώς. Δεν του άρεσε καθόλου αυτή η κατάσταση.
«Είσαι σίγουρος ότι μπορούμε να σε εμπιστευτούμε;» ρώτησε ο Νίκος, κάνοντας ένα βήμα πιο κοντά. Η ένταση ήταν ηλεκτρισμένη.
Πριν προλάβει να απαντήσει, ένας πυροβολισμός αντήχησε στον χώρο. Ο Κώστας έπεσε κάτω, αίμα ξεχύθηκε από τον ώμο του. Ο Νίκος και η Άννα έπεσαν αμέσως πίσω από κάλυψη, καθώς από τις σκιές εμφανίστηκαν άντρες του Λάμπρου, βαριά οπλισμένοι.
«Στήσαμε παγίδα στον λάθος άνθρωπο,» είπε ο Νίκος, τραβώντας το όπλο του. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τύμπανο πολέμου.
Η μάχη ξεκίνησε ξανά, με το σκοτάδι να γίνεται ο σύμμαχός τους. Οι σφαίρες έσκιζαν τον αέρα, καθώς ο Νίκος και η Άννα πυροβολούσαν ενώ κάλυπταν τον Κώστα, που ούρλιαζε από τον πόνο.
«Αν βγούμε από εδώ ζωντανοί, θα σου δώσουμε άλλη μια ευκαιρία να αποδείξεις την αφοσίωσή σου,» είπε ο Νίκος στον δημοσιογράφο, ενώ το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ιδρώτα και στάχτη.
Η Άννα κοίταξε τον Νίκο. «Δεν πρόκειται να σταματήσουν.»
Ο Νίκος έσφιξε το όπλο του και χαμήλωσε τη φωνή του. «Ούτε κι εμείς.»
Η τελική αναμέτρηση πλησίαζε, και δεν υπήρχε πλέον γυρισμός.
Ο Νίκος και η Άννα σύρθηκαν πίσω από ένα κοντέινερ καθώς οι σφαίρες εξακολουθούσαν να πέφτουν βροχή. Ο Κώστας, πληγωμένος και λαχανιασμένος, κρατούσε σφιχτά την πληγή στον ώμο του. Η ανάσα του ήταν βαριά, τα δάχτυλά του έτρεμαν από την απώλεια αίματος.
«Μας παγίδεψαν… Πώς μας βρήκαν;» ρώτησε η Άννα, ενώ ξαναγέμιζε το όπλο της. Τα χέρια της ήταν σταθερά, αλλά το βλέμμα της έκρυβε ένταση.
«Μόνο λίγοι άνθρωποι ήξεραν για τη συνάντηση,» απάντησε ο Νίκος με βλέμμα σκοτεινό. «Κάποιος μίλησε.»
Τα πυρά ξαφνικά σταμάτησαν. Μια βαριά σιωπή απλώθηκε στον χώρο. Η καρδιά της Άννας χτυπούσε δυνατά, το ίδιο και του Νίκου. Ήξεραν πως αυτή η παύση σήμαινε ένα πράγμα: προετοιμασία για τελικό χτύπημα.
«Ελάτε έξω, ξέρουμε ότι είστε εκεί!» φώναξε μια γνώριμη φωνή. Ο Λάμπρου. Η φωνή του ακουγόταν αλαζονική, γεμάτη αυτοπεποίθηση.
Ο Νίκος αντάλλαξε ένα γρήγορο βλέμμα με την Άννα. «Δεν υπάρχει περίπτωση.»
«Δεν χρειάζεται να πεθάνετε εδώ. Δώστε μου τα αρχεία, και όλα τελειώνουν,» συνέχισε ο Λάμπρου, η φωνή του γλιστρούσε σαν δηλητήριο.
Ο Κώστας έβγαλε έναν μικρό αναστεναγμό. «Δεν έχουμε επιλογές…»
«Έχουμε περισσότερες απ’ όσες νομίζεις,» είπε ο Νίκος ψυχρά και σηκώθηκε απότομα, πυροβολώντας προς τους άντρες που περίμεναν στο άνοιγμα του εργοστασίου. Η μάχη ξεκίνησε ξανά. Οι σφαίρες σφύριζαν γύρω τους, μεταλλικά αντικείμενα εκτοξεύονταν στον αέρα από τις βολές. Η Άννα και ο Νίκος κινήθηκαν σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, καλύπτοντας ο ένας τον άλλο. Ο χώρος γέμισε καπνό και σκόνη, καθώς οι σφαίρες χτυπούσαν μεταλλικές επιφάνειες και τζάμια. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός.
Ο Λάμπρου βρισκόταν ασφαλής πίσω από τους άντρες του, απολαμβάνοντας τη σκηνή. «Δεν μπορείτε να κρυφτείτε για πάντα!» φώναξε, η φωνή του γέμιζε τον χώρο με υπεροψία.
Ο Νίκος έριξε μια γρήγορη ματιά στον χώρο. Έπρεπε να αλλάξουν το παιχνίδι, να τον αναγκάσουν να κάνει λάθος.
«Πρέπει να τον τραβήξουμε έξω,» είπε στην Άννα. Τα μάτια του έκαιγαν από οργή.
«Πώς;»
Ο Νίκος χαμογέλασε άγρια. «Με τον μόνο τρόπο που ξέρουμε.»
Με μια αστραπιαία κίνηση, πέταξε μια δεύτερη χειροβομβίδα προς τη μεριά του Λάμπρου. Ο εκκωφαντικός ήχος της έκρηξης γέμισε τον χώρο, και για πρώτη φορά, οι άντρες του Λάμπρου έδειχναν αποδιοργανωμένοι. Το ωστικό κύμα σκόρπισε σκόνη και θραύσματα παντού.
Ο Νίκος βγήκε από την κάλυψη και πυροβόλησε κατευθείαν προς τον Λάμπρου. Εκείνος έσκυψε την τελευταία στιγμή, αλλά μια σφαίρα τον χτύπησε στο μπράτσο. Το αίμα πετάχτηκε, και ο Λάμπρου ούρλιαξε από πόνο.
«Γαμώτο!» ούρλιαξε, κρατώντας το τραυματισμένο του χέρι.
Ήταν η στιγμή τους.
«Άννα, τώρα!» φώναξε ο Νίκος.
Η Άννα κινήθηκε γρήγορα, πλησιάζοντας προς το μέρος του Λάμπρου. Το βλέμμα της ήταν αποφασιστικό. Ήταν η ευκαιρία τους να τελειώσουν αυτό που άρχισαν. Ο Λάμπρου παραπατούσε, τα μάτια του πετάριζαν από τον πόνο και την οργή. Ήξερε ότι είχε κάνει λάθος. Ήξερε ότι η αυτοπεποίθησή του τον είχε προδώσει.
Ο Λάμπρου, παραπατώντας από την πληγή του, έκανε ένα βήμα πίσω. Η οργή ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του δεν έκρυβε τον φόβο που άρχισε να τον κυριεύει. Ήξερε πως οι πιθανότητές του μειώνονταν ραγδαία.
Ο Νίκος προχώρησε αργά, το όπλο του σταθερό, η ανάσα του ρυθμική. Οι σταγόνες ιδρώτα που κυλούσαν στο μέτωπό του αναμιγνύονταν με τη σκόνη και το αίμα της μάχης. Τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει, γεμάτα από την ατσάλινη αποφασιστικότητα που μόνο ένας άνδρας σαν κι εκείνον μπορούσε να διαθέτει.
«Τελείωσε, Λάμπρου.» Η φωνή του ήταν σταθερή, αλλά έκρυβε κάτι ωμό, κάτι τελεσίδικο.
Η Άννα κάλυπτε τα νώτα του, τα μάτια της σάρωναν τον χώρο για τυχόν παγίδες. Ήξερε πως ο Λάμπρου δεν ήταν άνθρωπος που θα δεχόταν την ήττα αμαχητί. Ο καπνός από τις εκρήξεις και τους πυροβολισμούς ακόμα αιωρούνταν γύρω τους, δίνοντας στην ατμόσφαιρα μια αποπνικτική αίσθηση.
«Νομίζεις ότι με έχεις;» γρύλισε ο Λάμπρου και χαμογέλασε στραβά, τα δόντια του αποκαλύπτοντας αίμα. «Δεν καταλαβαίνεις…; Δεν έχει σημασία αν με σκοτώσεις. Άλλοι θα πάρουν τη θέση μου.»
Ο Νίκος δεν απάντησε αμέσως. Πλησίασε ένα βήμα, δίνοντας χρόνο στα λόγια να αιωρηθούν στον αέρα. «Το ξέρω,» είπε τελικά, ψυχρά. «Αλλά εσένα θα φροντίσω να μην ξαναγίνεις πρόβλημα.»
Με μια απότομη κίνηση, ο Λάμπρου τράβηξε ένα μικρό όπλο από το μανίκι του. Η Άννα φώναξε προειδοποιητικά, αλλά ο Νίκος ήταν ήδη έτοιμος. Με μια αστραπιαία κίνηση, σήκωσε το δικό του όπλο και πάτησε τη σκανδάλη. Η σφαίρα διαπέρασε το μπράτσο του Λάμπρου, κάνοντάς τον να ουρλιάξει. Το όπλο του έπεσε στο πάτωμα με έναν μεταλλικό θόρυβο, κυλώντας μέχρι τα πόδια του Νίκου.
Ο Λάμπρου γονάτισε, κρατώντας το χτυπημένο του χέρι. Το βλέμμα του τώρα είχε αλλάξει – δεν υπήρχε πια έπαρση, μόνο ήττα. Τα μάτια του έτρεμαν από πόνο, αλλά και από κάτι άλλο… φόβο. Ο Νίκος μπορούσε να το διακρίνει.
«Τελείωσε,» είπε ο Νίκος, το δάχτυλό του ακόμα στη σκανδάλη.
Ο Κώστας, πληγωμένος αλλά όρθιος, πλησίασε αργά, το βήμα του βαρύ από την αιμορραγία. «Και τώρα;» ρώτησε, η φωνή του πιο κουρασμένη από ποτέ.
Ο Νίκος έριξε μια ματιά στην Άννα. Ήξεραν και οι δύο πως αυτή ήταν μόνο μια μάχη. Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Τα παιχνίδια της μαφίας δεν τελειώνουν ποτέ τόσο εύκολα. Αλλά είχαν κερδίσει μια ευκαιρία. Μια στιγμή αναπνοής πριν το επόμενο χτύπημα.
Η Άννα έγνεψε. «Πάμε. Έχουμε δρόμο μπροστά μας.»
Ο Νίκος κοίταξε για τελευταία φορά τον Λάμπρου, που είχε γείρει πίσω, προσπαθώντας να ανακτήσει δυνάμεις. «Δεν θα σε σκοτώσω,» είπε, η φωνή του σχεδόν ψιθυριστή. «Θα αφήσω τους εχθρούς σου να το κάνουν.»
Τα μάτια του Λάμπρου άνοιξαν διάπλατα. Κατάλαβε. Αν τον άφηναν ζωντανό, ήταν χειρότερο από τον θάνατο. Οι προδότες στη μαφία δεν επιβιώνουν για πολύ.
Και με αυτά τα λόγια, ο Νίκος γύρισε την πλάτη του και έφυγε, με την Άννα και τον Κώστα στο πλευρό του. Η νύχτα ήταν ακόμα επικίνδυνη, αλλά αυτή τη φορά, ήξεραν ότι είχαν τον έλεγχο.
Η μάχη είχε κερδηθεί. Ο πόλεμος όμως μόλις ξεκινούσε. Το μαύρο Audi διέσχιζε τη νυχτερινή Αθήνα με ταχύτητα, οι προβολείς του σχίζοντας το σκοτάδι. Ο Νίκος, καθισμένος στη θέση του συνοδηγού, κρατούσε σφιχτά το όπλο του, τα δάχτυλά του λευκά από την ένταση. Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς. Ο Λάμπρου είχε εξουδετερωθεί, αλλά η απειλή δεν είχε εξαφανιστεί. Ήξερε πως ο υπόκοσμος δεν αφήνει ποτέ κενά. Κάποιος άλλος θα έπαιρνε τη θέση του.
Η Άννα, κρατώντας σταθερά το τιμόνι, έριξε μια ματιά στον Νίκο. «Τι σκέφτεσαι;»
«Ότι δεν τελειώσαμε.»
«Δεν τελειώνουμε ποτέ,» απάντησε εκείνη, σφίγγοντας το τιμόνι, τα μάτια της καρφωμένα στον καθρέφτη για τυχόν ουρές. Η πόλη απλωνόταν γύρω τους, οι δρόμοι γεμάτοι με τις σκιές της νύχτας.
Στο πίσω κάθισμα, ο Κώστας, ακόμα τραυματισμένος, ανάσαινε βαριά. Μια σκοτεινή κηλίδα αίματος είχε απλωθεί στο πουκάμισό του, αλλά το βλέμμα του παρέμενε διαυγές. «Έχουμε μεγαλύτερο πρόβλημα από τον Λάμπρου. Πριν τον εντοπίσουμε, έμαθα κάτι που δεν πρόλαβα να σας πω.»
Ο Νίκος γύρισε απότομα προς το μέρος του. «Τι πράγμα;»
Ο Κώστας κατάπιε δύσκολα, το πρόσωπό του συσπάστηκε από τον πόνο. «Κάποιος νέος παίκτης εμφανίστηκε. Ένας Ιταλός. Ο Ρικάρντο Μαντσίνι. Δουλεύει για τους Σικελούς και έχει σχέδια για την Αθήνα.»
Ο Νίκος αντάλλαξε ένα σκοτεινό βλέμμα με την Άννα. Η Σικελική Μαφία. Αυτό σήμαινε ότι η κατάσταση ήταν πιο σοβαρή απ’ όσο φαντάζονταν. Οι Σικελοί δεν έρχονταν ποτέ απροετοίμαστοι και σπάνια έκαναν λάθη. Αν ο Μαντσίνι είχε βάλει στο μάτι την πόλη, τότε θα είχε ήδη μια βάση, άντρες και ισχυρές πλάτες.
Η Άννα έσφιξε τα χείλη της. «Ξέρουμε πού μπορούμε να τον βρούμε;»
Ο Κώστας ένευσε αδύναμα. «Αύριο το βράδυ, συναντιέται με τους δικούς του στο λιμάνι.»
Ο Νίκος πήρε μια βαθιά ανάσα, τα μάτια του καρφώθηκαν στο σκοτάδι μπροστά τους. «Τότε ξέρουμε πού πρέπει να είμαστε.»
Ξαφνικά, ένας δυνατός θόρυβος ακούστηκε από πίσω τους. Ο καθρέφτης της Άννας γέμισε με τα φώτα ενός μαύρου SUV που έτρεχε κατά πάνω τους.
«Γαμώτο!» φώναξε η Άννα και έστριψε απότομα το τιμόνι, αποφεύγοντας μια σύγκρουση.
Οι πυροβολισμοί έπεσαν βροχή, τρυπώντας το πίσω παρμπρίζ. Το γυαλί θρυμματίστηκε, και κοφτερές ακίδες εκτοξεύτηκαν μέσα στο όχημα. Ο Νίκος βγήκε από το παράθυρο και απάντησε με τη δική του σφαίρα, πετυχαίνοντας το καπό του καταδιώκτη. Το SUV ταλαντεύτηκε, αλλά συνέχισε την επίθεση.
«Δεν είναι απλοί κυνηγοί,» γρύλισε ο Νίκος, επαναγεμίζοντας το όπλο του.
«Μάλλον ο Μαντσίνι ήδη ξέρει για εμάς,» είπε η Άννα, πιέζοντας το γκάζι. Το Audi εκτινάχθηκε μπροστά, διασχίζοντας στενά σοκάκια με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Το SUV επιτάχυνε, πλησιάζοντας επικίνδυνα. Ένα δεύτερο όχημα εμφανίστηκε από ένα παράλληλο στενό, κλείνοντάς τους τον δρόμο.
«Δεξιά!» φώναξε ο Νίκος.
Η Άννα έστριψε απότομα το τιμόνι. Οι ρόδες ούρλιαξαν καθώς το Audi γλίστρησε, περνώντας ξυστά από μια στοίβα σκουπιδιών και γκρεμίζοντας έναν μεταλλικό κάδο. Το SUV πίσω τους δεν είχε την ίδια τύχη – έπεσε πάνω στον κάδο με δύναμη, χάνοντας προσωρινά τον έλεγχο.
Ο Νίκος δεν έχασε χρόνο. Έβγαλε το ημιαυτόματο και σημάδεψε. Μια γρήγορη ριπή, και τα λάστιχα του SUV εξερράγησαν. Το όχημα αναποδογύρισε, σέρνοντας σπίθες στο οδόστρωμα, πριν καταλήξει σε μια βιτρίνα μαγαζιού με έναν εκκωφαντικό κρότο.
Η Άννα δεν κοίταξε πίσω. «Ο επόμενος!»
Το δεύτερο όχημα πλησίαζε ραγδαία. Ένα παράθυρο κατέβηκε, και μια κάννη οπλοπολυβόλου προβλήθηκε. Μια ομοβροντία από σφαίρες ξέσπασε, χτυπώντας το αμάξωμα του Audi.
Ο Κώστας έβγαλε ένα όπλο από τη ζώνη του, αν και λαβωμένος, και πυροβόλησε. Ο οδηγός του εχθρικού αυτοκινήτου τραντάχτηκε καθώς μια σφαίρα βρήκε τον ώμο του. Το αυτοκίνητο ταλαντεύτηκε ανεξέλεγκτα και προσέκρουσε σε έναν πυλώνα, τυλιγμένο στις φλόγες.
Η Άννα οδήγησε μανιωδώς μέχρι να βγουν από τα στενά και να χαθούν στο σκοτάδι.
Ο Νίκος ξεφύσησε, κοιτάζοντας τα κατεστραμμένα τους παράθυρα. «Αυτό ήταν το καλωσόρισμα.»
Η Άννα χαμογέλασε σκοτεινά. «Ας δούμε πώς θα τους αρέσει η απάντησή μας.»
Η μάχη μόλις ξεκινούσε.
Κεφάλαιο 3
Το Audi με τις σφαίρες καρφωμένες στο αμάξωμα σταμάτησε σε μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη κοντά στο λιμάνι. Η Άννα έσβησε τη μηχανή, και για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε. Η αναπνοή τους ήταν βαριά, η αδρεναλίνη ακόμα έρεε στις φλέβες τους.
Ο Κώστας γρύλισε από τον πόνο. Ο Νίκος άνοιξε βιαστικά την πόρτα και τον τράβηξε έξω, τον ξάπλωσε στο καπό και άρχισε να ελέγχει το τραύμα του. «Πρέπει να του το περιποιηθούμε άμεσα.»
Η Άννα έριξε μια ματιά γύρω τους. «Δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ για πολύ. Αν αυτοί οι τύποι μας εντόπισαν τόσο γρήγορα, τότε σημαίνει ότι μας παρακολουθούν στενά.»
Ο Νίκος έβγαλε ένα μικρό φλασκί με ουίσκι, το έριξε στο τραύμα του Κώστα, προκαλώντας του μια βλαστήμια. «Θα αντέξεις;»
«Σιγά, ρε… Τι είμαι, κανένα παιδάκι;» χαμογέλασε στραβά ο Κώστας, σφίγγοντας τα δόντια.
Ο Νίκος κοίταξε την Άννα. «Πρέπει να κινηθούμε πριν ο Μαντσίνι χτυπήσει πρώτος.»
«Το ξέρω. Πάμε στη βάση.»
