Νουβέλα: “Σκιές στην Εξουσία”

0

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Ο Αλέξης Δραγούμης έσφιξε τη γραβάτα του καθώς στάθμευε το αυτοκίνητό του σε έναν σκοτεινό παράδρομο, λίγα τετράγωνα μακριά από το ξενοδοχείο όπου τον περίμενε η Έλενα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, όχι από ερωτικό πάθος, αλλά από την αίσθηση του κινδύνου που πλανιόταν στον αέρα.  Δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντιόταν κρυφά μαζί της. Η σχέση τους είχε ξεκινήσει πριν έξι μήνες, σχεδόν τυχαία, μετά από μια συνέντευξη όπου η Έλενα, γνωστή για την επιθετική δημοσιογραφία της, τον είχε στριμώξει για τα οικονομικά σκάνδαλα της κυβέρνησης. Αντί όμως να την αντιμετωπίσει εχθρικά, είχε γοητευτεί από την εξυπνάδα και τη φλογερή της παρουσία.

Όπως συμβαίνει πάντα στις παράνομες συναντήσεις, μπήκε στο ξενοδοχείο από την πίσω είσοδο και πήρε το ασανσέρ για τον τέταρτο όροφο. Η πόρτα του δωματίου 418 ήταν μισάνοιχτη.

— «Άργησες,» του είπε η Έλενα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, φορώντας μόνο ένα μεταξωτό μπουρνούζι. Αν μη τι άλλο ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα που δεν άφηνε κανέναν ανδρα ασυγκίνητο. Ο Αλέξης δεν απάντησε. Έβγαλε το σακάκι του και έσκυψε να τη φιλήσει. Εκείνη τον σταμάτησε με το χέρι της.

— «Έχουμε πρόβλημα.»

Ο Αλέξης πάγωσε.

«Τι εννοείς;»

«Ο Αντωνόπουλος. Βρέθηκε νεκρός πριν τρεις ώρες».

Ο Αντωνόπουλος ήταν βουλευτής της αντιπολίτευσης και ένας από τους πιο σφοδρούς πολέμιους της κυβέρνησης. Ο Αλέξης ένιωσε ένα κύμα αδρεναλίνης να χτυπά το κορμί του.

«Και γιατί να με αφορά αυτό;»

«Γιατί έχω στα χέρια μου έγγραφα που δείχνουν ότι είχε βρει κάτι μεγάλο. Και το πιο περίεργο; Το όνομά σου αναφέρεται σε αυτά.»

Ο Αλέξης στένεψε τα μάτια.

«Τι παιχνίδι παίζεις, Έλενα;»

«Κανένα. Αλλά κάποιος προσπαθεί να σε ενοχοποιήσει.»

Η ένταση ανάμεσά τους ήταν ηλεκτρισμένη. Η Έλενα τον κοίταξε στα μάτια, προσπαθώντας να διακρίνει αν φοβόταν. Εκείνος ήξερε πως από αυτό το σημείο και μετά, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο.  Ο Αλέξης ένιωσε το δωμάτιο να μικραίνει γύρω του. Το όνομά του στα έγγραφα ενός νεκρού βουλευτή; Αυτό δεν ήταν απλή σύμπτωση.

«Τι ακριβώς γράφουν αυτά τα έγγραφα;» ρώτησε, προσπαθώντας να κρατήσει την ψυχραιμία του.

Η Έλενα σηκώθηκε από το κρεβάτι και πλησίασε το τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο. Άνοιξε τον φορητό της υπολογιστή και γύρισε την οθόνη προς το μέρος του.

«Διάβασε.»

Ο Αλέξης πλησίασε. Τα μάτια του σάρωσαν τις πρώτες γραμμές. Ήταν αναφορές τραπεζικών συναλλαγών, μεταφορές χρημάτων από εταιρίες-φαντάσματα σε λογαριασμούς στο εξωτερικό. Και σε μία από αυτές τις συναλλαγές, αναφερόταν το όνομά του δίπλα σε ένα ποσό που ξεπερνούσε το ένα εκατομμύριο ευρώ.

«Αυτό είναι κατασκευασμένο!» είπε απότομα.

«Ίσως,» απάντησε η Έλενα. «Αλλά αν βγει στη δημοσιότητα, δεν θα έχει σημασία αν είναι αλήθεια ή ψέμα.»

Ο Αλέξης έτριψε το πρόσωπό του. Είχε πολλούς εχθρούς, τόσο πολιτικούς όσο και επιχειρηματικούς. Όμως, αυτή η επίθεση ήταν πολύ καλά σχεδιασμένη.

«Πώς τα βρήκες αυτά;»

Η Έλενα δίστασε.

«Είχα μια πηγή…»

«Είχες;»

«Ήταν ο Αντωνόπουλος.»

Το αίμα του πάγωσε.

«Δηλαδή, πριν πεθάνει, σου έδωσε αυτά τα στοιχεία;»

«Ναι.»

Ο Αλέξης έκανε ένα βήμα πίσω.

«Και τώρα είναι νεκρός.»

Ένα σύννεφο αμφιβολίας πέρασε από τα μάτια του. Η Έλενα το κατάλαβε.

«Δεν έχω καμία σχέση με τον θάνατό του!» είπε έντονα.

«Δεν ξέρω τι να πιστέψω, Έλενα. Το μόνο που ξέρω είναι ότι είμαι μπλεγμένος, και αν δεν βρω ποιος το έκανε, θα με καταστρέψουν.»