Η «βάση» τους βρισκόταν σε ένα υπόγειο κάτω από ένα παλιό συνεργείο αυτοκινήτων, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο της Αθήνας. Μια βαριά μεταλλική πόρτα άνοιξε καθώς πλησίασαν, αποκαλύπτοντας ένα σκοτεινό δωμάτιο γεμάτο όπλα, χάρτες και ηλεκτρονικό εξοπλισμό παρακολούθησης.
Ο Κώστας κάθισε σε μια καρέκλα, ενώ η Άννα έπιασε ένα μπουκάλι νερό και ήπιε λαίμαργα. Ο Νίκος πλησίασε ένα τραπέζι όπου απλωμένα υπήρχαν φωτογραφίες και έγγραφα.
«Ο Μαντσίνι ήρθε για να μείνει,» είπε, δείχνοντας μια εικόνα του Ιταλού να συνομιλεί με Έλληνες επιχειρηματίες. «Αλλά για να καταλάβει την πόλη, χρειάζεται συμμάχους. Και κάποιοι από αυτούς είναι δικοί μας άνθρωποι.»
Η Άννα πλησίασε και πήρε μία από τις φωτογραφίες. «Ο Καλογερόπουλος… Δεν μου κάνει εντύπωση.»
Ο Καλογερόπουλος ήταν ένας από τους πιο διεφθαρμένους ανθρώπους στον χώρο των επιχειρήσεων. Αν είχε ταχθεί με τον Μαντσίνι, τότε είχαν σοβαρό πρόβλημα.
«Χρειαζόμαστε περισσότερες πληροφορίες,» είπε ο Νίκος. «Αύριο το βράδυ ο Μαντσίνι θα είναι στο λιμάνι. Αν καταφέρουμε να του στήσουμε παγίδα, μπορούμε να του κόψουμε τα φτερά πριν προλάβει να εδραιωθεί.»
Η Άννα χαμογέλασε επικίνδυνα. «Ώρα να του δείξουμε πως η Αθήνα δεν είναι δική του.»
Η νύχτα ήταν βαριά, ο αέρας γεμάτος υγρασία καθώς το λιμάνι ζούσε τη δική του ζωή. Φορτηγά φόρτωναν κοντέινερ, και βρώμικοι τύποι έκαναν τις δουλειές τους στις σκιές.
Ο Νίκος, η Άννα και ο Κώστας περίμεναν σε μια απομονωμένη γωνία, παρακολουθώντας. Ένα μαύρο Range Rover σταμάτησε δίπλα σε έναν μεγάλο γερανό. Η πόρτα άνοιξε, και ένας άντρας με γκρι κοστούμι και ιταλική φινέτσα βγήκε. Ο Μαντσίνι.
Η Άννα κοίταξε τον Νίκο. «Το κάνουμε;»
Ο Νίκος τσέκαρε το όπλο του. «Το κάνουμε.»
Η επιχείρηση είχε ξεκινήσει. Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω στο λιμάνι. Ο αέρας μύριζε αλμύρα και πετρέλαιο, ενώ η υγρασία έκανε το δέρμα τους να κολλάει. Ο Νίκος, η Άννα και ο Κώστας είχαν πάρει θέσεις, παρακολουθώντας από τις σκιές.
Ο Μαντσίνι στεκόταν κοντά στο Range Rover του, περιστοιχισμένος από τέσσερις σωματοφύλακες. Ο Καλογερόπουλος βγήκε από ένα άλλο όχημα και πλησίασε με ύφος γεμάτο αυτοπεποίθηση.
«Μαντσίνι,» είπε ο Καλογερόπουλος, ανοίγοντας τα χέρια του. «Όλα είναι έτοιμα.»
«Ελπίζω να είναι,» απάντησε ο Ιταλός με ψυχρή φωνή. «Δεν μου αρέσουν τα προβλήματα.»
Ο Νίκος έριξε μια γρήγορη ματιά στην Άννα και στον Κώστα. Ήταν έτοιμοι. Η συμφωνία που επρόκειτο να γίνει θα έδινε στον Μαντσίνι τον πλήρη έλεγχο ενός δικτύου λαθρεμπορίου που εκτεινόταν από την Ιταλία μέχρι την Ελλάδα. Δεν μπορούσαν να το επιτρέψουν.
Η Άννα ψιθύρισε: «Αν περιμένουμε περισσότερο, θα είναι αργά.»
Ο Νίκος ένευσε. «Ξεκινάμε.»
Με μια αστραπιαία κίνηση, έβγαλε το όπλο του και πυροβόλησε τον πρώτο σωματοφύλακα του Μαντσίνι στο κεφάλι. Ο άνδρας σωριάστηκε στο έδαφος χωρίς ήχο. Πριν οι υπόλοιποι προλάβουν να αντιδράσουν, η Άννα εκτόξευσε μια χειροβομβίδα κρότου-λάμψης στο κέντρο της συνάντησης.
Η έκρηξη τύφλωσε προσωρινά τους εχθρούς, δίνοντας στον Νίκο και στην ομάδα του το πλεονέκτημα. Ο Κώστας, παρά τον τραυματισμό του, άνοιξε πυρ με ένα ημιαυτόματο, γαζώνοντας τους άντρες του Μαντσίνι. Οι σφαίρες τρυπούσαν το μέταλλο των κοντέινερ, ενώ οι κραυγές πόνου σκέπαζαν το θόρυβο από τα κύματα που έσκαγαν στην προκυμαία.
Ο Ιταλός, ανακτώντας γρήγορα την ψυχραιμία του, έβγαλε ένα πιστόλι και πυροβόλησε προς το μέρος τους. Μια σφαίρα πέρασε ξυστά από το αυτί του Νίκου, αναγκάζοντάς τον να καλυφθεί πίσω από ένα κοντέινερ. Το μεταλλικό αντικείμενο δονήθηκε από τα πυρά, ενώ σπινθήρες πετάχτηκαν από την επιφάνειά του.
Ο Καλογερόπουλος, βλέποντας την κατάσταση να ξεφεύγει, προσπάθησε να τρέξει προς το αυτοκίνητό του, αλλά η Άννα τον πρόλαβε. Με μια γρήγορη κίνηση, τον άρπαξε και κόλλησε το όπλο της στα πλευρά του.
«Πού νομίζεις ότι πας;» του ψιθύρισε στο αυτί.
Εκείνος πάγωσε, τα μάτια του γεμάτα τρόμο. Μια σταγόνα ιδρώτα κύλησε από το μέτωπό του καθώς ένιωσε το κρύο μέταλλο του όπλου να πιέζει το πλευρό του.
Στο μεταξύ, ο Μαντσίνι είχε βρει κάλυψη πίσω από το Range Rover του. «Δεν ξέρεις με ποιον τα βάζεις, Έλληνα!» φώναξε προς τον Νίκο.
«Ξέρω πολύ καλά,» του απάντησε ψυχρά ο Νίκος και βγήκε από την κάλυψη, αδειάζοντας μια γεμιστήρα προς το μέρος του. Το παρμπρίζ του Range Rover θρυμματίστηκε, τα γυαλιά πετάχτηκαν σε όλες τις κατευθύνσεις και ένας από τους άντρες του Μαντσίνι έπεσε νεκρός με μια σφαίρα στο λαιμό.
«Δεν τον αφήνουμε να φύγει!» φώναξε ο Κώστας, καθώς επαναγέμιζε το όπλο του.
Η ομάδα τους κινήθηκε γρήγορα, καταδιώκοντας τον Ιταλό. Τα λάστιχα από τα οχήματα στριγγλίζαν καθώς ο Μαντσίνι επιβιβαζόταν σε μια μαύρη BMW που περίμενε στη γωνία.
Η Άννα άρπαξε τον Νίκο από το μπράτσο. «Αν φύγει, θα επιστρέψει πιο δυνατός.»
Ο Νίκος σήκωσε το όπλο του και σημάδεψε τα λάστιχα της BMW. Μια σφαίρα πέτυχε τον μπροστινό τροχό, και το όχημα έκανε έναν απότομο ελιγμό, χτυπώντας σε ένα κοντέινερ. Ο αερόσακος άνοιξε ακαριαία, παγιδεύοντας τον οδηγό.
Ο Μαντσίνι πετάχτηκε έξω από το αυτοκίνητο, κρατώντας ακόμα το όπλο του. Το αίμα έσταζε από το μέτωπό του, και η αναπνοή του ήταν βαριά. Ο Νίκος τον πλησίασε αργά, η κάννη του δικού του όπλου σταθερή.
«Τέλος δρόμου, Μαντσίνι.»
Ο Ιταλός χαμογέλασε αχνά, παρά την ήττα του. «Δεν ξέρεις τι έκανες, φίλε μου. Δεν τελειώνει εδώ.»
Ο Νίκος τον κοίταξε για μια στιγμή, διαβάζοντας την πρόκληση στα μάτια του. Χωρίς δεύτερη σκέψη, πάτησε τη σκανδάλη. Ο κρότος της σφαίρας αντήχησε στο λιμάνι, ενώ το σώμα του Μαντσίνι σωριάστηκε στο έδαφος.
Μια βαριά σιωπή απλώθηκε γύρω τους. Ο Νίκος πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε την Άννα και τον Κώστα. Ήξεραν ότι η μάχη δεν είχε τελειώσει ακόμα. Αυτό ήταν μόνο η αρχή του πολέμου.
Ο ήχος από το τελευταίο πυροβολισμό ακόμα αντηχούσε στο λιμάνι, ενώ ο Νίκος στεκόταν πάνω από το άψυχο σώμα του Μαντσίνι. Η νύχτα μύριζε καμένο μπαρούτι, λάδι μηχανής και τον αλμυρό αέρα της θάλασσας. Γύρω του, η Άννα και ο Κώστας ανέπνεαν βαριά, τα μάτια τους διαπεραστικά, γεμάτα ένταση και αγωνία. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, αλλά το πρόσωπό του παρέμενε ανέκφραστο. Ο πόνος και η οργή είχαν πνιγεί μέσα στην ψυχρή αποφασιστικότητά του.
Ξαφνικά, ο ήχος από απότομα βήματα διέκοψε τη σιωπή. Η Άννα γύρισε απότομα το κεφάλι και ύψωσε το όπλο της. «Δεν είμαστε μόνοι.»
Από το βάθος, μαύρες σιλουέτες ξεπρόβαλαν μέσα από τα κοντέινερ, κινούμενες αθόρυβα, αλλά αποφασιστικά. Δύο SUV με φιμέ τζάμια σταμάτησαν λίγα μέτρα μακριά, και πόρτες άνοιξαν απότομα. Ο Νίκος έσφιξε τα δόντια του. Ήξερε πως οι άντρες του Μαντσίνι δεν θα άφηναν το θάνατό του αναπάντητο. Ο κόμπος που σχηματίστηκε στο στομάχι του ήταν γνώριμος, η γνώση πως αυτός ο αγώνας δεν είχε τέλος, πως πάντα κάποιος θα ερχόταν να πάρει εκδίκηση.
«Μάλλον, μόλις ανοίξαμε τον ασκό του Αιόλου,» μουρμούρισε ο Κώστας, σηκώνοντας το ημιαυτόματο όπλο του. Η φωνή του είχε μια νευρική χροιά, όσο κι αν προσπαθούσε να το κρύψει.
«Πάμε!» φώναξε η Άννα, τραβώντας τον Νίκο από το μπράτσο.
Η ομάδα έτρεξε προς μια σειρά από κοντέινερ, ψάχνοντας κάλυψη καθώς οι πρώτοι πυροβολισμοί ξέσπασαν σαν καταιγίδα. Οι σφαίρες χτυπούσαν το μέταλλο, δημιουργώντας σπίθες στο σκοτάδι. Ο Νίκος έγειρε πίσω από ένα κιβώτιο και ανταπέδωσε τα πυρά, στοχεύοντας έναν από τους ένοπλους που πλησίαζε επικίνδυνα κοντά. Ο άντρας έπεσε κάτω, αλλά άλλοι τρεις πήραν τη θέση του.
«Δεν έχουμε αρκετά πυρομαχικά για μάχη μεγάλης διάρκειας,» είπε η Άννα, αλλάζοντας γεμιστήρα. Η φωνή της ήταν σταθερή, αλλά το βλέμμα της ήταν γεμάτο ανησυχία. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στον Νίκο, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι ήταν καλά. Εκείνος ένιωσε ένα παράξενο συναίσθημα να τον κατακλύζει – μια πρωτόγνωρη ανησυχία για κάποιον άλλον πέρα από τον εαυτό του.
Ο Κώστας έριξε μια ματιά τριγύρω. «Αν φτάσουμε στη γέφυρα του λιμανιού, μπορούμε να βρούμε διέξοδο.»
Ο Νίκος ένευσε. «Τότε τρέχουμε.»
Με συγχρονισμένες κινήσεις, βγήκαν από την κάλυψη και έτρεξαν προς τη γέφυρα. Οι σφαίρες συνέχιζαν να σφυρίζουν γύρω τους, αλλά οι αντανακλαστικές κινήσεις και η εμπειρία τους τούς κρατούσαν ζωντανούς. Ο Νίκος έριξε μια κλεφτή ματιά πίσω του – οι άντρες του Μαντσίνι δεν έδειχναν διάθεση να τους αφήσουν να ξεφύγουν. Κάτι μέσα του φούντωνε – μια αίσθηση αναπόφευκτου. Ήξερε πως αν δεν τελείωνε αυτή η μάχη γρήγορα, δεν θα έβγαιναν ζωντανοί από εκεί.
Φτάνοντας κοντά σε ένα γερανό, ο Νίκος σταμάτησε απότομα και σημάδεψε μια δεξαμενή καυσίμου δίπλα στα SUV. «Ας τους καθυστερήσουμε λίγο.» Πυροβόλησε τρεις φορές και μια εκκωφαντική έκρηξη φώτισε το λιμάνι. Τα SUV τινάχτηκαν στον αέρα, ενώ οι φλόγες γλείφοντας τα κοντέινερ έριχναν σκιές παντού. Οι άντρες του Μαντσίνι διασκορπίστηκαν μέσα στο χάος.
Ανάμεσα στις φλόγες, ακούστηκαν ουρλιαχτά και διαταγές στα ιταλικά. Η σύγχυση ήταν με το μέρος τους.
«Αυτό θα μας δώσει χρόνο,» είπε η Άννα, με βλέμμα ακόμα άγριο από την αδρεναλίνη. Ήταν τρομακτικά όμορφη μέσα στο χάος, με τα μαλλιά της να ανεμίζουν και τα μάτια της να φλέγονται από ένταση. Ο Νίκος δεν ήξερε αν ήταν η στιγμή, η ένταση, ή κάτι βαθύτερο, αλλά για πρώτη φορά ένιωσε έναν ανεξήγητο φόβο – όχι για τον εαυτό του, αλλά για εκείνη.
«Πάμε! Δεν θα κρατήσει για πάντα,» φώναξε ο Νίκος.
Καθώς έτρεχαν προς τη γέφυρα, ένας από τους άντρες του Μαντσίνι ανέκτησε την ψυχραιμία του και σήκωσε ένα AK-47, στοχεύοντας την Άννα. Ο Νίκος αντέδρασε ακαριαία, ρίχνοντας μια ελεγχόμενη ριπή που του πέταξε το όπλο από τα χέρια πριν προλάβει να πατήσει τη σκανδάλη. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά – μια κίνηση πιο αργή, ένα δευτερόλεπτο καθυστέρησης, και θα την είχε χάσει.
«Μην σταματάς!» ούρλιαξε ο Κώστας, καλύπτοντάς τους με διασταυρούμενα πυρά.
Το αίμα έβραζε στις φλέβες τους, η αδρεναλίνη τύλιγε τα κορμιά τους. Δεν υπήρχε χώρος για φόβο. Μόνο για επιβίωση. Και όμως, καθώς ο Νίκος έτρεχε δίπλα στην Άννα, το μυαλό του ξέφυγε για ένα δευτερόλεπτο – αν αυτό ήταν το τέλος τους, δεν ήθελε να χαθεί χωρίς να της πει όσα αισθανόταν.
Κεφάλαιο 4
Η γέφυρα του λιμανιού ήταν στενή, με τα σκούρα νερά από κάτω τους να καθρεφτίζουν τις φλόγες της έκρηξης. Ο Νίκος, η Άννα και ο Κώστας έτρεχαν χωρίς να κοιτάξουν πίσω. Κάθε ανάσα τους ήταν βαριά, κάθε βήμα μια μάχη ενάντια στην κούραση και τον φόβο.
Μόλις πέρασαν τη γέφυρα, ο Νίκος σταμάτησε απότομα και έστρεψε το βλέμμα του προς τα πίσω. Τα SUV είχαν γίνει στάχτες, αλλά δεν υπήρχε καμία εγγύηση πως οι εχθροί τους δεν θα έβρισκαν άλλον τρόπο να τους ακολουθήσουν. Ήταν ζήτημα χρόνου.
Ξαφνικά, ένας δυνατός κρότος αντήχησε πίσω τους. Μια δεύτερη έκρηξη! Ο Νίκος άρπαξε την Άννα και τη σκέπασε με το σώμα του, καθώς κομμάτια από μέταλλο και τσιμέντο εκτοξεύτηκαν γύρω τους. Ο καπνός γέμισε τον αέρα, κάνοντάς τους να βήχουν.
«Πρέπει να φύγουμε από εδώ!» φώναξε η Άννα, τα μάτια της να γυαλίζουν από την ένταση. «Ξέρεις πού να πάμε;»
Ο Νίκος κοίταξε τον Κώστα, ο οποίος ένευσε. «Έχω ένα ασφαλές μέρος. Αλλά πρέπει να βιαστούμε.»
Μπήκαν σε ένα παρατημένο φορτηγάκι που ο Κώστας είχε φροντίσει να αφήσει εκεί, σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά. Η μηχανή γρύλισε, και οι τροχοί στριφογύρισαν στην άσφαλτο καθώς απομακρύνονταν από το λιμάνι, ενώ πίσω τους ακούγονταν ακόμα πυροβολισμοί.
Καθώς οδηγούσαν, η Άννα κοίταξε τον Νίκο. «Τι σκεφτόσουν εκεί πίσω; Ήσουν αλλού για μια στιγμή.»
Ο Νίκος δεν απάντησε αμέσως. Το μυαλό του έπαιζε ξανά και ξανά τη σκηνή, τη στιγμή που την είδε σχεδόν να πέφτει νεκρή. Δεν ήξερε πώς να το περιγράψει, πώς να διαχειριστεί αυτό το συναίσθημα που δεν του είχε ξανατύχει.
«Δεν θέλω να σε χάσω,» είπε τελικά, χωρίς να την κοιτάξει.
Η Άννα πήρε μια κοφτή ανάσα. Δεν ήταν άνθρωπος που έμενε εύκολα άφωνος, αλλά αυτά τα λόγια την πάγωσαν για μια στιγμή. «Δεν πρόκειται να χαθώ τόσο εύκολα, Νίκο,» απάντησε με ένα αχνό χαμόγελο, αν και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά.
Η ένταση στον αέρα ήταν σχεδόν απτή. Ο Κώστας, νιώθοντας τη βαριά ατμόσφαιρα, καθάρισε τον λαιμό του. «Ας συγκεντρωθούμε στο να μείνουμε ζωντανοί πρώτα, ε;»
Ο Νίκος έσφιξε το τιμόνι και αύξησε ταχύτητα. Ήξερε πως αυτός ο αγώνας μόλις είχε αρχίσει.
Το ασφαλές καταφύγιο του Κώστα ήταν ένα παλιό εργοστάσιο στις παρυφές της πόλης, εγκαταλελειμμένο εδώ και χρόνια. Μέσα του, υπήρχαν προμήθειες, όπλα και ένα σύστημα ασφαλείας που τους έδινε προβάδισμα.