Έπεσε μια βαριά σιωπή.

«Τι θα κάνεις;» ρώτησε τελικά η Έλενα.

Ο Αλέξης κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η νύχτα της Αθήνας έμοιαζε πιο απειλητική από ποτέ.

«Θα μάθω ποιος με παγίδευσε. Και θα του επιστρέψω το χτύπημα.»

Με τις σκέψεις να χορεύουν στο μυαλό του και αποσπώντας του την προσοχή, μπήκε στο σπίτι του λίγο μετά τις δύο τα ξημερώματα. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, λες και οι τοίχοι κρατούσαν μυστικά που περίμεναν να εκραγούν. Στην κρεβατοκάμαρα, η Λήδα ήταν ξαπλωμένη, αλλά δεν κοιμόταν.

— «Πολύ αργά για συσκέψεις, δεν νομίζεις;» είπε ψυχρά, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει.

Ο Αλέξης πέταξε το σακάκι του στην καρέκλα.

— «Δεν τελειώνει ποτέ η δουλειά.»

Η Λήδα ανακάθισε στο κρεβάτι και άναψε το φωτιστικό. Ήταν μια γυναίκα που δεν έχανε ποτέ τον έλεγχο, αλλά εκείνη τη στιγμή το βλέμμα της είχε κάτι διαφορετικό.

— «Προχθές το βράδυ είχες σύσκεψη. Και την προηγούμενη. Απόψε που ήσουν;»

Ο Αλέξης ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η Λήδα δεν ήταν η κλασική σύζυγος που θα παρακαλούσε για προσοχή. Ήταν ισχυρή, χειριστική και επικίνδυνα έξυπνη.

— «Στη Βουλή. Με τον πρωθυπουργό.»

Ένα αχνό μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της.

— «Μίλησα μαζί του πριν από λίγο. Μου είπε ότι έφυγες από εκεί από τις έντεκα.»

Ο Αλέξης πάγωσε για μια στιγμή, αλλά γρήγορα ανασυγκροτήθηκε.

— «Πέρασα από το γραφείο να δω κάποια έγγραφα. Έχει γίνει ένας χαμός με τον θάνατο του Αντωνόπουλου.»

Η Λήδα σηκώθηκε από το κρεβάτι, πλησίασε και στάθηκε μπροστά του.

— «Κοίτα με στα μάτια και πες μου ότι δεν με απατάς.»

Ο Αλέξης ήξερε να λέει ψέματα. Το έκανε κάθε μέρα στην πολιτική. Αλλά μπροστά στη Λήδα, το στομάχι του σφίχτηκε.

— «Δεν σε απατάω.»

Η Λήδα τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα. Μετά χαμογέλασε ελαφρώς.

— «Καταλαβαίνεις ότι, αν το κάνεις, δεν θα αρκεστώ στο να σε καταστρέψω. Θα σε θάψω ζωντανό». Υστερα τον φίλησε απαλά στο μάγουλο και επέστρεψε στο κρεβάτι. Δεν χρειαζόταν πολύ μυαλό για να καταλάβει ότι η γυναίκα του ήξερε. Απλά, ίσως περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να τον χτυπήσει.

Κεφάλαιο 2

Το επόμενο πρωί, ο Αλέξης ξύπνησε με μια αίσθηση βαριάς ανησυχίας. Η Λήδα ήξερε κάτι. Ή τουλάχιστον υποψιαζόταν. Κι όταν η Λήδα υποψιαζόταν, δεν σταματούσε μέχρι να βρει την αλήθεια. Καθώς έπινε τον καφέ του στο γραφείο του, το κινητό του δονήθηκε. Εισερχόμενο μήνυμα από την Έλενα:

“Πρέπει να συναντηθούμε. Βρήκα κάτι που θα σε ενδιαφέρει.”

Έσβησε το μήνυμα αμέσως. Δεν μπορούσε να ρισκάρει τίποτα. Η Λήδα μπορεί να είχε βάλει κάποιον να τον παρακολουθεί. Η γυναίκα του ήταν ικανή για τα πάντα. Ο ηχος της πόρτας τον επανεφερε.  Ήταν ο Νικήτας Στεργίου, ο πιο έμπιστος σύμβουλός του.

— «Έχουμε πρόβλημα,» είπε κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

— «Άλλο ένα;»

— «Οι εφημερίδες αύριο βγάζουν βόμβα. Υπάρχουν φήμες ότι ο Αντωνόπουλος είχε στα χέρια του αποδείξεις για διαφθορά στην κυβέρνηση. Και μάντεψε ποιος είναι στο στόχαστρο.»

Ο Αλέξης ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό του.

— «Το όνομά μου εμπλέκεται;»

— «Όχι ακόμα. Αλλά ξέρουμε πώς λειτουργούν αυτά. Σήμερα φήμες, αύριο αποδείξεις.»

Ο Αλέξης πήρε μια βαθιά ανάσα.

— «Βρες μου ποιος το διαρρέει.»

— «Ήδη ψάχνω. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Η Λήδα έκανε ερωτήσεις.»

Ο Αλέξης έσφιξε τη γροθιά του.

— «Σε ποιον;»

— «Σε δημοσιογράφους. Και σε κάποιον από το κόμμα.»

Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει δυνατά. Η Λήδα έπαιζε το δικό της παιχνίδι. Και όταν η Λήδα έπαιζε, κέρδιζε πάντα. Θα έπρεπε να ήταν πιο προσεκτικός από εδώ και στο εξής. Ακόμη και στα μηνύματα ακόμη και στις συνομιλίες με συνεργάτες του.  Το ίδιο βράδυ, συναντήθηκε με την Έλενα σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Κολωνάκι, που χρησιμοποιούσε για τις διακριτικές επαφές του.

Η Έλενα είχε φτάσει πριν από αυτόν, καθώς είχε και εκείνη κλειδιά από το διαμέρισμα. Τον περίμενε με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι.

— «Έχω κάτι που πρέπει να δεις,» είπε και του έδωσε έναν φάκελο.

Ο Αλέξης τον πήρε στα χέρια του με έκδηλη την αγωνία και τον άνοιξε χωρίς χρονοτριβές. Μέσα στον φάκελο υπήρχαν φωτογραφίες. Οχι κάποιες αδιάφορες φωτογραφίες. Ήταν φωτογραφίες του ίδιου με την Έλενα. Σε εστιατόρια, σε ξενοδοχεία, ακόμη και σε αυτό το διαμέρισμα που εως εκείνη την ωρα πίστευε πώς δεν γνώριζε κανείς για την ύπαρξή του.

— «Ποιος τις τράβηξε;» ρώτησε, ενώ ένιωθε τον θυμό του να φουντώνει.

— «Δεν ξέρω. Μου τις έστειλαν ανώνυμα. Κάποιος θέλει να σε εκβιάσει.»

Ο Αλέξης κάθισε βαριά στην καρέκλα.

— «Η Λήδα…» ψιθύρισε.

— «Το σκέφτηκα κι εγώ. Αλλά δεν είναι το στυλ της. Η Λήδα θα σε καταστρέψει ανοιχτά, όχι από τις σκιές.»

Ο Αλέξης κοίταξε τις φωτογραφίες. Είχε κάνει εχθρούς. Πολλούς εχθρούς. Και τώρα κάποιος ετοιμαζόταν να του δώσει το τελειωτικό χτύπημα. Το ερώτημα ομως που τον βασάνιζε από εκείνη την στιγμή ήταν: ποιος;

Κεφάλαιο 3

Ένιωθε παγιδευμένος, όπως τον λύκο που πιάστηκε στην παγίδα του κυνηγού. Σεν χωρούσε καμία αμφιβολία ότι οι φωτογραφίες αποτελούσαν ξεκάθαρη απειλή. Ο άνθρωπος που είχε το φίλμ, αρα και τις φωτογραφίες θα μπορούσε να τον καταστρέψει ανά πάσα ωρα- και στιγμή.

— «Πρέπει να μάθουμε ποιος τις τράβηξε,» είπε στην Έλενα.

— «Δουλεύω ήδη πάνω σε αυτό. Έχω έναν άνθρωπο που μπορεί να εντοπίσει την πηγή.»

Ο Αλέξης την κοίταξε σκεπτικός.

— «Και αν ο άνθρωπός σου δουλεύει για κάποιον άλλο;»

Η Έλενα αναστέναξε.

— «Δεν εμπιστεύεσαι κανέναν, ε;»

— «Στον δικό μου κόσμο, η εμπιστοσύνη σκοτώνει.»

Η Έλενα χαμογέλασε αχνά.

«Τότε γιατί με εμπιστεύεσαι;»

Ο Αλέξης δεν απάντησε.  Απλά την κοίταξε. Αν και αρχικά άλλος ήταν ο σκοπός της άφιξής του στο μικρό διαμέρισμα που φιλοξενούσε τις παράνομες συνευρέσεις του με την Ελενα, τα γεγονότα ειχαν κάνει κατάληψη στο μυαλό του. Πλέον δεν υπήρχε χώρος για καμία άλλη σκέψη. Διερωτήθηκε απλά αν όντως την εμπιστευόταν.

Το επόμενο πρωί, στο γραφείο του, ο Νικήτας Στεργίου μπήκε και πάλι βιαστικά.

«Έχουμε νέο πρόβλημα.»

Ο Αλέξης έσφιξε τα δόντια του.

«Φυσικά και έχουμε.»

Ο Νικήτας άφησε έναν φάκελο πάνω στο γραφείο.

«Οι εφημερίδες ετοιμάζονται να δημοσιεύσουν στοιχεία για ξέπλυμα χρήματος μέσω μιας εταιρείας που συνδέεται με σένα. Και το χειρότερο; Ο φάκελος αυτός προήλθε από εσωτερική διαρροή.»

Ανοιξε τον φάκελο. Αναφορές, τραπεζικές κινήσεις, αποδείξεις πληρωμών. Όλα έδειχναν προς αυτόν.

«Αυτά είναι πλαστά,» είπε.

«Δεν έχει σημασία. Η εικόνα είναι αυτή που μετράει.»

Σηκώθηκε αργά από το γραφείο του και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Αφού άφησε την ανάσα του να βγει, είπε.

«Κάποιος με στοχοποιεί. Πρώτα οι φωτογραφίες, τώρα αυτό.»

«Έχεις υποψίες;»

Γύρισε σχεδόν αμέσως με το που ολοκληρώθηκε η ερώτηση και κοίταξε τον Νικήτα στα μάτια.

«Η Λήδα.» ειπε.

«Η γυναίκα σου;»

«Δεν έχω άλλη εξήγηση. Έχει τη δύναμη, τους πόρους, την ψυχρότητα.»