Μόλις μπήκαν, ο Κώστας έλεγξε τις κάμερες. «Δεν φαίνεται να μας ακολούθησαν. Αλλά δεν θα αργήσουν να μας βρουν.»
Η Άννα κάθισε σε ένα παλιό τραπέζι και έβγαλε το σακάκι της. Στη μπλούζα της, υπήρχε ένα κόκκινο σημάδι. Ο Νίκος έσπευσε κοντά της. «Είσαι χτυπημένη;»
«Ξυστά. Δεν είναι τίποτα,» είπε εκείνη, αλλά η φωνή της πρόδιδε την εξάντλησή της.
Ο Νίκος πήρε ένα πανί, το βούτηξε σε καθαρό νερό και γονάτισε μπροστά της. Άρχισε να καθαρίζει το τραύμα της, τα δάχτυλά του να κινούνται με προσοχή. «Δεν είναι σοβαρό, αλλά χρειάζεσαι ξεκούραση.»
Η Άννα τον κοίταξε, τα μάτια της σκοτεινά. «Νίκο… γιατί ρισκάρεις τόσο για μένα;»
Εκείνος σταμάτησε για λίγο. Την κοίταξε βαθιά, σαν να προσπαθούσε να βρει τις σωστές λέξεις. «Γιατί δεν είσαι απλά κάποια που μπλέχτηκε σε αυτό. Γιατί…» Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Γιατί σημαίνεις κάτι για μένα.»
Η Άννα ένιωσε την καρδιά της να σφίγγεται. Δεν είχε χρόνο για συναισθήματα. Κανείς τους δεν είχε. Αλλά αυτή η στιγμή, αυτός ο πόνος και η ειλικρίνεια στα μάτια του… ήταν πιο επικίνδυνα από κάθε σφαίρα.
Πριν προλάβει να απαντήσει, ο Κώστας έσπασε τη στιγμή. «Έχουμε πρόβλημα.»
Στην οθόνη, φάνηκε μια μαύρη λιμουζίνα να σταματάει έξω από το εργοστάσιο. Άντρες ντυμένοι στα μαύρα βγήκαν, οπλισμένοι.
«Δεκαπέντε τουλάχιστον,» είπε ο Κώστας σφίγγοντας τα δόντια. «Και βαριά εξοπλισμένοι.»
Ο Νίκος σηκώθηκε αμέσως, άρπαξε ένα ημιαυτόματο και γέμισε τον γεμιστήρα. Η φωνή του ήταν σκληρή σαν ατσάλι. «Ώρα να τελειώσουμε αυτό που αρχίσαμε.»
Η Άννα πήρε μια βαθειά ανάσα, άγγιξε το περίστροφό της και στάθηκε δίπλα του. «Ό,τι κι αν γίνει, δεν τους αφήνουμε να μας πάρουν ζωντανούς.»
Οι σκιές έξω κινούνταν γρήγορα, οι σιγασμένοι ήχοι από βήματα αντηχούσαν στο κενό εργοστάσιο.
Ένα χτύπημα στην πόρτα.
«Ξέρουμε ότι είστε μέσα.»
Ο Νίκος έριξε μια τελευταία ματιά στην Άννα και τον Κώστα. Ήξεραν ότι αυτό θα ήταν ή το τέλος τους ή η απόλυτη νίκη.
«Πάμε,» είπε, και η κόλαση άνοιξε τις πύλες της.
Οι πρώτοι πυροβολισμοί έσπασαν τη σιωπή του εργοστασίου σαν κεραυνός. Οι σφαίρες χτυπούσαν τα σκουριασμένα μεταλλικά τοιχώματα, σηκώνοντας σκόνη και θραύσματα παντού. Ο Νίκος, κρυμμένος πίσω από ένα παλιό μεταλλικό ράφι, άλλαξε γεμιστήρα γρήγορα, νιώθοντας την καρδιά του να σφυροκοπάει στο στήθος του.
«Κώστα, κάλυψέ με!» φώναξε και πετάχτηκε από την κρυψώνα του, αδειάζοντας μια ριπή προς τους εισβολείς. Ένας άνδρας σωριάστηκε, η κραυγή του χάθηκε μέσα στη βροντή των όπλων, αλλά οι υπόλοιποι προχώρησαν αποφασιστικά, σαν να μην τους αφορούσε ο θάνατος του συντρόφου τους.
Η Άννα, με κοφτές ανάσες, πυροβόλησε από το πλάι. Το πρόσωπό της ήταν σκληρό, συγκεντρωμένο, αλλά τα μάτια της είχαν μια άγρια λάμψη, μια μίξη φόβου και αδρεναλίνης. «Πόσο αντέχουμε έτσι;» ρώτησε, καθώς η θερμότητα από την κάννη του όπλου της έκανε τα δάχτυλά της να καίνε.
Ο Κώστας έριξε μια ματιά στις κάμερες ασφαλείας. «Δεν έχουμε χρόνο! Έρχονται κι άλλοι! Κι αυτή τη φορά, είναι οπλισμένοι μέχρι τα δόντια.»
Ο Νίκος έσφιξε τα δόντια. Δεν υπήρχε διαφυγή από την κύρια έξοδο. Έπρεπε να βρουν άλλη λύση.
«Πίσω από το εργοστάσιο! Υπάρχει ένας υπόγειος διάδρομος!» είπε ο Κώστας, δείχνοντας προς μια μεταλλική καταπακτή.
«Προχώρα, θα σας καλύψω!» είπε ο Νίκος, γεμίζοντας ξανά το όπλο του. Οι εχθροί πλησίαζαν. Ήταν ώρα να κάνουν την κίνησή τους. Ο Κώστας άνοιξε βιαστικά την καταπακτή, η σκουριασμένη μεταλλική επιφάνεια έτριξε δυνατά, προκαλώντας έναν ανατριχιαστικό ήχο που αντηχούσε στο χάος. Η Άννα ήταν η πρώτη που πήδηξε μέσα, προσγειώθηκε με έναν γδούπο σε έναν σκοτεινό υπόγειο διάδρομο, το δέρμα της ανατρίχιασε από την υγρασία που ανέδυε ο χώρος. Ο Κώστας την ακολούθησε, ενώ ο Νίκος έριξε μια τελευταία ματιά προς τους εχθρούς.
«Πήγαινε, Νίκο!» φώναξε η Άννα, αλλά ο Νίκος δεν κινούταν. Το βλέμμα του σκάναρε το πεδίο της μάχης, σαν να αποτύπωνε κάθε λεπτομέρεια.
Οι σκιές πλησίαζαν. Ένας από τους άνδρες των εχθρών έστρεψε ένα αυτόματο όπλο προς το μέρος του. Ο Νίκος δεν δίστασε—σκόπευσε και πυροβόλησε πρώτο. Το σώμα του εχθρού έπεσε βαρύ στο έδαφος, το όπλο του γλίστρησε από τα χέρια του, αλλά πριν προλάβει να πάρει ανάσα, άλλοι δύο άντρες ξεπρόβαλαν από τις σκιές.
Με ένα τελευταίο άλμα, βούτηξε στην καταπακτή και τράβηξε το καπάκι πίσω του. Από πάνω, οι πυροβολισμοί συνέχιζαν να αντηχούν, αλλά το εργοστάσιο τους είχε ήδη καταπιεί.
Ο διάδρομος ήταν στενός, γεμάτος υγρασία και παλιά μεταλλικά στηρίγματα. Η μυρωδιά της μούχλας και της σαπίλας ήταν πνιγηρή, αλλά δεν είχαν την πολυτέλεια να σταθούν.
«Πού οδηγεί;» ρώτησε η Άννα, η φωνή της γεμάτη ένταση.
«Σε μια παλιά αποθήκη, αρκετά τετράγωνα μακριά,» απάντησε ο Κώστας.
Ξαφνικά, ακούστηκε ένας θόρυβος από μπροστά τους. Όλοι πάγωσαν. Δεν ήταν μόνοι. Η ομάδα σταμάτησε, η ένταση σχεδόν ανυπόφορη. Ο Νίκος έσφιξε το όπλο του, έτοιμος για οτιδήποτε. Ο ήχος έγινε πιο δυνατός—κάποιος πλησίαζε από το βάθος του διαδρόμου. Οι ανάσες τους κρατήθηκαν, οι μύες τους τεντώθηκαν.
Ξαφνικά, μια φιγούρα ξεπρόβαλε από τη γωνία, το όπλο της στραμμένο προς αυτούς. Ο Νίκος ετοιμάστηκε να πυροβολήσει, τα δάχτυλά του άγγιξαν τη σκανδάλη—
«Στάσου! Είμαι μαζί σας!»
Ήταν ένας άνδρας γύρω στα σαράντα, ρακένδυτος αλλά με καθαρό βλέμμα. Το πρόσωπό του γεμάτο ουλές από παλιούς καβγάδες, τα μάτια του είχαν τη φλόγα κάποιου που είχε δει πάρα πολλά.
Ο Κώστας αναγνώρισε αμέσως το πρόσωπό του.
«Μπάμπη;»
Ο Μπάμπης, ένας παλιός πληροφοριοδότης της μαφίας, τους κοίταξε σοβαρά. «Δεν έχετε χρόνο. Ξέρω έναν άλλο τρόπο να βγείτε ζωντανοί.»
Ο Νίκος τον κοίταξε με δυσπιστία. «Γιατί να σε εμπιστευτούμε;»
Ο Μπάμπης χαμογέλασε πικρά, ένα χαμόγελο που πρόδιδε πείρα και απελπισία μαζί. «Γιατί αν πεθάνετε, πεθαίνω κι εγώ.»
Ο χρόνος πίεζε. Τα βήματα από πίσω τους δυνάμωναν. Η απόφαση έπρεπε να παρθεί τώρα.
«Λοιπόν;» είπε ο Μπάμπης. «Μαζί μου ή προτιμάτε να μείνετε εδώ και να πεθάνετε;»
Ο Νίκος κοίταξε την Άννα. Τα μάτια της τον ρωτούσαν το ίδιο πράγμα, αλλά υπήρχε και κάτι άλλο—μια σπίθα εμπιστοσύνης ή μήπως φόβου;
«Πάμε.»
Η απόφαση πάρθηκε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ο Νίκος έσφιξε το όπλο του, έριξε μια τελευταία ματιά προς τον διάδρομο πίσω τους και ένευσε στον Μπάμπη να προχωρήσει μπροστά. Ο Μπάμπης, χωρίς να χάσει χρόνο, έσκυψε και άνοιξε μια δεύτερη καταπακτή, κρυμμένη κάτω από μια στοίβα από σπασμένα κιβώτια.
«Από εδώ!» είπε βιαστικά. «Οδηγεί σε έναν αγωγό αποχέτευσης που βγαίνει λίγα τετράγωνα πιο πέρα.»
Η Άννα δίστασε για μια στιγμή, το βλέμμα της πέρασε από τον Νίκο στον Μπάμπη, αλλά τα βαριά βήματα από πίσω τους δεν της άφησαν άλλη επιλογή. Βούτηξε πρώτη μέσα, ακολουθούμενη από τον Κώστα. Ο Νίκος κοντοστάθηκε, καλύπτοντας την υποχώρηση τους με το όπλο του, πριν γλιστρήσει κι αυτός στο στενό πέρασμα.
Μια αποπνικτική μυρωδιά υγρασίας και σκουριάς τους χτύπησε κατευθείαν στα ρουθούνια. Οι τοίχοι του αγωγού ήταν γεμάτοι βρωμιά και γλίτσα, το νερό κάτω από τα πόδια τους ήταν θολό και λασπερό. Παρόλα αυτά, προχωρούσαν γρήγορα, γνωρίζοντας πως οι διώκτες τους δεν θα αργούσαν να βρουν την είσοδο.
Ο Μπάμπης κινήθηκε με σιγουριά, σαν να ήξερε κάθε στροφή και κάθε καταπακτή. «Έχουμε δύο λεπτά, το πολύ, πριν καταλάβουν πού πήγαμε,» είπε χαμηλόφωνα, η φωνή του σχεδόν χάθηκε μέσα στην υγρασία του τούνελ.
Ο Νίκος έριξε μια γρήγορη ματιά πίσω. Κάτι δεν του άρεσε. Ο Μπάμπης ήξερε πάρα πολλά. «Πού πάμε ακριβώς;» ρώτησε με ένταση.
Ο πληροφοριοδότης σταμάτησε απότομα. «Θα δείτε.» Τα μάτια του είχαν μια λάμψη, κάτι ανάμεσα σε επιφυλακτικότητα και μια γνώση που δεν μοιραζόταν.
Πριν προλάβει κανείς να ρωτήσει κάτι άλλο, μια δυνατή έκρηξη ακούστηκε πίσω τους. Το έδαφος σείστηκε, κομμάτια από τούβλα και σκουριασμένους σωλήνες έπεσαν από τον θόλο του αγωγού. Ο ήχος αντήχησε σαν κεραυνός μέσα στο στενό πέρασμα, κάνοντάς τους να παγώσουν για μια στιγμή.
«Τρέξτε!» φώναξε ο Κώστας, και όλοι όρμησαν μπροστά, το νερό να πιτσιλάει κάτω από τα πόδια τους.
Ο αγωγός τελείωσε σε μια μικρή έξοδο που οδηγούσε σε μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη. Η πόρτα άνοιξε με έναν ανατριχιαστικό μεταλλικό ήχο. Ο Μπάμπης έσπρωξε την πόρτα, η σκουριά της τρίφτηκε στα δάχτυλά του. «Εδώ είμαστε ασφαλείς—προσωρινά.»
Η Άννα έγειρε στον τοίχο, προσπαθώντας να ηρεμήσει την αναπνοή της. Ο Κώστας κοίταξε τον Νίκο. «Δεν μου αρέσει καθόλου αυτό.»
Ο εκτελεστής έγνεψε. «Ούτε σε μένα.» Ένιωθε την καρδιά του να χτυπά δυνατά, όχι από την κούραση, αλλά από το ένστικτό του που του φώναζε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ο Μπάμπης χαμογέλασε στραβά, τα μάτια του σκοτεινά. «Δεν έχετε πολλές επιλογές. Ξέρω ποιος σας κυνηγάει, και ξέρω ποιος σας πρόδωσε.»
Ο Νίκος στένεψε τα μάτια του. «Μίλα.»
Ο Μπάμπης πλησίασε αργά. «Η Μαφία της Αθήνας δεν λειτουργεί όπως νομίζετε. Κάποιος από το δικό σας στρατόπεδο τους βοήθησε. Έδωσε πληροφορίες. Σας έστησαν.»
Η Άννα έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές. Τα μάτια της έλαμπαν από οργή και προδοσία. «Ποιος;»
Ο Μπάμπης πήρε μια βαθιά ανάσα, σχεδόν σαν να ζύγιζε τα λόγια του. «Ο Στέφανος.»
Ο αέρας μέσα στην αποθήκη πάγωσε. Ο Κώστας έβρισε χαμηλόφωνα, ενώ ο Νίκος έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, τα δάχτυλά του σφιγμένα γύρω από το όπλο του.
«Πρέπει να κινηθούμε άμεσα,» είπε τελικά, η φωνή του γεμάτη αποφασιστικότητα. «Δεν θα σταματήσουν μέχρι να μας ξεκάνουν.»
Ο Μπάμπης ένευσε. «Ξέρω πού κρύβεται.»
Ο Νίκος κοίταξε την Άννα. Ήξερε πως δεν μπορούσε να της ζητήσει να έρθει μαζί του, αλλά εκείνη δεν δίστασε. Τα μάτια της ήταν φλόγες.
«Πάμε,» είπε αποφασιστικά.
Ο πόλεμος μόλις είχε αρχίσει.
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω από την Αθήνα. Τα φώτα της πόλης τρεμόπαιζαν σαν αχνές υποσχέσεις, ενώ στα στενά σοκάκια, η σκιά του Νίκου και της ομάδας του γλιστρούσε αθόρυβα ανάμεσα στις σκιές των κτιρίων. Ο Μπάμπης οδηγούσε τον δρόμο, το βλέμμα του σκοτεινό, τα βήματά του σταθερά.
«Ο Στέφανος κρύβεται σε μια παλιά βίλα έξω από το Μαρούσι. Έχει άντρες μαζί του, αλλά δεν περιμένει εσάς,» είπε χαμηλόφωνα.
Ο Νίκος έσφιξε τα δόντια. Ήξερε πως αυτή η νύχτα δεν θα τελείωνε χωρίς αίμα.
Η Άννα περπατούσε δίπλα του, το όπλο της κρυμμένο κάτω από το μπουφάν της. «Και αν είναι παγίδα;» ψιθύρισε.
Ο Νίκος την κοίταξε για μια στιγμή. «Θα το μάθουμε σύντομα.»
Η βίλα ήταν ένα τεράστιο, σκοτεινό οίκημα στην άκρη της πόλης, με φθαρμένα παντζούρια και έναν μεγάλο κήπο που είχε εγκαταλειφθεί χρόνια πριν. Το μέρος ανέδιδε μια παράξενη ηρεμία, μια σιωπή που προμήνυε καταιγίδα.
Ο Νίκος έκανε ένα σήμα στους άλλους να διασκορπιστούν. Ο Κώστας πήρε θέση πίσω από έναν χαμηλό τοίχο, η Άννα γονάτισε δίπλα του, το όπλο της έτοιμο. Ο Μπάμπης έριξε μια τελευταία ματιά τριγύρω και έγνεψε.
«Είναι μέσα.»
Ο Νίκος δεν περίμενε άλλο. Με μια γρήγορη κίνηση, έσπασε την κλειδαριά και όρμησε μέσα. Το σπίτι μύριζε κλεισούρα και προδοσία.
Ο Στέφανος στεκόταν στο βάθος του δωματίου, το βλέμμα του παγωμένο. Δεν έδειχνε έκπληκτος.
«Άργησες, Νίκο,» είπε με ένα στραβό χαμόγελο.
Ο Νίκος σήκωσε το όπλο του. «Γιατί το έκανες;»
Ο Στέφανος γέλασε. «Επειδή κουράστηκα να είμαι το πιόνι σας. Επειδή κάποιος έπρεπε να ανατρέψει το παιχνίδι.»
Ένας πυροβολισμός έσπασε τη σιωπή.
Η μάχη είχε μόλις αρχίσει.
Κεφάλαιο 5
Οι πυροβολισμοί αντήχησαν μέσα στη βίλα σαν κεραυνοί που έσκιζαν τη νύχτα. Ο Νίκος έπεσε στο έδαφος, αποφεύγοντας τις σφαίρες που γάζωναν τον τοίχο πίσω του. Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του, ενώ η καρδιά του χτυπούσε σαν τύμπανο πολέμου. Ο Κώστας ανταπέδωσε αμέσως τα πυρά, καλύπτοντας τον με μια σειρά από προσεκτικές βολές. Οι σφαίρες σφυροκοπούσαν τον χώρο, προκαλώντας χάος, ενώ η οσμή από καμένο μπαρούτι άρχισε να πνίγει την ατμόσφαιρα.
Ο Στέφανος είχε προετοιμαστεί. Οι άντρες του ξεπρόβαλαν από κάθε γωνία, τα όπλα τους γυάλιζαν στο αχνό φως των λαμπτήρων. Οι φωνές τους αναμειγνύονταν με τον ήχο από τις σφαίρες και το τρίξιμο των ποδιών τους πάνω στο σπασμένο μάρμαρο. Ο Νίκος δεν δίστασε – σηκώθηκε απότομα και άδειασε τον γεμιστήρα του προς τους πιο κοντινούς αντιπάλους. Δύο έπεσαν, αλλά οι υπόλοιποι προχωρούσαν με άγρια αποφασιστικότητα, τα μάτια τους κόκκινα από την αδρεναλίνη και τον θυμό.