Ο Νικήτας δίστασε.

«Αν είναι αυτή… τι θα κάνεις;»

Ο Αλέξης έμεινε σιωπηλός.

Ήξερε πολύ καλά τι θα έπρεπε να κάνει. Ή μήπως οχι; Τα γεγονότα που θα ακολουθούσαν ήταν καταιγιστικά.

Ακριβώς στις 11.οο το πρωί το τηλέφωνο του χτύπησε.

«Ο πρόεδρος θέλει να σε δει,» είπε η ψυχρή φωνή του αρχιγραμματέα του κόμματος.

Το τηλέφωνο που δεχόταν δεν τον αιφνιδίασε. Το περίμενε. Τα δημοσιεύματα είχαν ήδη αρχίσει να κυκλοφορούν, και η πίεση προς την κυβέρνηση μεγάλωνε. Φτάνοντας στο Μέγαρο Μαξίμου, τον οδήγησαν κατευθείαν στο γραφείο του πρωθυπουργού. Ο άντρας πίσω από το βαρύ ξύλινο γραφείο δεν σήκωσε αμέσως το βλέμμα του.

«Ξέρεις γιατί είσαι εδώ,» είπε τελικά.

«Οι εφημερίδες λένε ψέματα.»

Ο πρωθυπουργός  και αρχηγός του κόμματος γέλασε, αλλά χωρίς κανένα ίχνος χιούμορ.

«Δεν έχει σημασία αν είναι ψέματα ή αλήθεια. Σημασία έχει ότι η κοινή γνώμη το πιστεύει. Και ότι μας σέρνουν στη λάσπη» ειπε και συνέχισε.

«Υπάρχει μεγάλη πίεση από το κόμμα. Ζητούν το κεφάλι σου».

«Δεν θα παραιτηθώ.»

Ο πρωθυπουργός σηκώθηκε και τον πλησίασε αργά. Αφού τον κοίταξε ψυχρά μέσα στα μάτια του είπε οκτώ λέξεις. Λέξεις που το νόημα τους δεν θα μπορούσε να παρερμηνευτεί από κανέναν.

«Κανείς δεν σου το ζητάει. Σου το επιβάλλουν.»

Ο Αλέξης ένιωσε τον θυμό του να φουντώνει. Αποφεύγοντας τον αιφνιδιασμό που δεχόταν είπε στον πρωθυπουργό.

«Κάποιος έχει στήσει αυτή τη σκευωρία εναντίον μου! Δεν το βλέπετε;»

Ο πρωθυπουργός έγειρε ελαφρώς το κεφάλι του.

«Και ποιος θα μπορούσε να είναι τόσο ισχυρός ώστε να σε ρίξει;»

Ο Αλέξης μάζεψε οσο θάρρος είχε μέσα του, τον κοίταξε στα μάτια και είπε.

— «Η Λήδα».

Κεφάλαιο 4

Το βράδυ, η Λήδα έπινε το λευκό κρασί της στη βεράντα της υπέροχης έπαυλης που διατηρούσε στα βόρεια προάστια.  Όταν ο Αλέξης μπήκε στο σπίτι, δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει. Αλλά η φωνή της ήταν σαν ξυράφι πάνω στο απαλό δέρμα.

«Πέρασες δύσκολη μέρα, αγάπη μου;» ρώτησε με ήρεμη φωνή.

Ο Αλέξης έκλεισε την πόρτα πίσω του.

«Ήσουν εσύ, έτσι δεν είναι;»

Η Λήδα χαμογέλασε και εφερε το κρυστάλινο ποτήρι στα χείλη της για να πιεί μια γουλιά από το κρασί της.

«Εγώ τι;»

«Δεν χρειάζεται να παίζουμε παιχνίδια μεταξύ μας, Λήδα».

Η γυναίκα του γύρισε και τον κοίταξε.

«Αν εννοείς τα δημοσιεύματα, όχι, δεν ήμουν εγώ.»

«Αλλά ξέρεις ποιος ήταν.»

Η Λήδα χαμογέλασε αινιγματικά, αλλά το βλέμμα της ήταν ικανό να παγώσει ακόμη και τους πλέον επικίνδυνους εκτελεστές του υποκόσμου.

«Στον δικό μας κόσμο, αγάπη μου, δεν χρειάζεται να κουνήσεις τα χέρια σου για να γκρεμίσεις κάποιον. Αρκεί να αφήσεις τους σωστούς ανθρώπους να κάνουν τη δουλειά τους.»

Ο Αλέξης την πλησίασε.

«Άλλη μια φιλοσοφημένη σου φράση προφανώς  βγαλμένη από τα βιβλία που διαβάζεις. Μπορείς απλά να μου απαντήσεις; Γιατί;»

«Επειδή γίνεσαι απρόβλεπτος. Και επειδή οι άντρες σαν εσένα δεν πρέπει να ξεχνούν ποιος έχει πραγματικά τη δύναμη».

Ο Αλέξης έσφιξε τα δόντια του.

«Δεν τελείωσε ακόμα».

Η Λήδα τον κοίταξε για λίγο και μετά γέλασε ελαφρά.

«Πάντα μου άρεσε η αυτοπεποίθησή σου. Αλλά να θυμάσαι, Αλέξη: Σε αυτή τη σκακιέρα, εγώ είμαι η βασίλισσα». Και πράγματι η γυναίκα του εννοούσε κάθε λέξη που ελεγε. Δεν θα ήταν το πιο σώφρων να αντιπαρατεθεί μαζί της. Κατά βάθος ήξερε πώς  πλέον ότι είχε μόνο δύο επιλογές: να νικήσει τη Λήδα στο παιχνίδι της ή να καταστραφεί. Άλλος δρόμος δεν υπήρχε για αυτόν. Έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας την. Ήταν ψυχρή, ατσαλένια, απόλυτα σίγουρη για την κυριαρχία της. Αλλά έκανε ένα λάθος: τον υποτίμησε. Το πρώτο της λάθος. Και το παιχνίδι δεν είχε τελειώσει ακόμα. Τώρα ξεκινούσε. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε στον καναπέ του γραφείου και την επόμενη μέρα κάλεσε στο γραφείο του τον Νικήτα Στεργίου.

 «Θέλω να βρεις τα αδύνατα σημεία της Λήδας» είπε ψυχρά.

Ο Νικήτας τον κοίταξε σκεπτικός.

«Είσαι σίγουρος γι’ αυτό; Η Λήδα δεν είναι αντίπαλος που θέλεις να εξοργίσεις».

 «Μου έχει ήδη κηρύξει πόλεμο. Δεν θα καθίσω να με καταστρέψει».

Ο Νικήτας έγνεψε αργά.

«Κυκλοφορούν φήμες ότι η Λήδα έχει δικούς της ανθρώπους σε κυβερνητικές θέσεις. Αν αποδείξουμε ότι κινεί τα νήματα από το παρασκήνιο, μπορεί να γυρίσουμε το παιχνίδι».

Ο Αλέξης χαμογέλασε για πρώτη φορά μετά από μέρες.

— «Ξεκίνα»

Κεφάλαιο 5

Το ίδιο βράδυ, ο Αλέξης είχε μια μυστική συνάντηση. Σε ένα σκοτεινό μπαρ στο κέντρο της Αθήνας, τον περίμενε ένας άντρας που είχε να δει χρόνια: ο Γρηγόρης Παπαδόπουλος, πρώην υπουργός και τώρα πολιτικός εξόριστος, που είχε πέσει θύμα της ίδιας γυναίκας.

— «Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να τα βάλεις μαζί της;» ρώτησε ο Παπαδόπουλος, ανάβοντας ένα τσιγάρο.

— «Εσύ πες μου. Έχεις κάτι που μπορεί να τη ρίξει;»

Ο Παπαδόπουλος χαμογέλασε.

— «Έχω κάτι πολύ καλύτερο. Μια ηχογραφημένη συνομιλία που τη συνδέει με χρηματοδοτήσεις από ξένες εταιρείες. Αν αυτό βγει στη δημοσιότητα, δεν θα έχει επιλογές.»

Ο Αλέξης ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει πιο δυνατά.

— «Τι θέλεις σε αντάλλαγμα;»

Ο Παπαδόπουλος γέλασε.

— «Όταν η Λήδα πέσει, θέλω τη θέση της.»

Ο Αλέξης τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και μετά άπλωσε το χέρι του.

— «Έχουμε συμφωνία.»

Ο Αλέξης έφυγε από τη συνάντηση με τον Παπαδόπουλο γνωρίζοντας ότι είχε πλέον ένα ισχυρό όπλο στα χέρια του. Η ηχογράφηση μπορούσε να γκρεμίσει τη Λήδα. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ο σωστός τρόπος να τη χρησιμοποιήσει.

Την επόμενη μέρα, έδωσε εντολή στον Νικήτα να επικοινωνήσει με έναν από τους πιο σκληρούς πολιτικούς δημοσιογράφους της χώρας.

— «Θέλω να διαρρεύσουν οι πρώτες υποψίες. Όχι τα στοιχεία ακόμα. Θέλω η Λήδα να νιώσει ότι κάτι έρχεται.»

Ο Νικήτας χαμογέλασε.

— «Να την κάνουμε να ιδρώσει λίγο, ε;»

— «Ακριβώς. Θέλω να δω πώς θα αντιδράσει.»

Δύο μέρες αργότερα, οι εφημερίδες είχαν πρωτοσέλιδο:

“Μυστική χρηματοδότηση πίσω από ισχυρό επιχειρηματικό όμιλο – Κυβερνητικές διασυνδέσεις στο μικροσκόπιο.”

Ο Αλέξης ήξερε ότι η Λήδα θα καταλάβαινε πως αυτός βρισκόταν πίσω από τη διαρροή. Τώρα έμενε να δει την επόμενη της κίνηση.

Το τηλέφωνό του χτύπησε το μεσημέρι.

Ήταν εκείνη.

— «Μπράβο, Αλέξη. Έπαιξες το πρώτο σου χαρτί. Είσαι έτοιμος να δεις το δικό μου;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε κυνικά.

— «Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ανυπομονώ.»

Το απόγευμα, ένας βουλευτής του κόμματος – ένας από αυτούς που πάντα στήριζε τον Αλέξη – εμφανίστηκε στην τηλεόραση και δήλωσε ότι ο ίδιος ο Δραγούμης είχε σχέσεις με ύποπτες οικονομικές συναλλαγές.

Ήταν η απάντηση της Λήδας.

Ο Αλέξης ήξερε πως έπρεπε να κινηθεί γρήγορα.

Κάλεσε τον Παπαδόπουλο.

— «Ήρθε η ώρα.»