Η Άννα, γρήγορη σαν σκιά, κινήθηκε στο πλάι. Με ένα καλά υπολογισμένο άλμα, πήδηξε πίσω από ένα παλιό ξύλινο τραπέζι και πυροβόλησε, πετυχαίνοντας έναν από τους αντιπάλους στο γόνατο. Ο άντρας σωριάστηκε ουρλιάζοντας, το αίμα του άπλωνε σκούρους λεκέδες στο πάτωμα. Η αναπνοή της ήταν κοφτή, τα χέρια της σταθερά, αλλά στο βλέμμα της υπήρχε ένα σκοτάδι—αυτή η μάχη δεν ήταν απλώς επιβίωση, ήταν προσωπική.
Ο Μπάμπης έβγαλε ένα μαχαίρι και, προτού κάποιος προλάβει να αντιδράσει, όρμησε σε έναν από τους φύλακες του Στέφανου. Η λεπίδα του διέγραψε μια γρήγορη κίνηση, το μέταλλο σχίζοντας τον αέρα πριν καρφωθεί στο πλευρό του στόχου του. Ο άντρας άνοιξε το στόμα του να φωνάξει, αλλά μόνο ένας υγρός, κοφτός ήχος βγήκε, καθώς έπεσε στο πάτωμα, κρατώντας την αιμορραγούσα κοιλιά του. Ο Μπάμπης ένιωσε το ζεστό αίμα να πιτσιλά τα δάχτυλά του, αλλά δεν σταμάτησε—γύρισε αμέσως, έτοιμος για τον επόμενο αντίπαλο.
Ο Στέφανος είχε μείνει πιο πίσω, τα μάτια του έλαμπαν από την αδρεναλίνη και τον τρόμο. Το βλέμμα του πλανήθηκε για μια στιγμή στην απόλυτη καταστροφή γύρω του. Ήξερε πως η μάχη δεν θα κρατούσε για πολύ. Ο Νίκος τον εντόπισε.
«Δεν έχεις πού να κρυφτείς!» φώναξε, προχωρώντας προς το μέρος του, κάθε βήμα του βαρύ, γεμάτο οργή. Στη φωνή του υπήρχε κάτι ψυχρό, σχεδόν μοιραίο—όχι μόνο εκδίκηση, αλλά μια απόφαση που είχε παρθεί πολύ πριν αρχίσει αυτή η νύχτα.
Ο Στέφανος έβγαλε ένα πιστόλι από το μπουφάν του και σημάδεψε. Τα δάχτυλά του έτρεμαν ελαφρά, αλλά η έκφρασή του ήταν ακόμα αλαζονική, γεμάτη μίσος. «Κάνεις λάθος, Νίκο.»
Πριν προλάβει να τραβήξει τη σκανδάλη, μια σφαίρα σφύριξε δίπλα στο αυτί του. Ο Κώστας είχε πυροβολήσει, αναγκάζοντάς τον να πέσει πίσω από ένα μισογκρεμισμένο ντουλάπι. Ο Νίκος εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία, όρμησε μπροστά και τον κλώτσησε δυνατά στο στήθος.
Ο Στέφανος κατρακύλησε στο πάτωμα, το όπλο του του έφυγε από τα χέρια, χτυπώντας με μεταλλικό θόρυβο στα μάρμαρα. Προσπάθησε να συρθεί μακριά, αλλά ο Νίκος στάθηκε από πάνω του, η κάννη του όπλου του να τον σημαδεύει ανάμεσα στα μάτια. Ο χρόνος πάγωσε—οι κραυγές της μάχης απομακρύνθηκαν, σαν να υπήρχαν μόνο αυτοί οι δύο, παγιδευμένοι σε έναν κύκλο αίματος και πεπρωμένου.
«Για όλα όσα έκανες…» είπε με σταθερή φωνή, η οργή του αναβράζουσα, αλλά ελεγχόμενη. «Ήρθε η ώρα να πληρώσεις.»
Ο Στέφανος γέλασε, ακόμα και τώρα, με το αίμα να κυλά από το χείλος του. Ένας βήχας τον έπιασε, αλλά κατάφερε να ψελλίσει: «Νομίζεις ότι αν με σκοτώσεις, όλα τελειώνουν; Είμαστε πολύ μεγαλύτεροι από σένα, Νίκο. Αυτό… είναι μόνο η αρχή.»
Ο Νίκος δίστασε για ένα δευτερόλεπτο. Ένα παλιό ένστικτο του φώναζε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Και τότε, η πόρτα πίσω του έσπασε απότομα. Η ξύλινη επιφάνειά της εκτοξεύτηκε σε κομμάτια, και νέες φωνές ακούστηκαν.
Ενισχύσεις.
Η μάχη δεν είχε τελειώσει ακόμα. Η πόρτα έσπασε με τρομερό θόρυβο, κομμάτια ξύλου εκτοξεύτηκαν στον αέρα, και πριν προλάβει να αντιδράσει, τρεις σκιές ξεπήδησαν με τα όπλα τους, σφυρίζοντας από παντού. Ο Στέφανος, ακόμα γεμάτος αίμα και σπασμένα όνειρα, άφησε να ξεφύγει ένα χαμόγελο ικανοποίησης. Αν και το κορμί του ήταν γεμάτο πληγές, η γλώσσα του είχε τη δύναμη να κόψει το νήμα της νύχτας. Ήξερε ότι δεν θα τελείωνε έτσι. Η ζωή του πάντα είχε την αίσθηση ενός παιχνιδιού με τον θάνατο—μόνο που τώρα, αυτός ήταν ο παίκτης που θα έπρεπε να χάσει.
Ο Νίκος, όμως, ήταν αποφασισμένος. Η αγωνία του έδωσε τη θέση της σε κάτι πιο σκοτεινό, πιο δυνατό—μια έντονη αίσθηση δικαιοσύνης, ίσως εκδίκησης, που τον είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή που είχε αναλάβει την αποστολή να τελειώσει την ιστορία του Στέφανου. Με κάθε βήμα, ένιωθε την καρδιά του να χτυπά σαν τύμπανο πολέμου. Ο χρόνος είχε σταματήσει—ο κόσμος γύρω του είχε διαλυθεί και δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά η ανάγκη να σταματήσει εκείνη την υπερβολική αίσθηση του εγκλήματος που τον είχε κυριεύσει.
«Δεν θα μας σταματήσει κανείς!» φώναξε ο Κώστας δίπλα του, η φωνή του γεμάτη θυμό και οργή. Αλλά αυτό που τον φόβιζε ήταν το βλέμμα του Νίκου—ένα βλέμμα που είχε πια κάτι διαφορετικό, σαν να είχε περάσει από το σημείο χωρίς επιστροφή.
Η Άννα, που βρισκόταν λίγο πιο πίσω, είδε το βλέμμα του Νίκου. Ένα βλέμμα που ήταν ταυτόχρονα γεμάτο αποφασιστικότητα και εσωτερική αναταραχή. Για εκείνη, η μάχη δεν είχε μόνο εξωτερικούς εχθρούς, αλλά και αόρατους πολέμους που μαίνονταν μέσα της. Η μνήμη του παρελθόντος, του προδομένου έρωτα, τον κλοιό που την είχε εγκλωβίσει, όλα την έκαναν να νιώθει ότι η ώρα της εκδίκησης είχε έρθει. Αλλά κάτι δεν την άφηνε να αποδεχτεί την απόλυτη εξουσία της βίας. Κάτι για το οποίο πάλευε βαθιά μέσα της.
Η Άννα πυροβόλησε, και η σφαίρα βρήκε τον στόχο της. Ένας άντρας σωριάστηκε, αλλά η έκφρασή της παρέμεινε ανέκφραστη. Δεν ένιωσε καμία ικανοποίηση. Η αποδοχή του θανάτου ήταν μια πραγματικότητα που είχε εσωτερικεύσει πολύ καιρό πριν—αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι της ήταν εύκολο.
Ο Μπάμπης, με το μαχαίρι στο χέρι, είχε χάσει κάθε ίχνος ανθρωπιάς. Η άγρια επιθυμία του να εξαλείψει τους πάντες γύρω του είχε γίνει ένα παιχνίδι εξουσίας. Η αίσθηση του «προέχει να επιβιώσουμε» τον είχε απομακρύνει από το ανθρώπινο στοιχείο. Αλλά ακόμα και εκεί, υπήρχε το σκοτεινό ρίγος της αμφιβολίας που τον διαπερνούσε κάθε φορά που το μαχαίρι του καρφωνόταν στο σώμα του εχθρού. Στην ουσία, φοβόταν να κοιτάξει τα μάτια τους, φοβόταν την ανθρώπινη πλευρά τους που του έμοιαζε όλο και πιο ξένη.
Όσο για τον Στέφανο, τα λόγια του ήταν το τελευταίο του χαρτί, το τελευταίο του καταφύγιο. Ενώ τα πάντα γύρω του κατέρρεαν, το μόνο που είχε ήταν η πίστη του στην ανωτερότητα του κόσμου που είχε χτίσει—έναν κόσμο γεμάτο φόβο και θάνατο. Αλλά η άνεση του ισχυρού που κάποτε είχε αισθανθεί, τώρα είχε σβήσει. Ένιωθε την αδυναμία του, όσο κι αν προσπαθούσε να την κρύψει. Ένα βαθύ ρίγος, σαν ένα αόρατο χέρι να του σφίγγει το λαιμό, τον έπνιγε. Ο θρόισμα της καραμπίνας του Νίκου ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουγε, μια θύμιση ότι κάθε αυτοκρατορία είχε την ώρα της κατάρρευσης.
«Νίκο…» είπε με τη φωνή του να τρέμει. «Νομίζεις ότι θα τελειώσει έτσι; Είμαστε πολύ μεγαλύτεροι από σένα. Εσύ είσαι το τέλος ενός κόσμου, ενώ εμείς είμαστε… η αρχή.»
Ο Νίκος, βλέποντάς τον έτσι, ένιωσε για μια στιγμή έναν μικρό σφίξιμο μέσα στο στήθος του. Όχι για τον Στέφανο—για τον ίδιο τον εαυτό του. Όλη αυτή η βία, όλο αυτό το αίμα που είχε χυθεί… είχε αρχίσει να του μοιάζει σαν καταδίκη. Όχι του Στέφανου, αλλά του ίδιου του κόσμου του. Όσο κι αν ήθελε να ολοκληρώσει τη δουλειά, όσο κι αν ήθελε να τον καταστρέψει, κάτι στο βάθος της ψυχής του τον έκανε να αμφιβάλει για το κατά πόσο υπήρχε πραγματικά μια «λύση» σε αυτό το παιχνίδι.
Αλλά αυτό ήταν το πεπρωμένο του. Η σφαίρα τον περίμενε, η δικαιοσύνη τον κάλεσε, και με μια τελευταία κίνηση, όλα θα τελείωναν.
Η μάχη ήταν ακόμα σε εξέλιξη, αλλά ο Στέφανος είχε ήδη καταδικαστεί. Η καρδιά του Νίκου χτυπούσε πιο γρήγορα τώρα. Τώρα πια, το μόνο που υπήρχε ήταν η ολοκλήρωση. Η μάχη συνεχίστηκε γύρω τους, σαν μια παράσταση που δεν είχε τέλος. Οι ήχοι από τα όπλα, το γδούπο των σωμάτων που έπεφταν στο πάτωμα, οι φωνές και τα σπασμένα γυαλιά, όλα έμοιαζαν να ενώνονται σε μια ατελείωτη συγχορδία θανάτου. Ο Νίκος, όμως, έμεινε αμετάβλητος. Οι ενισχύσεις του Στέφανου δεν ήταν αρκετές. Είχε προετοιμαστεί για αυτό το σημείο, για αυτή τη στιγμή. Ήξερε ότι κάποια στιγμή η μάχη θα έφτανε στο αποκορύφωμά της, και ότι το τέλος θα ήταν αναπόφευκτο.
Με το όπλο του στα χέρια, η κίνησή του ήταν ακριβής, γεμάτη αποφασιστικότητα. Σημάδεψε τον επόμενο άντρα του Στέφανου, αλλά πριν πυροβολήσει, η σκέψη του γύρισε πίσω στην Άννα. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο κενό και θυμό. Ποιος ήταν αυτός που την είχε φέρει σε αυτό το σημείο; Ποιος ήταν αυτός που την είχε καταστρέψει και την είχε ρίξει στη δίνη αυτής της βίας; Όλα τα περασμένα, όλα τα ανομολόγητα, όλα τα σιωπηλά συναισθήματα, αναδύονταν σαν φαντάσματα που τον ακολουθούσαν.
Ένιωσε τη βία να είναι πιο έντονη από ποτέ, αλλά ταυτόχρονα, ένιωθε και τη βαθιά αδυναμία της—ότι όσο και να προσπαθούσε να επανορθώσει, η νύχτα δεν θα μπορούσε να σβήσει τα λάθη τους. Όλα όσα είχαν κάνει τους είχαν φέρει σε αυτή τη στιγμή—στην τελευταία, καθοριστική σύγκρουση. Ο Νίκος έσφιξε τα δόντια του και προχώρησε.
Ο Στέφανος, παρά τις πληγές του, είχε καταφέρει να σηκωθεί από το πάτωμα, με το πιστόλι στα χέρια του. Είχε αντιληφθεί την αδυναμία του Νίκου. Δεν ήταν το ίδιο αλάνθαστος όπως πριν. Η έλλειψη συγκέντρωσης ήταν εμφανής και τον εκμεταλλεύτηκε.
«Νίκο…» ψιθύρισε με κοφτή φωνή, ενώ η λαχτάρα για την τελική ανατροπή και η ανάγκη για εξουσία άστραφταν στα μάτια του. «Στα μάτια μου, εσύ είσαι ο αδύναμος. Νομίζεις ότι τελειώνοντας με εμένα, όλα θα λήξουν; Θα δεις ότι υπάρχει πάντα κάτι παραπάνω από αυτό που βλέπεις.»
Ο Νίκος έστρεψε το βλέμμα του στον Στέφανο, παραμένοντας ψυχρός, χωρίς συναισθηματική αντίδραση. Η σφαίρα έφυγε από την κάννη του, αλλά ο Στέφανος πρόλαβε να πέσει και η σφαίρα πέρασε δίπλα του. Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη ένταση, σαν η ίδια η νύχτα να κρατούσε την αναπνοή της.
Ο Νίκος κινήθηκε γρήγορα, καλύπτοντας τη μικρή απόσταση ανάμεσα τους, και με μια απότομη κίνηση, τον έριξε στο έδαφος. Ο Στέφανος έσφιξε το πιστόλι στο χέρι του, αλλά η αδυναμία του ήταν εμφανής. Δεν είχε άλλη δύναμη να αντισταθεί. Η σφαίρα που θα έβαζε τέλος σε όλα, έμοιαζε να αιωρείται στον αέρα, καθώς ο Νίκος τον κοίταξε για μία στιγμή.
Το βλέμμα του ήταν γεμάτο απελπισία. Δεν ήταν μόνο ο Στέφανος που έπρεπε να καταδικαστεί, αλλά η ίδια η διαδικασία της εκδίκησης που είχε ακολουθήσει. Η μάχη αυτή ήταν απλώς η αποδοχή ότι δεν υπήρχε επιστροφή. Και η τελική αυτή πράξη, αυτή η στιγμή που όλα θα έμπαιναν στη θέση τους, θα άλλαζε για πάντα τον ίδιο τον Νίκο.
«Για τα πάντα που έχεις κάνει, για τις ζωές που πήρες…» είπε, ενώ η φωνή του έβγαινε γεμάτη τσαντισμένη επιμονή. «Ήρθε η ώρα να το πληρώσεις.»
Ο Στέφανος γέλασε με μια σπασμένη, άγρια, ειρωνική αίσθηση. Το γέλιο του ήταν ένας θρήνος, σαν να αποδεχόταν τη μοίρα του. «Τι λες, Νίκο; Νόμιζες ότι με σκοτώνοντάς με θα τελείωνες; Αντίθετα, αυτό είναι απλώς η αρχή.»
Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πρόταση του, ο Νίκος τον πυροβόλησε. Η σφαίρα πέρασε ακριβώς στο μέτωπο του Στέφανου, και το γέλιο του κόπηκε απότομα. Το σώμα του έπεσε πίσω, δίχως άλλη αντίσταση.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν καταλυτική. Ο Νίκος έμεινε να κοιτάζει το άψυχο σώμα του Στέφανου, τα μάτια του θολά από την ένταση και τη σύγχυση. Είχε τελειώσει, αλλά η νίκη του είχε μια πικρή γεύση. Δεν υπήρχε χαρά για τη νίκη αυτή, μόνο ένα βάρος στο στήθος του, σαν το βάρος όλης της βίας που είχε αφήσει πίσω του.
Η Άννα, που στεκόταν στην άκρη του δωματίου, το βλέμμα της είχε πάρει μια άλλη μορφή. Ήταν γεμάτη αμφιβολία και πόνο. Η εκδίκηση δεν είχε φέρει την λύτρωση. Η αίσθηση του «τέλους» ήταν περισσότερο ένας φαύλος κύκλος απόλυτης αποδοχής του σκοτεινού κόσμου που είχαν δημιουργήσει.
Ο Νίκος γύρισε προς εκείνη και συνειδητοποίησε για πρώτη φορά ότι η μάχη δεν είχε τελειώσει με τον Στέφανο. Είχε μόλις αρχίσει να καταλαβαίνει τι πραγματικά σήμαινε αυτός ο κόσμος για εκείνον.
Η σφαίρα έσφυξε τον αέρα και βρήκε το στόχο της με ακριβή, αμείλικτη δύναμη. Ο Στέφανος έπεσε πίσω, το σώμα του μαρτυρία του χάους που είχε αφήσει πίσω του. Ο Νίκος κοίταξε το σώμα του με ένα κενό βλέμμα, μια έκφραση που έμοιαζε να είναι χαμένη κάπου μεταξύ της ικανοποίησης και της κενότητας. Όλες οι πληγές του κόσμου είχαν συγκεντρωθεί σε αυτήν τη στιγμή. Και όμως, κάτι βαθύ μέσα του του έλεγε ότι τίποτα δεν είχε ολοκληρωθεί.
Ο Νίκος παρέμεινε εκεί, σιωπηλός, το όπλο του ακόμα στο χέρι, το βλέμμα του χαμένο στον αόρατο κόσμο που τον περιέβαλλε. Η αίσθηση του χρόνου είχε εκλείψει, και το μόνο που υπήρχε ήταν το ανυποχώρητο βάρος της συνείδησης. Είχε πάρει την εκδίκηση του, και όμως, η λύτρωση έμοιαζε πιο μακρινή από ποτέ.
Η Άννα στεκόταν ακίνητη στο άλλο άκρο του δωματίου, η μορφή της μια σιλουέτα που έλιωνε με την ατμόσφαιρα. Η σιωπή είχε κυριεύσει τα πάντα. Δεν υπήρχαν λέξεις που να μπορούσαν να περιγράψουν ό,τι είχε μόλις συμβεί. Δεν υπήρχαν λέξεις που να έφερναν ειρήνη στην ψυχή τους.
Ο Νίκος γύρισε αργά και την κοίταξε. Η έκφρασή της ήταν αβέβαιη, σαν να προσπαθούσε να καταλάβει το ίδιο το νόημα της πράξης του. Είχε σκεφτεί και αυτή τη στιγμή, είχε φανταστεί χιλιάδες φορές τον θρίαμβο, την εκδίκηση που θα τους έκανε να νιώσουν ότι είχε αποδοθεί δικαιοσύνη. Αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν αληθινό πια. Ο Στέφανος είχε πέσει, αλλά και η Άννα, η οποία είχε περάσει την ίδια διαδρομή με αυτόν, φαινόταν να καταρρέει μέσα της. Το βλέμμα της ήταν γεμάτο θλίψη και αναγνώριση του βάθους στο οποίο είχαν πέσει και οι δύο.
«Αυτό ήταν το τέλος που ήθελες, Νίκο;» ρώτησε τελικά η Άννα, η φωνή της βραχνιασμένη, γεμάτη αμφιβολία.
Ο Νίκος την κοίταξε, σαν να προσπαθούσε να ανακαλύψει την απάντηση μέσα από το βλέμμα της. Ένας κόμπος σχηματίστηκε στο λαιμό του, μια αίσθηση απόγνωσης που τον πίεζε να πει κάτι, να δικαιολογήσει όσα είχαν συμβεί. «Δεν ξέρω,» απάντησε, τα λόγια του βαρύτερα απ’ όσο νόμιζε. «Δεν ξέρω αν θέλω να το πιστέψω.»
Η Άννα σιώπησε για μια στιγμή, τα μάτια της βυθισμένα σε εκείνον, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει τις σκέψεις του. «Νόμιζα ότι η εκδίκηση θα μας έκανε να νιώσουμε καλύτερα. Αλλά δεν είμαι σίγουρη για τίποτα πια.»
Τα λόγια της ήταν σαν μαχαιριές στην καρδιά του. Η φωνή του τρεμόπαιξε καθώς προσπαθούσε να απαντήσει. «Πώς να νιώθεις καλύτερα, Άννα; Εδώ και καιρό δεν ζούμε. Μόνο επιβιώνουμε.»
Το βλέμμα της Άννας γλίστρησε στον τοίχο, στην καταστροφή που είχε προκαλέσει η μάχη, και μετά κατέληξε σε αυτόν ξανά. Ο πόνος ήταν φανερός στα μάτια της. «Η επιβίωση δεν είναι ζωή, Νίκο. Ήταν ποτέ;»
Οι σκέψεις του Νίκου μπλέκονταν, το μυαλό του θολό από τα γεγονότα που είχαν συμβεί. Η εικόνα του Στέφανου πεσμένου στο πάτωμα τον καταδίωκε, αλλά η πραγματική σκιά που τον κυνηγούσε ήταν η ίδια η συνείδησή του. Όσο και αν ήθελε να το αρνηθεί, αυτή η ζωή, αυτός ο κόσμος που είχαν δημιουργήσει, δεν είχε επιστροφή. Και ο Στέφανος, με τον τρόπο του, είχε μόνο προλάβει να του δείξει την αλήθεια. Όλα αυτά ήταν καταδικασμένα να καταρρεύσουν.
Αναστέναξε και έριξε το όπλο στο πάτωμα. «Είναι σαν να έχουμε παγιδευτεί σε μια σπασμένη εικόνα, Άννα. Ξέρουμε πώς είναι το τέλος, αλλά δεν ξέρουμε πώς να ζήσουμε με αυτό.»
Η Άννα τον κοιτούσε, ο πόνος και η απελπισία να διαφαίνονται στο πρόσωπό της, αλλά υπήρχε κάτι ακόμα, κάτι πιο βαθύ. «Ίσως να έχουμε ακόμα χρόνο να το καταλάβουμε, ίσως να μην είναι αργά. Αλλά αν συνεχίσουμε έτσι, θα χαθούμε εντελώς.»
Το δωμάτιο γέμισε με τη σιωπή, μια σιωπή γεμάτη υποσχέσεις και ανασφάλεια. Η νύχτα είχε αρχίσει να φεύγει, αλλά για εκείνους, ο κόσμος που άφηναν πίσω τους ήταν πιο σκοτεινός από ποτέ.
Το τέλος του Στέφανου δεν σήμαινε το τέλος για κανέναν τους. Ο δρόμος μπροστά τους παρέμενε γεμάτος σκιές και αμφιβολίες. Και όπως όλα τα θύματα που είχαν αφήσει πίσω τους, το μόνο που μπορούσαν να ελπίζουν ήταν ότι κάποια στιγμή θα ανακάλυπταν μια νέα αρχή—ή τουλάχιστον, μια διέξοδο από την εσωτερική τους κόλαση.
Αλλά όσο προχωρούσαν προς την επόμενη μέρα, η πραγματικότητα ήταν αμείλικτη. Ο κόσμος τους δεν είχε τελειώσει. Η μάχη μόλις είχε αρχίσει να ξεδιπλώνει τη φρίκη της.
Κεφάλαιο 5
Ο Νίκος στάθηκε μπροστά στον Γρηγόρη, το όπλο του ακόμα στραμμένο στην καρδιά του. Η σιωπή ήταν εκκωφαντική, φορτισμένη με την ένταση της στιγμής. Κάθε αναπνοή του ήταν βαριά και βιαστική, κάθε κίνηση του γεμάτη προσοχή. Δεν υπήρχε περιθώριο για λάθη πια.
Ο Γρηγόρης, παρά την απογοήτευση του για την αποτυχία του, δεν έδειξε φόβο. Αντίθετα, είχε μια ειρωνική, σχεδόν σαρδόνια έκφραση στο πρόσωπό του, σαν να πίστευε ότι ο Νίκος θα υποχωρούσε, ότι ο κόσμος τους θα μπορούσε να διατηρηθεί σε ισορροπία, παρόλο που τα πάντα γύρω τους είχαν καταρρεύσει.
«Περίμενε, Νίκο,» είπε ο Γρηγόρης με την αργή, υποτιμητική φωνή του. «Δεν θέλεις να το τελειώσεις έτσι. Υπάρχουν κι άλλοι που έχουν ανάγκη τη δύναμή σου. Δεν είσαι ο μόνος που έχει χάσει…»
Ο Νίκος δεν τον άφησε να τελειώσει. Σήκωσε το όπλο του με αποφασιστικότητα και, χωρίς δεύτερη σκέψη, πυροβόλησε. Η σφαίρα διέλυσε τη σιωπή, και ο Γρηγόρης έπεσε, το αίμα του ποτίζοντας το παγωμένο πάτωμα. Η στιγμή του θριάμβου ήταν σχεδόν ανύπαρκτη για τον Νίκο. Το μόνο που είχε απομείνει ήταν η αίσθηση ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει πραγματικά. Οι εχθροί είχαν αλλάξει, αλλά οι προδοσίες, οι αμαρτίες και οι αμφιβολίες παραμένανε.
Η Άννα μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο, με το βλέμμα της σκοτεινό, γεμάτο ανατριχίλα και αμφιβολία. Η σκηνή που αντικρίστηκε ήταν γνώριμη, αλλά όχι λιγότερο ανατριχιαστική. Ο Νίκος, όπως πάντα, έμοιαζε σαν να ήταν παγιδευμένος μέσα στον κόσμο του, να μην μπορούσε να δραπετεύσει από τη βία που είχε καταναλώσει την ψυχή του.
«Τελείωσε;» ρώτησε η Άννα, η φωνή της γεμάτη αμφιβολία.
Ο Νίκος την κοίταξε, η ματιά του θολή από την κούραση και τη σκληρότητα της κατάστασης. «Δεν ξέρω αν τελείωσε, Άννα. Αλλά αυτός τουλάχιστον δεν θα μας απειλεί ξανά.»
Η Άννα τον παρακολούθησε για λίγο σιωπηλά. Μπορούσε να δει τη βαθιά αγωνία που έφερε μέσα του. Ήξερε πως ο Νίκος δεν είχε πια καμία ψευδαίσθηση για το τι σημαίνει να επιβιώνεις σε αυτόν τον κόσμο. Ήταν απλώς μια σειρά από παραστάσεις, θύματα και καταστροφή. Και ίσως το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι η ίδια η Άννα ήταν μπλεγμένη στην ίδια παγίδα.
«Και τώρα τι;» ρώτησε τελικά. «Πού πάμε από εδώ;»
Ο Νίκος άφησε το όπλο του να κρεμαστεί στο πλάι, τα δάχτυλά του κουρασμένα και πονεμένα. Δεν υπήρχε απάντηση. Οι δρόμοι που είχαν διαλέξει είχαν τους ίδιους κινδύνους και τις ίδιες ανατροπές. Και, όπως φαινόταν, ήταν ήδη πολύ αργά για να βρουν μια έξοδο.
Η νύχτα είχε πέσει βαριά, αλλά η καρδιά του Νίκου ήταν βαρύτερη από ποτέ. Η διαδοχή των δολοφονιών και των προδοσιών δεν τον είχε φέρει πιο κοντά στη λύτρωση, αντίθετα, του έδινε την αίσθηση ότι είχε πέσει σε μια παγίδα χωρίς έξοδο.
Κάθισε σιωπηλός στο γραφείο του, τα δάχτυλά του ακουμπούσαν το τραπέζι με δύναμη, καθώς οι σκέψεις του κυλούσαν σαν χείμαρρος. Είχε τελειώσει με τον Γρηγόρη, αλλά δεν ένιωθε νικητής. Ένα μέρος του, αυτό που είχε αφήσει πίσω του σαν μνήμη, του υπενθύμιζε ότι η μάχη δεν είχε τελειώσει. Η εκδίκηση δεν τον είχε ηρεμήσει. Αντιθέτως, τον είχε αφήσει με το κενό και την αίσθηση της αδιάκοπης κίνησης στο σκοτάδι.
Το τηλέφωνο του χτύπησε ξαφνικά, κόβοντας την ατμόσφαιρα σαν μαχαίρι. Η φωνή στην άλλη άκρη ήταν γνώριμη και ανατριχιαστική.
«Ο Στέφανος, Νίκο… Σου έχω κάτι που δεν περιμένεις.»
Η καρδιά του Νίκου πάγωσε. Πριν προλάβει να μιλήσει, η φωνή του άντρα συνέχισε.
«Δεν είχες σκεφτεί ότι ο Στέφανος είχε έναν αδελφό, ε;»
Αυτή η πληροφορία ήταν μια ανατροπή, μια μνημειώδης ανακάλυψη. Ο Στέφανος, ο άρχοντας του υποκόσμου, είχε έναν αδελφό; Και αν ναι, γιατί ήταν κρυμμένος; Τι σκοπό είχε σε αυτή την ιστορία; Το μυαλό του Νίκου άρχισε να τρέχει.
«Που είναι αυτός ο αδελφός τώρα;» ρώτησε με σφιγμένα δόντια.
«Δεν είναι πολύ μακριά, Νίκο. Και έχει λόγο που παρακολουθείς την ζωή σου με αυτές τις σκιές από πίσω.»
Ο Νίκος, χωρίς δεύτερη σκέψη, έκλεισε το τηλέφωνο και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Η επόμενη κίνηση του ήταν να καλέσει την Άννα. Ήξερε πως αυτή η πληροφορία θα άλλαζε τα πάντα. Ο αδελφός του Στέφανου ήταν αλήθεια ή ψέμα; Και αν ήταν αλήθεια, τι ακριβώς ήθελε από αυτούς; Η Άννα καθόταν αμίλητη δίπλα του, το βλέμμα της αβέβαιο, καθώς ο Νίκος της εξηγούσε τις νέες αποκαλύψεις. Οι αντιφάσεις άρχισαν να στήνονται μπροστά τους, σαν έναν ιστό αράχνης από τον οποίο δεν μπορούσαν να ξεφύγουν.
«Πώς να το πιστέψω αυτό, Νίκο; Ένας αδελφός; Κρυμμένος για τόσα χρόνια;» είπε η Άννα, η φωνή της γεμάτη αμφιβολία.
Ο Νίκος κοίταξε την Άννα στα μάτια. Ήξερε πως η αλήθεια ήταν σκληρή, αλλά ήταν αναγκασμένος να την αντιμετωπίσει. «Αυτό που δεν καταλαβαίνεις είναι ότι ο κόσμος στον οποίο βρισκόμαστε δεν έχει καμία σχέση με ό,τι ξέραμε. Όλα είναι ψέματα. Η εκδίκηση, η επιβίωση—όλα τα χρησιμοποιούμε για να κρυφτούμε από τη σκληρή πραγματικότητα.»
Η Άννα τον κοίταξε και το πρόσωπό της έδειχνε την αγωνία που αισθανόταν. «Μην μου πεις ότι δεν έχεις σχέδιο. Ότι δεν ξέρεις τι να κάνεις.»
Ο Νίκος έστριψε το κεφάλι του και κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Έχω σχέδιο, αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να το ακολουθήσω πια.»
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, το τηλέφωνο του Νίκου χτύπησε ξανά, και αυτή τη φορά η φωνή που ακούστηκε στην άλλη άκρη δεν ήταν ο άγνωστος άντρας, αλλά ο ίδιος ο Στέφανος. Είχε επιστρέψει, ακόμα και από τον άλλο κόσμο, σαν μια σκιώδη μορφή που αναδύθηκε από τις στάχτες του παρελθόντος.
«Είσαι κοντά, Νίκο. Αλλά να θυμάσαι πάντα ότι ό,τι και να κάνεις, πάντα θα χρωστάς σε μένα.»
Η φωνή του ήταν χαμηλή, απειλητική, και συνάμα γεμάτη ειρωνεία. Η σκιά του Στέφανου βρισκόταν παντού, και ο Νίκος ήξερε ότι το επόμενο βήμα του θα ήταν κρίσιμο. Η νύχτα είχε πέσει και ο Νίκος και η Άννα είχαν απομονωθεί σε ένα μικρό διαμέρισμα στην καρδιά της πόλης. Ήταν σαφές ότι οι δρόμοι τους είχαν μπει σε έναν επικίνδυνο κύκλο, από τον οποίο δεν υπήρχε έξοδος.
Ο Νίκος, παρόλο που προσπαθούσε να διατηρήσει τη ψυχραιμία του, είχε αρχίσει να νιώθει την πίεση. Η μυρωδιά του αίματος, η αίσθηση της απώλειας και της αδυναμίας, τον είχαν πλημμυρίσει. Και όσο κι αν προσπαθούσε να αποφύγει την αλήθεια, κάτι μέσα του του έλεγε ότι η παγίδα είχε ήδη κλείσει γύρω τους.
Ο Στέφανος, ο νεκρός, φαινόταν να έχει βρει έναν τρόπο να συνεχίσει τη ζωή του μέσα από τους άλλους, και ο Νίκος είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι τα πάντα γύρω του ήταν ένα παιχνίδι χειραγώγησης, ένα παιχνίδι που ο ίδιος είχε γίνει μέρος του χωρίς καν να το συνειδητοποιήσει.
«Τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησε η Άννα, η φωνή της γεμάτη απόγνωση. «Αυτός ο τύπος, ο αδελφός του Στέφανου, είναι ακόμη έξω εκεί. Και δεν ξέρουμε ποιος άλλος μας παρακολουθεί.»
Ο Νίκος στάθηκε σιωπηλός για λίγο, προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να εμπλέξει την Άννα ακόμα περισσότερο σε αυτή την ιστορία. Αλλά τώρα, πια, η ζωή τους ήταν συνδεδεμένη με αυτή την αλυσίδα βίας και προδοσίας. Ήξερε πως αν ήθελαν να βγουν ζωντανοί από αυτόν τον πόλεμο, θα έπρεπε να δράσουν γρήγορα.
«Είναι ο μόνος τρόπος για να τελειώσουμε με αυτό,» είπε τελικά με σφιγμένα δόντια. «Ο αδελφός του Στέφανου δεν θα σταματήσει μέχρι να μας τελειώσει.»
Η Άννα τον κοίταξε με αγωνία. «Αλλά πώς να τον βρούμε;»
Η απάντηση του Νίκου ήρθε αμέσως, παγωμένη και απόλυτη. «Θα πάμε στο μέρος του, εκεί που όλα ξεκίνησαν. Αν υπάρχει ένας τρόπος να τελειώσουμε αυτό το παιχνίδι, είναι εκεί.»
Αυτό το μέρος ήταν το παλιό εργοστάσιο, το σημείο όπου η ιστορία είχε ξεκινήσει. Το σημείο που η προδοσία είχε σφραγίσει τη μοίρα τους. Αλλά τώρα, το εργοστάσιο δεν ήταν πια απλώς το μέρος της συνάντησης. Ήταν το μέρος του πολέμου. Το μέρος που οι ζωές τους θα μπορούσαν να τελειώσουν εκείνη τη στιγμή. Ο Νίκος και η Άννα έφτασαν στο εργοστάσιο με ταχύτητα. Η νύχτα ήταν πυκνή, και οι σκιές των παλιών κτιρίων κάλυπταν κάθε τους κίνηση. Ο θρόισμα των φύλλων του αέρα τους έκανε να νιώθουν ακόμα πιο απομονωμένοι, σαν να βρισκόταν σε ένα άλλο κόσμο, μια παράλληλη πραγματικότητα γεμάτη θύματα και σκιές.
Ο Νίκος ήξερε ότι είχαν μικρό χρονικό περιθώριο. Ο Στέφανος, ή τουλάχιστον η σκιά του, είχε βάλει τους ανθρώπους του σε θέση μάχης. Η τελευταία τους ελπίδα ήταν να μπουν στο εργαστήριο του Στέφανου και να βρουν το κρυμμένο αρχείο, το μόνο που μπορούσε να αποκαλύψει τα πραγματικά σχέδια του Στέφανου και να τους απελευθερώσει από την παγίδα του.
Αλλά όταν μπήκαν στο εργοστάσιο, βρήκαν κάτι που δεν περίμεναν. Ολόκληρη η περιοχή ήταν γεμάτη άντρες με μάσκες και όπλα, όλοι με την ίδια απολυταρχική στάση. Δεν είχαν απλώς παγιδευτεί. Είχαν γίνει μέρος ενός ακόμα πιο σκοτεινού δικτύου.
Ο Νίκος γύρισε το κεφάλι του στην Άννα. Η αγωνία στα μάτια της ήταν προφανής, αλλά εκείνη τον κοίταξε με αποφασιστικότητα.
«Θα το ξεπεράσουμε αυτό. Μαζί,» είπε, και ο Νίκος, αν και το ήξερε πως δεν υπήρχαν εγγυήσεις, ένιωσε για μια στιγμή ότι ίσως να μπορούσαν να τα καταφέρουν. Ο Νίκος και η Άννα εισήλθαν στο εργοστάσιο με τα όπλα τους έτοιμα, προετοιμασμένοι για το χειρότερο. Ο αέρας ήταν βαρύς, σχεδόν αφόρητος, με την αίσθηση ότι κάτι τεράστιο θα έσκαγε οποιαδήποτε στιγμή. Καθώς προχωρούσαν στις σκοτεινές αίθουσες του εγκαταλελειμμένου εργοστασίου, μια αίσθηση ανησυχίας τον έπιασε.
«Πάμε από εδώ», είπε ο Νίκος, δείχνοντας την πόρτα που οδηγούσε σε ένα υπόγειο δωμάτιο. Οι κινήσεις τους ήταν γρήγορες και αθόρυβες, αλλά ο Νίκος δεν μπορούσε να shake την αίσθηση ότι δεν ήταν οι μόνοι εκεί. Κάτι παραπάνω από απλούς άντρες παρακολουθούσε κάθε τους βήμα.