— «Σίγουρα;»

— «Δώσ’ το στη δημοσιότητα. Απόψε.»

Το βράδυ, όλα τα μεγάλα κανάλια έπαιζαν το ίδιο θέμα:

“Σοβαρές καταγγελίες για παράνομες χρηματοδοτήσεις σε μεγαλοεπιχειρηματία με πολιτικές διασυνδέσεις – Ηχητικό ντοκουμέντο σοκ!”

Η φωνή της Λήδας ακούστηκε σε όλα τα δελτία ειδήσεων.

— «Δεν με νοιάζει από πού έρχονται τα χρήματα, αρκεί να έρχονται. Οι πολιτικοί αλλάζουν, εγώ μένω.»

Η βόμβα είχε εκραγεί.

Ο Αλέξης κάθισε στο γραφείο του και άναψε ένα τσιγάρο.

Τώρα, ήταν η σειρά της να πολεμήσει για την επιβίωσή της.

(Συνεχίζεται…)

Κεφάλαιο 13: Το Χτύπημα από το Σκοτάδι

Η Λήδα είχε πέσει.

Τα μέσα ενημέρωσης είχαν στραφεί εναντίον της. Πολιτικοί, επιχειρηματίες, ακόμα και πρώην σύμμαχοί της έπαιρναν αποστάσεις. Όλοι ήξεραν πως όταν ένα πλοίο βυθίζεται, οι έξυπνοι φεύγουν πρώτοι.

Ο Αλέξης απολάμβανε τη στιγμή. Για πρώτη φορά, είχε νικήσει τη γυναίκα που πίστευε πως ήταν ανίκητη.

Αλλά δεν είχε υπολογίσει ένα πράγμα: τους εχθρούς που περίμεναν στη σκιά.

Το τηλέφωνό του χτύπησε αργά το βράδυ.

— «Ακούστε με προσεκτικά, κύριε Δραγούμη,» είπε μια άγνωστη φωνή. «Ξέρουμε τι κάνατε. Και ξέρουμε κάτι που δεν γνωρίζει κανείς άλλος.»

Ο Αλέξης πάγωσε.

— «Ποιος είσαι;»

— «Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι έχουμε στα χέρια μας κάτι που μπορεί να σας καταστρέψει χειρότερα από τη Λήδα.»

— «Τι θέλετε;»

— «Να κάνετε πίσω. Να παραιτηθείτε. Να εξαφανιστείτε από την πολιτική.»

— «Και αν αρνηθώ;»

Η φωνή γέλασε ελαφρά.

— «Τότε, αύριο το πρωί, όλοι θα μάθουν για τη δολοφονία του Αντωνόπουλου. Και για το πώς εμπλέκεστε εσείς.»

Ο Αλέξης ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά τη σπονδυλική του στήλη. Κάποιος ήξερε. Και ήταν έτοιμος να τον θάψει. Ο Αλέξης έκλεισε το τηλέφωνο και έμεινε ακίνητος, κοιτώντας το σκοτάδι έξω από το παράθυρο. Κάποιος τον είχε στριμώξει. Και αυτή τη φορά, δεν ήταν η Λήδα. Έπρεπε να σκεφτεί γρήγορα. Αν αυτοί που τον απείλησαν είχαν στοιχεία που τον συνέδεαν με τη δολοφονία του Αντωνόπουλου, τότε είχαν δύναμη. Αλλά αν είχαν ήδη κάτι συντριπτικό, θα το είχαν βγάλει αμέσως. Άρα μπλόφαραν. Άρπαξε το κινητό του και κάλεσε τον Νικήτα.

— «Βρες μου ό,τι μπορείς για το ποιος έχει πρόσβαση στην έρευνα για τον θάνατο του Αντωνόπουλου.»

— «Υποψιάζεσαι κάτι;»

— «Ναι. Ότι κάποιος προσπαθεί να με παγιδεύσει.»

Το επόμενο πρωί, ο Νικήτας του έφερε τις πληροφορίες.

— «Οι φάκελοι της υπόθεσης Αντωνόπουλου πέρασαν από τρία χέρια: το υπουργείο Δικαιοσύνης, την Αστυνομία και…»

Ο Νικήτας δίστασε.

— «Και;»

— «Το γραφείο της Λήδας.»

Ο Αλέξης έμεινε σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα.

— «Δεν μπορεί να είναι τυχαίο.»

— «Δεν είναι. Κάποιος από τους ανθρώπους της έχει ακόμα δύναμη. Και χρησιμοποιεί αυτά τα στοιχεία για να σε κρατήσει υπό έλεγχο.»

Ο Αλέξης έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή.

Πρώτα, η Λήδα. Τώρα, κάποιος από τους δικούς της.

Αλλά δεν θα έκανε πίσω. Όχι τώρα.

— «Βρες μου ποιος είναι. Και προετοιμάσου.»

— «Για τι πράγμα;»

— «Για την τελική σύγκρουση.»

Ο Αλέξης ήξερε πως δεν έπρεπε να βιαστεί. Αν κάποιος από το περιβάλλον της Λήδας κρατούσε τα στοιχεία που μπορούσαν να τον καταστρέψουν, έπρεπε να τον κάνει να τα χρησιμοποιήσει όταν και όπως ήθελε εκείνος.

Κάλεσε ξανά τον Νικήτα.

— «Θέλω να βρούμε ποιος έχει τον φάκελο Αντωνόπουλου. Αλλά όχι για να τον εξουδετερώσουμε.»