Όταν έφτασαν στο δωμάτιο, βρήκαν έναν υπολογιστή και αρκετούς φακέλους ανοιχτούς πάνω σε ένα παλιό γραφείο. Ο Νίκος άνοιξε τους φακέλους γρήγορα, ψάχνοντας για οποιαδήποτε πληροφορία που θα τους έδινε το πλεονέκτημα. Οι αθώες σημειώσεις και οι σχέσεις είχαν αντικατασταθεί από έγγραφα που αποδείκνυαν ότι η επιχείρηση του Στέφανου ήταν πιο εκτεταμένη απ’ ό,τι φαντάζονταν. Υπήρχαν αναφορές σε διασυνδέσεις με άλλες μαφιόζικες οικογένειες, κυβερνητικά στελέχη και εταιρείες που φαινομενικά δεν είχαν καμία σχέση με το έγκλημα.
Ο Νίκος ένιωσε τη θερμοκρασία του σώματός του να ανεβαίνει καθώς η αλήθεια αποκάλυπτεται. Δεν ήταν απλώς μια οικογενειακή σύγκρουση—ήταν μια παγκόσμια συνωμοσία, ένα δίκτυο από συμφωνίες και προδοσίες που κατέληγαν να ελέγχουν μεγάλες περιοχές της πόλης. Ο Στέφανος, ακόμα και νεκρός, είχε στήσει έναν ολόκληρο στρατό που συνέχιζε να λειτουργεί.
«Άννα, κοιτάξτε αυτό», είπε, δείχνοντάς της ένα από τα έγγραφα. «Αυτός δεν ήταν ποτέ μόνος του.»
Η Άννα το πήρε και διάβασε με γρήγορη ματιά. Το πρόσωπό της άλλαξε ξαφνικά. «Αυτό είναι επικίνδυνο, Νίκο. Αν αυτοί οι άνθρωποι είναι πραγματικοί, αν έχουν αυτά τα στοιχεία…»
Ο Νίκος την κοίταξε με αποφασιστικότητα. «Εδώ είναι που τελειώνουν όλα. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.»
Αλλά πριν προλάβουν να συνεχίσουν την έρευνά τους, οι πόρτες του δωματίου άνοιξαν απότομα. Και μέσα μπήκε μια ομάδα ένοπλων ανδρών, όλοι με κουκούλες και μάσκες, κρατώντας τα όπλα τους στραμμένα προς τον Νίκο και την Άννα.
Η αιφνίδια επίθεση τους βρήκε απροετοίμαστους. Η Άννα αντέδρασε αμέσως, ρίχνοντας στον έναν από τους άντρες μία χειροβομβίδα καπνού, καλύπτοντας τη θέση τους με πυκνές φυσαλίδες καπνού. Εκείνη τη στιγμή, ο Νίκος πήρε το όπλο του και άνοιξε πυρ.
Η μάχη που ακολούθησε ήταν έντονη και γρήγορη. Τα βήματα τους ηχούσαν στο βιομηχανικό κενό του χώρου, ενώ τα πυρά αντήχησαν στους τοίχους του εργοστασίου. Η Άννα είχε βρει καταφύγιο πίσω από έναν σωρό από ξύλα, πυροβολώντας με ακρίβεια, αλλά ο Νίκος ένιωθε πως ο χρόνος τελείωνε. Κάθε στιγμή που περνούσε, αισθανόταν ότι το παιχνίδι δεν ήταν πλέον στα χέρια τους. Μερικές ώρες αργότερα, αφού οι εχθροί είχαν αποσυρθεί και το εργοστάσιο είχε ησυχάσει, ο Νίκος και η Άννα βρίσκονταν και πάλι μόνοι τους στην ίδια σκοτεινή αίθουσα. Ο χώρος είχε γεμίσει με απομεινάρια της μάχης: σπασμένα έπιπλα, καπνός και αίμα.
Ο Νίκος καθόταν με την πλάτη του στον τοίχο, προσπαθώντας να καταλάβει τι να κάνει στη συνέχεια. Η αποτυχία τους να καταστρέψουν τον κύριο πυρήνα του εχθρού είχε σοβαρές συνέπειες. Δεν ήταν απλώς η επιβίωση που διακυβεύονταν τώρα. Ήταν οι ζωές όλων όσων τους επακολουθούσαν—και οι νέες ανατροπές που ήρθαν, απειλούσαν να καταστρέψουν κάθε ελπίδα.
«Πώς το βλέπεις τώρα;» ρώτησε η Άννα, κοιτώντας τον με βλέμμα γεμάτο ανησυχία.
Ο Νίκος την κοίταξε και, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, είχε την αίσθηση ότι δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. «Δεν ξέρω… Αλλά δεν έχουμε πια επιλογές. Ο αδελφός του Στέφανου έχει στήσει μια παγίδα και δεν θα σταματήσει μέχρι να μας βρει. Και θα φτάσει πολύ πιο κοντά απ’ όσο νομίζουμε.»
Η σκέψη αυτής της διαρκούς απειλής ήταν τρομακτική. Κάθε βήμα που έκαναν, κάθε στροφή, ήταν μια καινούρια δοκιμασία.
Η Άννα ανέπνευσε βαριά και το βλέμμα της σκοτείνιασε. «Τότε θα τους πολεμήσουμε, Νίκο. Αλλά πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για όλα.»
Μετά την αποτυχημένη τους απόπειρα, οι επόμενες ώρες ήταν γεμάτες από προετοιμασίες για την τελική μάχη. Οι πληροφορίες που είχαν ανακαλύψει στο εργοστάσιο ήταν κρίσιμες, αλλά ταυτόχρονα επικίνδυνες. Η γραμμή ανάμεσα στους φίλους και τους εχθρούς γινόταν ολοένα και πιο ασαφής.
Ο Νίκος και η Άννα άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι κάποιοι από τους ανθρώπους που είχαν εμπιστευτεί δεν ήταν ό,τι φαίνονταν. Η ίδια η Άννα είχε αμφιβολίες, και ο Νίκος δεν είχε πια την ψυχραιμία να ελέγξει τα πάντα γύρω του.
Πώς μπορείς να εμπιστευτείς όταν όλοι γύρω σου είναι πιόνια σε ένα παιχνίδι που δεν καταλαβαίνεις πλήρως; Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και ο Νίκος ένιωθε το βάρος της απόφασης να πέφτει πάνω του σαν ασήκωτο φορτίο. Η πληροφορία που είχαν ανακαλύψει στο εργοστάσιο είχε ξεκαθαρίσει τις προθέσεις του αδελφού του Στέφανου, του Δημήτρη. Ο άντρας δεν ήθελε απλώς να τους σκοτώσει. Ήθελε να τους εξευτελίσει, να τους αναγκάσει να ταπεινωθούν πριν από τον θάνατο. Και η μεγαλύτερη έκπληξη: είχε διαπραγματευτεί με το κράτος, με κάποιους από τους πιο επικίνδυνους πολιτικούς και επιχειρηματίες της χώρας. Ένα δίχτυ εξουσίας που εκτείνονταν σε κάθε επίπεδο της κοινωνίας. Οι μάσκες είχαν πέσει.
Ο Νίκος ήξερε ότι δεν υπήρχε καμία επιστροφή πια. Τα όρια είχαν σβήσει. Το παιχνίδι της επιβίωσης είχε μετατραπεί σε πόλεμο για τον έλεγχο του μέλλοντός τους, για την ανατροπή του καθεστώτος που ήθελε να τους βάλει στη θέση των υποτακτικών.
Η Άννα τον κοίταξε, διαβάζοντας τα συναισθήματά του. «Αυτό που καταλαβαίνω, Νίκο, είναι ότι οι άνθρωποι γύρω μας έχουν ήδη κάνει τη συμφωνία τους. Είμαστε πιόνια στο παιχνίδι τους.»
Η φωνή της ήταν ήρεμη, αλλά ο τόνος γεμάτος απόγνωση και οργή. Ήταν προφανές ότι η πραγματικότητα τους είχε συντρίψει.
Ο Νίκος δεν απάντησε αμέσως. Ήξερε ότι η Άννα είχε απόλυτο δίκιο, αλλά το να αποδεχτεί αυτή την αλήθεια σήμαινε να αποδεχτεί και την ήττα. Και δεν ήταν διατεθειμένος να το κάνει.
«Δεν πρόκειται να το αφήσουμε έτσι», είπε τελικά με ψυχραιμία. «Αυτή η συμφωνία θα τελειώσει εδώ. Αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε μόνοι μας. Θα χρειαστούμε συμμαχίες.»
Η σκέψη του να συνεργαστούν με άλλους ήταν επικίνδυνη, αλλά η ανάγκη τους για βοήθεια ήταν επιτακτική. Ο εχθρός τους ήταν πιο ισχυρός και οργανωμένος από ποτέ. Κάθε κίνηση που έκαναν έπρεπε να είναι στρατηγική, κάθε λέξη που ξεστομίζονταν να ήταν προσεκτικά επιλεγμένη.
Η επόμενη κίνηση ήταν να αναζητήσουν συμμάχους μέσα στο ίδιο τους το περιβάλλον. Έπρεπε να επικοινωνήσουν με αυτούς που γνώριζαν τον κόσμο της μαφίας όσο κι αυτοί—άτομα που δεν ήταν απλώς μικροί παίκτες, αλλά είχαν ισχυρές συνδέσεις και ήξεραν να παίζουν το παιχνίδι του θρόνου.
Ο πρώτος τους στόχος ήταν ο Γιάννης, ένας από τους παλιούς συνεργάτες του Στέφανου. Η σχέση τους δεν είχε πάντα την καλύτερη βάση, αλλά ο Γιάννης ήταν ο μόνος που είχε την ικανότητα να τους βοηθήσει να αντιπαλέψουν το σύστημα.
«Ο Γιάννης είναι επικίνδυνος, Νίκο», είπε η Άννα, αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο. «Αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αν αυτός είναι ο μόνος που μπορεί να μας βγάλει από τη φωτιά, πρέπει να τον βρούμε.»
Η επαφή με τον Γιάννη έγινε μέσω ενός αχυρώνα στην εξοχή, ένα μέρος που γνώριζαν μόνο λίγοι. Στην αρχή, ο Γιάννης τους υποδέχτηκε με την απαραίτητη επιφυλακτικότητα, αλλά τελικά συμφώνησε να τους βοηθήσει.
«Ακούστε, δεν είμαι με το μέρος σας», είπε ο Γιάννης, σκύβοντας στο τραπέζι. «Αλλά αυτό που κάνει ο Δημήτρης είναι μεγαλύτερο απ’ ό,τι νομίζετε. Είμαστε όλοι πιόνια του. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβετε, τόσο καλύτερα.»
Η συμφωνία έγινε. Ο Νίκος και η Άννα θα βοηθούσαν τον Γιάννη με ορισμένα προβλήματα του στο εσωτερικό της οργάνωσης, και εκείνος με τη σειρά του θα τους παρείχε πληροφορίες για τον Δημήτρη και τις κινήσεις του.
Με τη βοήθεια του Γιάννη, η ομάδα τους άρχισε να καταστρώνει το σχέδιο για την ανατροπή του Δημήτρη. Η στρατηγική είχε πολλές φάσεις, με την πρώτη να είναι η εξουδετέρωση των δευτερευόντων συμμάχων του Δημήτρη. Αν μπορούσαν να διασπάσουν το δίκτυο που είχε χτίσει γύρω του, ίσως να μπορούσαν να τον αποδυναμώσουν αρκετά ώστε να τον αντιμετωπίσουν απευθείας.
Ο χρόνος πίεζε. Κάθε κίνηση που έκαναν ήταν πιο επικίνδυνη από την προηγούμενη. Ο Δημήτρης δεν ήταν απλώς ο αδελφός του Στέφανου—ήταν και ο άνθρωπος που είχε χτίσει μία αυτοκρατορία βασισμένη στον φόβο και την προδοσία. Και τώρα, όλη αυτή η αυτοκρατορία ήταν έτοιμη να καταρρεύσει.
Η μεγάλη τους αποστολή θα ήταν να σπάσουν την ασφάλεια του Δημήτρη και να κλέψουν τα κρυμμένα αρχεία του. Αλλά η αλήθεια που θα ανακάλυπταν εκεί μέσα μπορεί να ήταν κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από ό,τι φαντάζονταν. Καθώς το σχέδιο εξελισσόταν, το ψυχολογικό βάρος των αποφάσεών τους γινόταν πιο αισθητό. Ο Νίκος και η Άννα ένιωθαν ότι δεν είχαν πια δρόμο πίσω. Κάθε τους κίνηση είχε γίνει ένα στοιχείο ενός μεγάλου παιχνιδιού, όπου η επιβίωση δεν ήταν εγγυημένη. Πολλές φορές, αναρωτιούνταν αν είχαν ήδη πέσει σε έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο δεν υπήρχε επιστροφή. Και το χειρότερο ήταν ότι, όσο προχωρούσαν, άρχισαν να ανακαλύπτουν αλήθειες για τον Στέφανο και την οικογένεια του που κανείς τους δεν ήξερε. Αλήθειες που μπορούσαν να ανατρέψουν όλη την πορεία τους. Η ανατροπή του Δημήτρη και το τέλος αυτής της αλυσίδας βίας πλησίαζαν—αλλά σε ποιο κόστος;
Η ανατροπή του Δημήτρη δεν ήταν απλώς μια μάχη μεταξύ εγκληματιών. Είχε γίνει πλέον ένας πόλεμος μεταξύ της επιβίωσης και της καταστροφής, με τον Νίκο και την Άννα να είναι παγιδευμένοι σε έναν κόσμο από το οποίο δεν μπορούσαν να ξεφύγουν. Κάθε νέα πληροφορία που αποκάλυπταν τους έφερνε πιο κοντά στην αλήθεια, αλλά ταυτόχρονα τους έβαζε σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Το σκότος της μαφίας τους είχε τυλίξει πλήρως, και οι δυνάμεις τους ήταν πλέον απελπιστικά περιορισμένες.
Ο Νίκος κοίταξε την Άννα καθώς περπατούσαν μέσα στο σκοτεινό υπόγειο του αρχηγείου του Δημήτρη, το οποίο είχε μετατραπεί σε οχυρό. Τα πάντα γύρω τους ήταν γεμάτα από παρακολουθήσεις και παγίδες. Όσο κι αν προσπαθούσαν να προχωρήσουν αθόρυβα, ήξεραν ότι ο χρόνος τους είχε τελειώσει.
«Είναι εδώ», είπε ο Νίκος, η φωνή του ψυχρή και συγκεντρωμένη. «Η τελευταία μας ευκαιρία. Αν το καταφέρουμε, τελειώσαμε. Αν αποτύχουμε…»
Η Άννα τον κοίταξε με αποφασιστικότητα, αλλά και με μια έκφραση γεμάτη αμφιβολία. «Είσαι σίγουρος ότι μπορείς να το κάνεις, Νίκο;»
Ο Νίκος γύρισε και την κοίταξε με μάτια γεμάτα άγριο πάθος. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αν το αφήσουμε τώρα, όλα τα θύματα, όλες οι θυσίες θα έχουν πάει χαμένες.»
Το επόμενο βήμα ήταν το πιο επικίνδυνο από όλα. Ο Νίκος είχε πάρει το τελευταίο κομμάτι του σχεδίου. Το σύστημα του Δημήτρη ήταν αδιαπέραστο, αλλά υπήρχε μια αδυναμία. Ένα μόνο κλειδί, ένα μόνο αρχείο που τους έδινε την ευκαιρία να αποκαλύψουν τον πραγματικό του σκοπό: τα κρυμμένα αρχεία που αποδείκνυαν τις σχέσεις του με το διεθνές εμπόριο ναρκωτικών και την κυβέρνηση. Αν κατάφερναν να τα κλέψουν, θα είχαν αποδείξεις που θα κατέρριπταν το καθεστώς του Δημήτρη μια για πάντα.
Η προετοιμασία είχε ξεκινήσει. Όλοι οι συνεργάτες του Δημήτρη είχαν ανατεθεί σε διαφορετικά σημεία του κτιρίου, προσπαθώντας να καλύψουν την περιοχή όσο το δυνατόν καλύτερα. Όμως, κανείς δεν ήξερε πως το επόμενο χτύπημα θα ήταν μέσα από τους ίδιους τους τοίχους του αρχηγείου. Το χτύπημα ήρθε μέσα από το σκοτάδι. Ο Νίκος και η Άννα, χρησιμοποιώντας τα πληροφορίες που είχαν συλλέξει, κατάφεραν να εντοπίσουν το κρυφό δωμάτιο όπου φυλασσόταν το αρχείο του Δημήτρη. Αλλά όταν έφτασαν εκεί, η αίσθηση του κινδύνου ήταν έντονη. Όλα ήταν εις βάρος τους, και η τελευταία τους ευκαιρία κρεμόταν από μια κλωστή.
Ο Νίκος άνοιξε την πόρτα και μπήκε πρώτος. Ο χώρος ήταν γεμάτος τεχνολογία, με οθόνες που αναβόσβηναν συνεχώς και υπολογιστές που καταγραφούνταν με ρυθμό. Στη μέση του δωματίου, υπήρχε μια κάρτα με πληροφορίες για την καρδιά του δικτύου του Δημήτρη.
«Αυτό είναι», είπε ο Νίκος, «αν το πάρουμε, όλα τελειώνουν.»
Όμως, πριν προλάβουν να ολοκληρώσουν τη δουλειά τους, μια σειρά από πυροβολισμούς άρχισε να ηχεί στο διάδρομο. Στη στιγμή, η πόρτα έκλεισε και το δωμάτιο γέμισε με καπνό και φως. Το παιχνίδι είχε αλλάξει.
Κεφάλαιο 6
Η τελευταία μάχη που ακολούθησε ήταν σφοδρή και αδίστακτη. Ο Δημήτρης, με την τελευταία του στρατηγική κίνηση, έριξε όλες του τις δυνάμεις εναντίον τους. Ο Νίκος και η Άννα πάλευαν για να κρατηθούν ζωντανοί, αλλά οι εχθροί τους ήταν παντού. Δεν υπήρχε διαφυγή.
Με κάθε σφαίρα που έπεφτε, με κάθε κίνηση που έκανε, ο Νίκος ένιωθε το σώμα του να τον εγκαταλείπει. Αλλά ο στόχος ήταν ξεκάθαρος: να πάρει το αρχείο και να το παραδώσει στους κατάλληλους ανθρώπους. Αυτή ήταν η μόνη λύση. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να σώσουν τη ζωή τους.
Η Άννα, με την επιμονή που την χαρακτήριζε, τον στήριζε με όλη της τη δύναμη. Παρά τον πόνο, την εξάντληση, και την αίσθηση της αναπόφευκτης ήττας, δεν εγκατέλειπαν.
Όταν τελικά το αρχείο βρέθηκε στα χέρια τους, και η πυρκαγιά των πυροβολισμών έσβησε, ο Νίκος και η Άννα ήξεραν ότι ο κόσμος τους είχε αλλάξει για πάντα. Η αλήθεια που έφεραν στο φως ήταν σοκαριστική. Ο Δημήτρης, αν και φαινόταν πως είχε τον έλεγχο, είχε υπογράψει συμφωνίες που θα κατέρριπταν το ίδιο το σύστημα που είχε δημιουργήσει. Και εκεί, στη σιγή που ακολούθησε την ήττα του, η Αλήθεια αποκαλύφθηκε.
Η εξουσία που κατείχε ο Δημήτρης εξαρτιόταν από το ναρκωτικό εμπόριο, τις πολιτικές του διασυνδέσεις και τη χρήση βίας για τον έλεγχο των αντιπάλων του. Όμως, στο τέλος, οι δικές του κινήσεις έφεραν την καταστροφή. Το αρχείο, αποκαλυπτικό και καταδικαστικό, στάλθηκε στους σωστούς ανθρώπους. Ο Δημήτρης, αν και ισχυρός, κατέρρευσε μαζί με τη δύναμή του.
Ο Νίκος και η Άννα επιβίωσαν. Όμως, σε αυτόν τον κόσμο της μαφίας, το τίμημα της επιβίωσης ήταν υψηλό. Δεν υπήρχε επιστροφή για κανέναν τους. Οι ανατροπές είχαν διαμορφώσει το πεπρωμένο τους, και οι θύτες του παρελθόντος τους είχαν αφήσει πληγές που δεν θα μπορούσαν ποτέ να κλείσουν πλήρως. Το σκοτεινό παρελθόν τους συνέχιζε να τους ακολουθεί. Αλλά για πρώτη φορά, η δύναμη της εκδίκησης ήταν στα χέρια τους. Το τελευταίο σκηνικό της ιστορίας κλείνει με έναν Νίκο και μια Άννα, καθισμένους σε ένα παραθαλάσσιο καφέ, παρακολουθώντας τη θάλασσα. Η ζωή τους είχε αλλάξει, οι άνθρωποι τους είχαν φύγει ή είχαν προδοθεί, και το μέλλον τους παρέμενε αβέβαιο.
«Είναι όλα πίσω μας», είπε ο Νίκος, καθώς άφηνε την καφέ του να κρυώσει.
«Όχι όλα», απάντησε η Άννα με μια ελαφριά χαμόγελο. «Ποτέ δεν τελειώνει. Μόνο εμείς αποφασίζουμε πώς θα συνεχίσουμε.»
Ο Νίκος δεν απάντησε. Ήξερε ότι η ζωή τους, ακόμα και μετά τη νίκη, δεν θα ήταν ποτέ η ίδια.
Αλλά το μέλλον τους ανήκε πια. Τα φαντάσματα του παρελθόντος δεν ξεχνιούνται ποτέ, και τα λάθη του Νίκου τον ακολουθούσαν με κάθε βήμα. Ακόμα και μετά την ήττα του Δημήτρη, οι σκιές των ανθρώπων που είχε σκοτώσει, των ανθρώπων που είχε προδώσει, δεν έφυγαν ποτέ από το μυαλό του. Κάθε νύχτα, ονειρευόταν τα πρόσωπα τους να τον κυνηγούν, σαν να τον κατηγορούσαν για όλα όσα είχε κάνει. Και το χειρότερο ήταν ότι σε κάθε όνειρο, το πρόσωπο του Δημήτρη ήταν πάντα εκεί, γεμάτο μίσος, να τον κοιτάζει με μια απόλυτη κατηγορία.
Ο Νίκος ένοιωθε πλέον ότι δεν υπήρχε σωτηρία. Όσο και αν προσπαθούσε να το ξεχάσει, δεν μπορούσε να αποφύγει τη σκέψη ότι η μοναδική του σωτηρία ίσως να ήταν η απόλυτη λύτρωση — η θυσία. Όμως, ακόμη και αυτή η σκέψη τον γεμίσει με τρόμο, γιατί δεν ήξερε αν ήταν ακόμα αρκετά άνθρωπος για να πάρει μια τέτοια απόφαση.
Η Άννα, από την άλλη, είχε κάνει τις δικές της ειρήνες με το παρελθόν. Αλλά και αυτή, όσο και αν φαινόταν σκληρή και αποφασισμένη, βρισκόταν μπλεγμένη μέσα στις ψευδαισθήσεις που τους είχαν κρατήσει στην κορυφή αυτού του κόσμου. Και η ιδέα του τέλους, της απόλυτης κάθαρσης, ήταν για εκείνη μια συνεχής φαντασίωση. Δεν μπορούσε να αφήσει το όλο βάρος των πεπραγμένων τους να την καταστρέψει, αλλά η συνείδησή της δεν την άφηνε ποτέ να ηρεμήσει.
Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήξεραν πώς να προχωρήσουν. Το παιχνίδι είχε τελειώσει, αλλά ο κόσμος τους είχε αλλάξει για πάντα. Ο Νίκος καθόταν μόνος του στο σκοτεινό δωμάτιο, το φως της ημέρας ήταν πια μια μακρινή ανάμνηση. Η ένταση του μυαλού του τον είχε εξαντλήσει, η συνείδησή του μια ασταμάτητη μάχη με τον ίδιο του τον εαυτό. Κάθε στροφή, κάθε απόφαση που είχε πάρει τον τελευταίο καιρό τον έφερνε πιο κοντά σε ένα αδιέξοδο. Δεν μπορούσε να ξεφύγει από την αίσθηση ότι η αμαρτία του ήταν αξεπέραστη.
Είχε σκοτώσει, είχε προδώσει, είχε χρησιμοποιήσει τους ανθρώπους που τον περιέβαλλαν σαν πιόνια σε ένα βρώμικο παιχνίδι εξουσίας. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Το χειρότερο ήταν ότι πλέον δεν μπορούσε να βρει κανέναν λόγο για να συνεχίσει. Η αίσθηση του σκοπού είχε χαθεί. Η ζωή του είχε γίνει μια διαρκής αναζήτηση για κάτι που δεν ήξερε πια τι ήταν. Ήταν σαν να ζούσε μέσα σε ένα κενό, χωρίς καμία ελπίδα, χωρίς καμία λύτρωση.
Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο κενό, και κάθε φορά που προσπαθούσε να συγκεντρωθεί, οι φωνές των θυμάτων του άρχιζαν να αντηχούν στο μυαλό του. Η αίσθηση του εγκλήματος τον τύλιγε, σαν μια πυκνή ομίχλη που δεν τον άφηνε να ανασάνει. Η μνήμη της πρώτης δολοφονίας του, η ανείπωτη αγωνία του πριν τη σφαίρα, η απόφαση να καταστρέψει τη ζωή κάποιου με το όνομα του σκοπού του… όλα ήταν σαν να τον παρακολουθούσαν και να τον κατηγορούσαν.
“Έχεις γίνει το τέρας που φοβόσουν, Νίκο”, ψιθύρισε στον εαυτό του.
Ο ήχος του ονόματός του μέσα στο μυαλό του τον έκανε να νιώσει ξανά εκείνη την αδιανόητη έλλειψη ελέγχου, σαν να μην ήταν πλέον ο ίδιος άνθρωπος που κάποτε είχε ελπίδες και όνειρα. Κάτι τον είχε καταπιεί, και δεν είχε πια την ικανότητα να ξεχωρίσει ποιος ήταν και ποιος είχε γίνει.
Η Άννα είχε επιλέξει να σιωπήσει. Η σκέψη του Νίκου την απασχολούσε, αλλά η δική της ψυχολογική κατάσταση ήταν επίσης σε κρίση. Η ευαισθησία της για τις συνέπειες των πράξεων τους την είχε οδηγήσει σε ένα σιωπηλό αδιέξοδο. Από την αρχή, εκείνη είχε αμφισβητήσει το μονοπάτι που είχαν ακολουθήσει, αλλά ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι θα έφταναν σε αυτό το σημείο.
Όσο παρακολουθούσε τον Νίκο να καταρρέει ψυχικά, άρχισε να αναρωτιέται αν αυτός ο πόλεμος, αυτός ο κόσμος που είχαν δημιουργήσει, είχε αξία. Η ίδια δεν μπορούσε να βρει την απάντηση. Η αίσθηση του χρέους την κρατούσε κοντά του, αλλά ταυτόχρονα, οι πράξεις τους την έβαζαν σε έναν συνεχή κύκλο αυτογνωσίας και αμφιβολίας. Η Άννα ήξερε πως η ζωή της είχε αλλάξει για πάντα. Όσο και αν προσπαθούσε να το αγνοήσει, ήξερε ότι δεν υπήρχε γυρισμός.
Όταν κοίταξε τον Νίκο, τα μάτια της δεν έλεγαν τίποτα, αλλά ο ψυχισμός της είχε κατακλυστεί από το βάρος των πράξεών τους. Ο ίδιος ο κόσμος γύρω τους είχε γίνει μια αχανής θάλασσα αβεβαιότητας. Οι άνθρωποι που είχαν αφήσει πίσω τους, τα θύματα της προδοσίας τους, οι φίλοι που είχαν απομακρυνθεί, όλα ήταν μέρη ενός κόσμου που είχε καταρρεύσει.
Αλλά το χειρότερο ήταν ότι τώρα, οι ίδιοι είχαν γίνει μέρος αυτής της καταρρεύσης. Ένας κόσμος χωρίς αξίες, χωρίς αρχές, χωρίς ελπίδα. Και η Άννα αναρωτιόταν αν αυτή η αλυσίδα της καταστροφής μπορούσε ποτέ να σπάσει.
Ο Νίκος σηκώθηκε από την καρέκλα, η καρδιά του χτυπούσε δυνατά στο στήθος του. Η ώρα είχε έρθει. Η εσωτερική του μάχη είχε φτάσει σε μια κρισιμότατη στιγμή. Είχε επιλέξει να ακολουθήσει έναν δρόμο γεμάτο αίμα, έναν δρόμο που τον είχε φέρει μπροστά στην αλήθεια: ήταν μόνος του.
Η άγνωστη θλίψη που τον κυρίευε δεν ήταν απλώς φόβος για τις συνέπειες των πράξεών του. Ήταν η αίσθηση ότι δεν είχε άλλη διέξοδο. Είχε φτάσει στο σημείο που κάθε επιλογή που έκανε τον έφερνε πιο κοντά στην απώλεια του εαυτού του. Έκανε ένα βήμα μπροστά και κοίταξε τον καθρέφτη. Δεν αναγνώριζε το πρόσωπό του πια.
«Τι έγινε με τον Νίκο που ήξερα;» σκέφτηκε. «Που πίστευε ότι μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα;»
Αλλά ήταν πλέον αργά. Το βάρος των αμαρτιών του τον είχε συντρίψει. Κάθε φωνή του παρελθόντος, κάθε επιλογή του, ήταν παρούσα. Δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω, και το γνωρίζε. Ήταν σαν να είχε αφήσει το χέρι του στο χείλος του γκρεμού, και η μόνη επιλογή ήταν να πηδήξει.
Έκανε έναν τελευταίο γύρο στον χώρο. Είχε πάρει την απόφασή του. Δεν είχε καμία σωτηρία, αλλά θα έδινε ό,τι είχε για να επανορθώσει.
Η Άννα έμεινε εκεί, μπροστά στο παράθυρο. Είχε παρακολουθήσει τη σιωπηλή μεταμόρφωση του Νίκου. Η ψυχική του κατάρρευση ήταν ο απόηχος της δικής της. Πλέον, κάθε τους κίνηση ήταν ένα βήμα πιο κοντά στο τέλος αυτού του κόσμου που είχαν χτίσει μαζί. Ο κόσμος της είχε γίνει ένας σκοτεινός καθρέφτης της καταστροφής. Η ίδια ήξερε πια πως δεν υπήρχε επιστροφή από αυτό το σημείο.
Η απόφαση του Νίκου θα άλλαζε τα πάντα, αλλά και εκείνη θα είχε να διαλέξει τον δικό της δρόμο. Το ερώτημα δεν ήταν πια ποιος ήταν σωστός ή λάθος, αλλά πώς να συνεχίσουν, έχοντας καταστρέψει κάθε πιθανότητα για ειρήνη.
Αλλά το ίδιο το παρελθόν τους, όπως και το μέλλον τους, τους είχε εγκλωβίσει. Και η ελευθερία τους ήταν ένα όνειρο που φαινόταν να ξεθωριάζει κάθε φορά που έπαιρναν μια απόφαση. Η αμφιβολία ήταν η μόνη αλήθεια που είχε μείνει.
Η μέρα άρχισε να ξημερώνει, αλλά για τον Νίκο και την Άννα, το φως φαινόταν να είναι μακρινό και αδιάφορο. Η ψυχολογική τους κατάσταση ήταν στο χείλος της καταρράκτης, με τη συνείδηση να τους πιέζει ακόμα περισσότερο καθώς η αλήθεια για τις πράξεις τους τους βάραινε. Όμως, το εσωτερικό τους βάρος ήταν το λιγότερο από τις επερχόμενες εξελίξεις.
Μια κλήση ήρθε για τον Νίκο. Το τηλέφωνο στο γραφείο του κτύπησε σιωπηλά, και το άφησε για λίγο να χτυπάει, σαν να ήθελε να το αποφύγει. Ήξερε ότι οι παλιές συνδέσεις δεν χάνονται ποτέ. Ό,τι και να έκανε, όποιον κι αν σκότωνε, η αλυσίδα της Μαφίας δεν ξεκόβει έτσι απλά. Το τηλέφωνο συνέχιζε να χτυπάει με ανυπομονησία και αυξανόμενη πίεση.
“Πρέπει να το σηκώσω”, είπε, με τη φωνή του να έχει αποκτήσει έναν ξερό τόνο από την αναμονή.
Αναστενάζοντας, το σήκωσε.
“Νίκο…” είπε η φωνή στην άλλη άκρη. Ήταν ο Κωστής, παλιός συνεργάτης του από τις σκοτεινές μέρες της Μαφίας. “Δεν είναι τελειωμένα όλα. Ετοιμάσου για μια έκπληξη. Έχω νέα για σένα.”
Η φωνή του Κωστή ήταν παράξενη, γεμάτη αίσθηση απειλής. Η ειρωνεία ήταν ότι ο Νίκος ήξερε πια πως τίποτα στην παρανομία δεν ήταν ποτέ πραγματικά τελειωμένο. Η οικογένεια Μαφίας δεν ξεχνά.
“Τι θέλεις να πεις;” ρώτησε ο Νίκος, προσπαθώντας να ακούσει πίσω από τις λέξεις του Κωστή.
“Ο Δημήτρης… δεν ήταν το τέλος”, είπε ο Κωστής και πάγωσε ο αέρας για μια στιγμή. “Η οικογένεια του είχε κι άλλους ανθρώπους σε υψηλές θέσεις. Κάποιοι από αυτούς δεν σκοπεύουν να αφήσουν τίποτα να ξεχαστεί. Δεν είστε ασφαλείς. Κάποιοι από τους ανθρώπους που σου χρωστάνε, ετοιμάζονται να σε… ξεμπερδέψουν για πάντα.”
Ο Νίκος πάγωσε. Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Οι συνέπειες των πράξεών τους ήταν έτοιμες να χτυπήσουν την πόρτα τους, και αυτή η στιγμή ήταν το πρώτο προειδοποιητικό σήμα. Η προειδοποίηση του Κωστή είχε μόνο ένα νόημα: η Μαφία δεν συγχωρεί, και οι παλιοί εχθροί του Νίκου ήταν έτοιμοι να εκδικηθούν. Η οικογένεια του Δημήτρη είχε τη δική της δύναμη και επηρεασμό, και αν ήταν να βρουν τον Νίκο, δεν θα τον άφηναν να ξεφύγει εύκολα.
Το πρώτο χτύπημα ήρθε το βράδυ, όταν άγνωστοι άτομα επιτέθηκαν στο σπίτι τους. Η Άννα και ο Νίκος είχαν μόλις προλάβει να φύγουν πριν η πόρτα της εισόδου ανατιναχτεί, με την έκρηξη να τους πετάει στο έδαφος. Ο Νίκος, δίχως να σκεφτεί, πήδηξε αμέσως πάνω από την Άννα και κάλυψε το σώμα της με το δικό του. Ο θρόισμα του μεταλλικού ήχου των σφαιρών που έκοβαν τον αέρα, ήταν τόσο έντονο που τους μουγκούσε το μυαλό.
Οι επίγονοι του Δημήτρη δεν θα σταματούσαν μέχρι να τους βρουν. Ο Νίκος ήξερε ότι η αναμέτρηση ήταν αναπόφευκτη, και κάθε του κίνηση ήταν πια μια μάχη για επιβίωση.
“Άννα, πρέπει να φύγουμε τώρα!” φώναξε. Η αναπνοή του βαρύς, το βλέμμα του γεμάτο τρόμο και απόγνωση. Δεν υπήρχε χρόνος για εξηγήσεις, έπρεπε να φύγουν άμεσα.
“Πού να πάμε;!” φώναξε η Άννα, γεμάτη τρόμο και απελπισία.
Η μάχη για επιβίωση τους έβρισκε, όμως, σε μια επικίνδυνη θέση, και ο χρόνος πλέον ήταν ο μεγαλύτερος τους εχθρός. Ο Νίκος ήξερε ότι η Μαφία δεν θα τους άφηνε να φύγουν χωρίς αντίσταση. Την επόμενη μέρα, το τοπίο είχε αλλάξει. Η πόλη φαινόταν να έχει χάσει τη ζωή της, με την ίδια την ατμόσφαιρα να μυρίζει κίνδυνο. Η καταιγίδα της εκδίκησης είχε φτάσει, και η επόμενη κίνηση ανήκε στον Νίκο και την Άννα. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος παρά μόνο ο δρόμος της μάχης. Έπρεπε να βρουν το τελευταίο αποκούμπι τους, την τελευταία τους ευκαιρία.
Ο Νίκος, με τη ματιά του άδεια και το βλέμμα του αγέρωχο, κοίταξε την Άννα. Η σιωπή τους ήταν πιο βαριά από ποτέ. “Θα πολεμήσουμε για την ελευθερία μας, Άννα”, είπε με ήχο σιδερένιο, σαν να είχε πια αποδεχτεί την αλήθεια ότι δεν υπήρχε γυρισμός. Τα γεγονότα τους είχαν οδηγήσει στο σημείο χωρίς επιστροφή. Η Άννα τον κοίταξε. Ήξερε ότι η μάχη θα ήταν σφοδρή και, αυτή τη φορά, δεν θα μπορούσαν να αποφύγουν τις συνέπειες.
Ο Νίκος καθόταν στο σκοτεινό δωμάτιο, το μόνο φως ερχόταν από το παράθυρο, όπου η νύχτα ήταν βαριά και βαρύς αέρας φυσούσε από τη θάλασσα. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τύμπανο, κάθε χτύπος μια θύμηση της βίας και της προδοσίας που είχε βιώσει. Δεν ήταν πια ο άνθρωπος που ήξερε. Κάθε του σκέψη, κάθε απόφαση, κάθε βήμα τον έφερνε πιο κοντά στην άβυσσο. Και το πιο τρομακτικό ήταν ότι αυτή η άβυσσος τον καλούσε, σαν να ήταν η φυσική κατάληξη της ύπαρξής του.
Η σκέψη του γύρισε στην Άννα. Η γυναίκα που είχε αγαπήσει, που είχε τραβήξει στο βούρκο μαζί του. Η συνείδησή του τον βάραινε, σαν να την είχε σπρώξει σε μια καταστροφή που δεν ήξερε αν μπορούσαν να ξεφύγουν. Την είχε προστατεύσει, την είχε αγαπήσει, αλλά ήταν και εκείνη μέρος αυτής της καταστροφής, του κόσμου που οι ίδιοι είχαν φτιάξει.
“Άννα”, ψιθύρισε, σχεδόν ακούγοντας την ηχώ του ονόματός της στο σκοτάδι. Ήταν η μόνη που καταλάβαινε τη βαθύτερη αλήθεια του κόσμου τους. Η μόνη που ήταν τόσο βαθιά παγιδευμένη, όσο και εκείνος. Αλλά τώρα, δεν ήξερε αν το έκανε για να τη σώσει ή για να σωθεί ο ίδιος.
Η απελπισία τον είχε καταλάβει. Δεν μπορούσε να ξεφύγει από τις πράξεις του, ούτε από τις συνέπειες που έρχονταν. Κάθε θύμα του, κάθε άνθρωπος που είχε σκοτώσει ή προδώσει, ήταν πια μια σκιά που ακολουθούσε τα βήματά του. Η συνείδησή του τον πίεζε, σαν να είχε γίνει αυτός ο ίδιος το τέρας που πάντα φοβόταν.