Ο Νικήτας σήκωσε το φρύδι.

— «Τότε γιατί;»

— «Για να τον δελεάσουμε να κάνει το λάθος.»

— «Πώς;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε αχνά.

— «Θα διαρρεύσουμε εμείς πρώτοι ένα μέρος της πληροφορίας. Ένα μικρό, επιλεκτικό κομμάτι. Όσο χρειάζεται για να κάνει τον εχθρό μας να πανικοβληθεί.»

— «Και μετά;»

— «Θα περιμένουμε να βγει από το σκοτάδι.»

Κεφάλαιο 6

Το ίδιο βράδυ, μια εφημερίδα χαμηλής κυκλοφορίας δημοσίευσε ένα μικρό άρθρο, κρυμμένο στις εσωτερικές σελίδες:

“Νέα στοιχεία ίσως ρίξουν φως στον θάνατο του βουλευτή Αντωνόπουλου. Πληροφορίες αναφέρουν πως σύντομα θα υπάρξουν αποκαλύψεις.”

Ήταν μια φράση-δόλωμα. Όποιος είχε τον πραγματικό φάκελο, θα πανικοβαλλόταν.

Και πράγματι, την επόμενη μέρα, κάποιος έκανε την πρώτη λάθος κίνηση.

Ο Νικήτας μπήκε βιαστικά στο γραφείο του Αλέξη.

— «Έχουμε δόλωμα.»

— «Ποιος τσίμπησε;»

Ο Νικήτας του πέταξε πάνω στο γραφείο μια φωτογραφία.

— Ο Σπύρος Καλογεράς.

Ένας από τους πιο παλιούς συνεργάτες της Λήδας.

— «Μίλησε με έναν δημοσιογράφο σήμερα το πρωί. Προσπάθησε να μάθει αν ο φάκελος έχει διαρρεύσει.»

Ο Αλέξης έγειρε πίσω στην καρέκλα του.

— «Ωραία. Τώρα ξέρουμε ποιον πρέπει να σπάσουμε.»

Ο Αλέξης δεν ήθελε να καταστρέψει τον Σπύρο Καλογερά. Ήθελε να τον στρατολογήσει.

Ήξερε καλά πως ο φόβος ήταν το ισχυρότερο όπλο. Και αυτή τη στιγμή, ο Καλογεράς φοβόταν.

Έτσι, έδωσε εντολή στον Νικήτα:

— «Φέρ’ τον εδώ. Αλλά μην τον απειλήσεις. Θέλω να έρθει από μόνος του.»

— «Πώς θα το καταφέρουμε αυτό;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Θα του δείξουμε ότι το πλοίο της Λήδας βυθίζεται. Και πως, αν θέλει να σωθεί, πρέπει να πηδήξει από αυτό τώρα.»

Το ίδιο βράδυ, ο Καλογεράς έλαβε ένα ανώνυμο μήνυμα στο κινητό του:

“Ξέρουμε ότι έχεις τον φάκελο. Αν συνεχίσεις να τον κρατάς, θα πέσεις μαζί της. Υπάρχει τρόπος να σωθείς. Θέλεις να τον ακούσεις;”

Ο Καλογεράς κοίταξε γύρω του νευρικά.

Πληκτρολόγησε την απάντησή του.

“Πού και πότε;”

Ο Αλέξης συναντήθηκε μαζί του σε ένα ιδιωτικό δωμάτιο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου.

Ο Καλογεράς έδειχνε ανήσυχος.

— «Τι θέλεις από μένα, Αλέξη;»

Ο Αλέξης του έδωσε ένα ποτό και κάθισε απέναντί του.

— «Θέλω να σου προσφέρω κάτι που η Λήδα δεν μπορεί: επιβίωση.»

Ο Καλογεράς γέλασε νευρικά.

— «Και πώς ακριβώς θα με βοηθήσεις;»

— «Αν μου δώσεις τον φάκελο, θα σε προστατεύσω. Θα σε βγάλω από το κάδρο πριν αρχίσουν να πέφτουν οι κεφαλές.»

Ο Καλογεράς άναψε τσιγάρο.

— «Αν η Λήδα μάθει ότι σε βοήθησα, θα με τελειώσει.»

Ο Αλέξης έγειρε προς τα μπροστά.

— «Η Λήδα ήδη τελείωσε. Μόνο που δεν το έχει καταλάβει ακόμα. Το ερώτημα είναι: θέλεις να πέσεις μαζί της ή να περάσεις απέναντι;»

Ο Καλογεράς έμεινε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα.

Μετά, έβγαλε από την τσάντα του έναν φάκελο και τον άφησε στο τραπέζι.

— «Εδώ είναι ό,τι έχω.»

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

Είχε κερδίσει.

Αλλά τώρα έπρεπε να δώσει το τελειωτικό χτύπημα.

Ο Αλέξης πήρε τον φάκελο στα χέρια του, αλλά δεν τον άνοιξε αμέσως. Ήξερε πως η δύναμη δεν είναι στο να αποκαλύπτεις τα χαρτιά σου, αλλά στο να τα κρατάς την κατάλληλη στιγμή.

— «Δεν θα το δημοσιεύσεις;» ρώτησε ο Καλογεράς.

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Όχι ακόμα. Θα περιμένω να δω την επόμενη κίνηση της Λήδας.»

Ο Καλογεράς φάνηκε ανακουφισμένος.