Τι είχε απομείνει από εκείνον; Ένας άνθρωπος χωρίς ηθική, χωρίς αρχές. Δεν ήταν πια ο Νίκος που είχε κάποτε ελπίδες. Οι πράξεις του τον είχαν αποκόψει από οποιαδήποτε ιδέα λύτρωσης ή σωτηρίας. Το βλέμμα του στον καθρέφτη δεν ήταν το ίδιο πια. Ήταν το βλέμμα ενός άντρα που είχε χάσει την ταυτότητά του. Η Άννα βρισκόταν μόνη στο διαμέρισμα. Οι σκέψεις της ήταν ασύνδετες και ανακατεμένες, σαν μια ατέρμονη θύελλα μέσα στο μυαλό της. Η μάχη της δεν ήταν μόνο εξωτερική. Η μάχη που είχε να δώσει ήταν εσωτερική. Πώς να αντέξει τις συνέπειες των αποφάσεών της; Πώς να ζήσει με το γεγονός ότι είχε βυθιστεί σε έναν κόσμο γεμάτο προδοσία και θάνατο;
Κάθε φορά που κοίταζε τον Νίκο, δεν μπορούσε να αποφύγει την αμφιβολία. Η αγάπη που ένιωθε για εκείνον, είχε ταυτόχρονα και το βάρος της ενοχής. Ήταν η ίδια που τον είχε παρασύρει σε αυτή τη ζωή. Ήταν η ίδια που είχε επιλέξει να ακολουθήσει τον σκοτεινό δρόμο. Και τώρα, η αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ της αγάπης και της συνείδησης την κατέβαλε.
“Μπορώ να το αντέξω αυτό; Μπορώ να συγχωρήσω τον εαυτό μου για όλα όσα έχω κάνει;” αναρωτήθηκε. Η απάντηση δεν ήταν σαφής. Κάθε σκέψη την έφερνε πίσω στο ίδιο σημείο: στο αδιέξοδο της ίδιας της ύπαρξής της. Ήταν τόσο βαριά η αίσθηση του καθήκοντος, της υποχρέωσης απέναντι στον Νίκο, αλλά και το βάρος των πράξεών τους, που η καρδιά της έμοιαζε έτοιμη να σπάσει.
Εκείνη τη στιγμή, το τηλέφωνο της χτύπησε. Ένα μήνυμα. Ένα όνομα: Κωστής.
Η καρδιά της σφίχτηκε. Όλα είχαν αρχίσει να καταρρέουν. Δεν μπορούσε να ξεφύγει από το παρελθόν τους, όσο και αν το ήθελε. Κάθε της απόφαση, κάθε της βήμα, την έφερνε πιο κοντά στον ίδιο τους τον θάνατο. Αλλά δεν υπήρχε γυρισμός.
Ο Νίκος και η Άννα, έτοιμοι να μπλέκονται στην τελευταία τους μάχη, δεν ήξεραν ποιον να εμπιστευτούν πια. Ο κόσμος τους είχε γίνει μια αδιάκοπη αλληλουχία προδοσίας και εκδίκησης, και οι ίδιοι ήταν οι τελευταίοι που θα μπορούσαν να θεωρήσουν τον εαυτό τους αθώους.
Ο Νίκος ένιωθε το στίγμα της αποτυχίας πάνω του. Όσο κι αν προσπαθούσε να αντισταθεί, ήξερε ότι το τέλος ήταν κοντά. Κάθε του κίνηση πλέον ήταν μια απόφαση που έφερνε μαζί της μια αλυσίδα επιπτώσεων. Είχαν φτάσει στο σημείο χωρίς επιστροφή. Και οι δύο ήξεραν ότι δεν είχαν κανένα απολύτως έλεγχο πια για το μέλλον τους. Το μόνο που μπορούσαν να ελπίζουν ήταν να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να προσπαθήσουν να διαφυλάξουν τουλάχιστον την ψυχή τους, αν αυτό ήταν δυνατό.
Η νύχτα ήταν βαριά και το σκηνικό ήταν πια έτοιμο για την τελευταία τους μάχη. Οι δρόμοι της πόλης ήταν σκοτεινοί και ερημωμένοι, ενώ το αεράκι έφερνε τη μυρωδιά του θαλάσσιου αλμυρού αέρα, φέρνοντας μαζί του μια αίσθηση απόγνωσης. Ο Νίκος και η Άννα, ντυμένοι με σκοτεινά ρούχα και γεμάτοι άγνοια για το μέλλον, ήταν έτοιμοι να καταστρέψουν ή να καταστραφούν.
Η απόφαση είχε ληφθεί: δεν υπήρχε επιστροφή. Ήταν η τελευταία τους ευκαιρία, και αν απέτυχαν, η εκδίκηση θα ήταν τόσο αμείλικτη που θα τους έπαιρνε για πάντα από αυτόν τον κόσμο. Ο Κωστής, ο παλιός τους συνεργάτης, τους είχε ενημερώσει για το τι ερχόταν. Και ήταν σαφές ότι οι εχθροί τους είχαν προγραμματίσει κάτι μεγάλο. Η Μαφία ήταν παντού, και δεν υπήρχε μέρος για κρυψώνα πια.
“Είναι η ώρα, Άννα”, είπε ο Νίκος, η φωνή του αχνή και βαριά από τη κούραση και την ένταση. Η Άννα τον κοίταξε, τα μάτια της θολά από τα συναισθήματα, αλλά το βλέμμα της σίγουρο. Ήξερε ότι αυτός ο πόλεμος ήταν προσωπικός και για τους δύο τους. Δεν μπορούσαν να κρυφτούν πια πίσω από τις αμφιβολίες τους ή τις ενοχές τους.
“Θα βγούμε από αυτό ζωντανοί, Νίκο”, του είπε, σχεδόν ψιθυρίζοντας, αλλά με μια δύναμη στη φωνή της που δεν είχε δείξει ποτέ πριν. Το βλέμμα τους συναντήθηκε για μια στιγμή, και στα μάτια τους φαινόταν το ίδιο αίσθημα της οδύνης και της επιθυμίας για εκδίκηση. Είχαν φτάσει στην απόφαση να αγωνιστούν για να προστατεύσουν ο ένας τον άλλον, να υπερασπιστούν τη δική τους ιστορία, ακόμα κι αν η θυσία ήταν το μόνο που θα τους έμενε.
Προχωρούσαν μέσα από τις σκιές, και καθώς πλησίαζαν το σημείο όπου θα συναντούσαν τον Κωστή και τους άλλους, η αίσθηση του κινδύνου μεγάλωνε. Κάθε βήμα ήταν βαρύ, σαν να τους έσερνε η ίδια η πόλη, έτοιμη να τους καταπιεί. Η αναπόφευκτη σύγκρουση πλησίαζε, και ήξεραν ότι δεν θα υπήρχε καμία “ήρεμη” λύση. Όταν έφτασαν στον εγκαταλειμμένο χώρο στην άκρη της πόλης, τα φώτα από τα αυτοκίνητα των εχθρών έσχιζαν τη νύχτα, φανερώνοντας τη θέση τους. Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη από τον ήχο του αέρα που πέρναγε ανάμεσα στα παλιά βιομηχανικά κτίρια και τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι ζωής, αλλά ήξεραν ότι ήταν εκεί. Η παρουσία τους ήταν μια σκιά που πλησίαζε.
Ο Κωστής και οι άλλοι της Μαφίας τους είχαν προγραμματίσει να τους αντιμετωπίσουν εκεί, σε ένα μέρος όπου οι δρόμοι ήταν αδιέξοδοι και οι φωνές τους θα χάνονταν εύκολα στη σιωπή της νύχτας.
“Είναι η τελευταία μας ευκαιρία”, είπε ο Νίκος, κρατώντας στα χέρια του το πιστόλι με την καρδιά του να χτυπά δυνατά. “Αν τα καταφέρουμε, μπορούμε να πάρουμε την εκδίκηση που αξίζουμε. Αν όχι…” Η φωνή του κόπηκε, γιατί ήξερε ότι αυτό το «αν όχι» σήμαινε την ολοκληρωτική τους καταστροφή.
Το μυαλό του ήταν γεμάτο με την εικόνα του παρελθόντος του, του ανθρώπου που είχε γίνει και ο ίδιος θύμα της σφοδρής αναγκαιότητας να επιβιώσει με κάθε τίμημα. Και, πλέον, δεν μπορούσε να ανατρέψει το σκοτεινό δρόμο που είχε διαλέξει. Ούτε η Άννα, ούτε εκείνος.
Η στιγμή ήρθε.
Με το πρώτο σήμα του Κωστή, οι σφαίρες άρχισαν να πέφτουν σαν βροχή γύρω τους. Ο Νίκος και η Άννα βρήκαν καταφύγιο πίσω από τα κοντινά αυτοκίνητα. Η ένταση έφτασε σε επίπεδα που κανένας τους δεν μπορούσε να αντέξει. Η γη κάτω από τα πόδια τους έμοιαζε να σείεται από το θρόισμα των σφαιρών.
“Πρέπει να σκοτώσουμε ή να σκοτωθούμε”, είπε ο Νίκος, αναστενάζοντας, καθώς το όπλο του είχε γεμίσει με την αδρεναλίνη της μάχης. “Δεν υπάρχει γυρισμός τώρα.”
Η Άννα τον κοίταξε, το βλέμμα της γεμάτο αποφασιστικότητα. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Η μάχη είχε αρχίσει. Οι σφαίρες συνεχίζουν να σκίζουν τη νύχτα, αφήνοντας πίσω τους τις φλόγες από τα εξαρτήματα των πυροβόλων όπλων και την αντηχία των εκρήξεων που δονούσαν την ατμόσφαιρα. Ο Νίκος και η Άννα βρισκόταν στο μάτι της καταιγίδας, αλλά με έναν τρόπο, είχαν βρει τη δική τους ισχυρή και αδιαπραγμάτευτη αποφασιστικότητα. Ήξεραν ότι αυτός ο πόλεμος δεν ήταν μόνο για την επιβίωση—ήταν για την αποδοχή της μοίρας τους.
Ο Νίκος έριξε μια γρήγορη ματιά στην Άννα, είδε το βλέμμα της: γεμάτο φόβο, αλλά και μια ανεξήγητη αποφασιστικότητα. Είχε γίνει μέρος αυτού του κόσμου. Όχι πλέον σαν θύμα, αλλά σαν πολεμίστρια.
“Είναι τώρα ή ποτέ”, είπε σφιγγοντας το πιστόλι του.
Η Άννα τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι της, σαν να επιβεβαίωνε τη σκέψη του. «Πάμε!» φώναξε, και χωρίς να το σκεφτεί δύο φορές, έτρεξε δίπλα του, κάνοντας αριστερή στροφή για να αποφύγει τα πυρά. Ο Νίκος ακολούθησε αμέσως, το βλέμμα του ατσάλινο, γεμάτο εστίαση.
Οι αντίπαλοι είχαν αρχίσει να πλησιάζουν, σε μια επιχείρηση καθαρισμού, έχοντας εντοπίσει την κρυψώνα τους. Ήξεραν ότι αυτή η νύχτα δεν θα τελείωνε αν δεν έβρισκαν και τους δύο. Όμως ο Νίκος και η Άννα, σαν αδέλφια στον πόλεμο, είχαν ήδη καταστρώσει το σχέδιό τους.
Ο Νίκος ένιωσε τη θερμοκρασία του αγώνα να ανεβαίνει. Έπρεπε να δράσουν γρήγορα. Έστρεψε το όπλο του και πυροβόλησε δύο φορές, χτυπώντας τον πρώτο αντίπαλο που έβγαινε από το σκοτάδι. Αμέσως, με τη βοήθεια της Άννας που εκτέλεσε ένα άψογο ελιγμό, βρέθηκαν πίσω από μία από τις τελευταίες κολόνες του παλιού εργοστασίου. Κάθε δευτερόλεπτο ήταν κρίσιμο. Αν είχαν τον χρόνο, θα μπορούσαν να τους κατατροπώσουν.
Οι εχθροί τους δεν περίμεναν αυτή την αντεπίθεση. Ένας εκ των αντιπάλων του Νίκου, ο Ρόμπερτ, παραπάτησε και έπεσε, σοκαρισμένος από την απροσδόκητη αντίσταση. Ο Νίκος δεν έδειξε έλεος. Με την εμπειρία ενός εκτελεστή, πυροβόλησε τον άντρα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήταν απαραίτητο. Ο Ρόμπερτ ήταν πλέον ιστορία, και η Μαφία έμενε να αναρωτιέται ποιος τους είχε προδώσει.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η Άννα είχε εξουδετερώσει έναν άλλον εχθρό με την ίδια σφοδρότητα, και την ίδια στιγμή, ο Νίκος άκουσε ένα σφύριγμα στον αέρα και ένιωσε τον πόνο στο πλευρό του. Μια σφαίρα είχε βρει το στόχο της. Το αίμα άρχισε να ρέει από την πλευρά του, αλλά δεν ένιωσε τίποτα άλλο από τη βαρύτητα της μάχης να τον παρασύρει.
“Νίκο!” φώναξε η Άννα, τρομοκρατημένη, ενώ βρισκόταν ακόμα πίσω από την κολώνα.
“Συνεχίζουμε”, είπε με σφιγμένα δόντια. “Δεν υπάρχει χρόνος.”
Η ένταση στον αέρα ήταν ασφυκτική. Τα βήματα των άλλων μαφιόζων πλησίαζαν. Όμως ο Νίκος και η Άννα δεν είχαν άλλη επιλογή. Έπρεπε να τελειώσουν το έργο τους ή να πεθάνουν προσπαθώντας.
Η τελική σύγκρουση έγινε μία άγρια και αδιάκοπη πάλη για επιβίωση. Η Μαφία τους είχε προδώσει και το γνώριζαν καλά—ήταν πλέον καθαρό ότι δεν μπορούσαν να εμπιστευτούν κανέναν. Το μόνο πράγμα που τους έμενε ήταν η δίψα για εκδίκηση, και το να εκτελέσουν τον τελευταίο τους εχθρό πριν πεθάνουν.
Ο Νίκος και η Άννα, με την αμείλικτη αποφασιστικότητα των τραυματισμένων πολεμιστών, βρήκαν την ευκαιρία. Ο τελευταίος τους αντίπαλος, ο αρχηγός της Μαφίας, είχε αφήσει για λίγο το καταφύγιό του, έτοιμος να πάρει την τελική νίκη. Το βλέμμα του Νίκου ήταν γεμάτο οργή και πόνο. Αλλά ήταν και γεμάτο αποφασιστικότητα. Με μια τελευταία προσπάθεια, πυροβόλησε. Η σφαίρα χτύπησε τον αρχηγό κατευθείαν στην καρδιά, και όλα έδειξαν να σιωπούν. Η μάχη είχε τελειώσει.
Ο Νίκος και η Άννα στέκονταν μέσα στο απόλυτο σκοτάδι του εργοστασίου, οι καρδιές τους να χτυπούν με το ρυθμό μιας θριαμβευτικής ήττας. Το αίμα τους είχε στεγνώσει, το σώμα τους έτρεμε από την κούραση και τον πόνο, αλλά υπήρχε μια αίσθηση δικαιοσύνης στην ατμόσφαιρα. Είχαν τελειώσει με τους εχθρούς τους.
Ο Νίκος κοίταξε την Άννα, το βλέμμα τους αντάμωσε για μια στιγμή. Ένα βλέμμα γεμάτο αναγνώριση, γεμάτο και με μια θλίψη που δεν μπορούσε να εκφραστεί με λόγια.
“Τελείωσε”, είπε με μια εξαντλημένη φωνή.
Αλλά το βάρος της νίκης, και των αποφάσεών τους, ήταν πλέον αβάσταχτο. Ήξεραν ότι δεν υπήρχε γυρισμός. Το να σβήσουν τα φώτα και να συνεχίσουν τη ζωή τους δεν ήταν μια πραγματικότητα που μπορούσαν να ονειρευτούν πια. Και παρά την εκδίκηση που είχαν πάρει, η πληγή τους παρέμενε ανοιχτή.
Η πόλη, όπως κάθε άλλη πόλη που πέρασε από τη φωτιά του πολέμου, φαινόταν να αναπνέει αργά και βαριά. Τα φώτα στους δρόμους έμοιαζαν πιο αμυδρά, σαν να ήξεραν πως τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο πια. Η νύχτα είχε καταπιεί τα πάντα. Ο ήχος των ελικοπτέρων και των σειρήνων είχε γίνει μακρινός. Η ζωή συνέχιζε, με τον δικό της σκοτεινό ρυθμό. Αλλά για τον Νίκο και την Άννα, οι δρόμοι δεν έμοιαζαν πια με τίποτα από όσα είχαν γνωρίσει πριν.
Στη μικρή, κατεστραμμένη γωνιά της πόλης που τους έβγαλε στο φως της ημέρας, ο Νίκος στέκονταν μόνος του μπροστά σε ένα βρώμικο παράθυρο. Το αίμα είχε στεγνώσει πάνω του, το σώμα του πονούσε, αλλά τα μάτια του ήταν σφιχτά κλειστά, σαν να προσπαθούσε να αρνηθεί ό,τι είχε περάσει. Η σιωπή τον τύλιξε σαν κρύο πέπλο.
Η Άννα είχε φύγει νωρίτερα, εξαφανισμένη μέσα στη νύχτα, σαν να μην ήθελε να αφήσει κανένα ίχνος πίσω της. Ούτε ο Νίκος ήξερε πού θα πήγαινε. Ίσως σε έναν άλλον κόσμο, όπου η εκδίκηση δεν ήταν το μόνο πράγμα που είχε νόημα. Αλλά στο δικό τους κόσμο, η τιμωρία είχε έρθει και είχε φύγει σαν έναν φευγαλέο αέρα, και ό,τι άφησε πίσω του ήταν καπνός και θρύψαλα.
Οι δικοί τους δρόμοι ήταν χωρισμένοι. Το μόνο που τους ένωνε πια ήταν η απόφαση να ζήσουν με την αλήθεια της θυσίας τους. Η ζωή τους δεν είχε πια καμία σχέση με την αθωότητα που είχαν κάποτε, ούτε με το όνειρο μιας διαφορετικής πραγματικότητας. Οι θρόισμα του αέρα και ο θρόισμα της καρδιάς τους ήταν το μόνο που ακουγόταν.
Εκείνο το βράδυ, οι δρόμοι της πόλης είχαν γεμίσει από ένα νέο είδος ηρεμίας. Η Μαφία είχε ηττηθεί, αλλά οι πληγές τους, οι πληγές της Άννας και του Νίκου, ήταν ανοιχτές. Ο πόνος, οι προδοσίες και οι αποφάσεις τους θα τους ακολουθούσαν για πάντα. Και αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να προχωρήσουν.
Αλλά για μια στιγμή, καθώς ο Νίκος άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει στον σκοτεινό ουρανό, φάνηκε σαν η νύχτα να μην είχε τελειώσει ακόμα. Και ίσως, κάποια στιγμή, οι δρόμοι τους να ξανασυναντηθούν. Γιατί η Μαφία ήταν ένα τέρας που ποτέ δεν κοιμόταν πραγματικά. Όσο για τον Νίκο και την Άννα; Η εκδίκηση μπορεί να είχε κλείσει έναν κύκλο, αλλά για εκείνους, η πορεία τους, με όλα τα λάθη και τις θυσίες, θα συνεχιζόταν στο σκοτάδι, στην ατέλειωτη νύχτα της πόλης.
Και η νύχτα ποτέ δεν τελειώνει, όταν κάποιος έχει πληρώσει το τίμημα του πεπρωμένου του.