— «Τότε, υποθέτω ότι δεν έχω τίποτα να φοβάμαι.»

Ο Αλέξης ήπιε μια γουλιά από το ποτό του.

— «Όσο μένεις χρήσιμος, όχι.»

Ο Καλογεράς κατάλαβε το υπονοούμενο. Την ίδια νύχτα, ο Αλέξης κλείδωσε τον φάκελο στο συρτάρι του γραφείου του. Δεν θα τον χρησιμοποιούσε αμέσως. Θα περίμενε η Λήδα να κάνει την επόμενη κίνηση. Γιατί ήξερε πως η Λήδα πάντα αντεπιτίθεται. Και όταν το έκανε, αυτός θα είχε ήδη το όπλο στραμμένο στο κεφάλι της. Η Λήδα ένιωθε την πίεση να μεγαλώνει. Οι δημοσιογράφοι είχαν αρχίσει να την κυνηγούν, οι επιχειρηματικοί της σύμμαχοι έπαιρναν αποστάσεις, και το κόμμα είχε σταματήσει να την καλύπτει. Ήξερε ότι ο Αλέξης κρυβόταν πίσω από όλα. Και αυτό την εξόργιζε. Της είχε πάρει τον έλεγχο. Και αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να επιτρέψει. Έτσι, έκανε μια τελευταία, απελπισμένη κίνηση. Έστειλε μήνυμα στον Αλέξη.

“Δείπνο. Στις 9. Μόνοι μας. Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε ανοιχτά.”

Ο Αλέξης κοίταξε το μήνυμα και χαμογέλασε. Η Λήδα δεν παραδινόταν. Αλλά αυτή τη φορά, δεν είχε πια επιλογές. Ο Αλέξης έφτασε στο εστιατόριο στις 9 ακριβώς. Ήξερε ότι η Λήδα δεν τον κάλεσε για να μιλήσουν απλά. Ήταν παγίδα. Αλλά αυτό δεν τον ανησυχούσε. Ήξερε πως ο πιο επικίνδυνος παίκτης είναι αυτός που έχει ήδη έτοιμη την επόμενη κίνησή του. Η Λήδα τον περίμενε σε μια απομονωμένη γωνιά, με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι. Ήταν ψυχρή, ατάραχη.

— «Χαίρομαι που ήρθες,» είπε, χαμογελώντας.

— «Δεν μπορούσα να αρνηθώ.»

Ο Αλέξης κάθισε απέναντί της.

— «Λοιπόν, Λήδα; Τι θέλεις;»

Η Λήδα έγειρε ελαφρώς το κεφάλι της.

— «Θέλω να κάνουμε μια συμφωνία.»

Ο Αλέξης χαμογέλασε ειρωνικά.

— «Μια συμφωνία; Εσύ, που έκανες τα πάντα για να με καταστρέψεις;»

— «Αυτή είναι η πολιτική, αγάπη μου. Όταν χάνεις έδαφος, κάνεις πίσω για να σώσεις ό,τι μπορείς.»

— «Και τι έχεις να μου προσφέρεις;»

Η Λήδα τον κοίταξε στα μάτια.

— «Ασφάλεια.»

Ο Αλέξης γέλασε χαμηλόφωνα.

— «Δηλαδή;»

Η Λήδα άφησε το ποτήρι της στο τραπέζι.

— «Ξέρω ότι έχεις κάτι στα χέρια σου. Κάτι που μπορεί να με καταστρέψει. Σου προτείνω να το ξεχάσεις.»

— «Και αν δεν το κάνω;»

Η Λήδα χαμογέλασε αχνά.

— «Τότε φοβάμαι πως δεν θα φύγεις από εδώ απόψε.»

Ο Αλέξης δεν αντέδρασε.

Ήξερε ότι η Λήδα είχε φτάσει στα άκρα. Και ήξερε τι σήμαινε αυτή η απειλή.

Την κοίταξε ψυχρά.

— «Έχεις κανονίσει κάτι, σωστά;»

Η Λήδα δεν μίλησε. Αλλά δεν χρειαζόταν.

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Ξέρεις ποια είναι η διαφορά μας, Λήδα;»

— «Για πες.»

— «Εσύ παίζεις το τελευταίο σου χαρτί.»

Έσκυψε ελαφρώς μπροστά και χαμήλωσε τη φωνή του.

— «Εγώ έχω ακόμα ολόκληρη την τράπουλα.»

Η Λήδα στένεψε τα μάτια της.

— «Τι εννοείς;»

Ο Αλέξης έβγαλε αργά το κινητό του, το γύρισε προς το μέρος της και της έδειξε την οθόνη.

Ήταν live σύνδεση με έναν δημοσιογράφο.

— «Αυτή τη στιγμή, αν δεν στείλω μήνυμα μέσα στα επόμενα πέντε λεπτά, όλα τα στοιχεία που έχω εναντίον σου θα δημοσιευτούν. Βίντεο, ηχογραφήσεις, έγγραφα.»

Η Λήδα έμεινε σιωπηλή.

— «Οπότε, αν έχεις κάτι σχεδιασμένο για απόψε… θα πρότεινα να το ακυρώσεις.»

Η Λήδα ήπιε μια γουλιά από το κρασί της, χαμογελώντας.

— «Πάντα ήσουν έξυπνος.»

— «Και εσύ πάντα υποτιμούσες τον αντίπαλό σου.»

Η Λήδα άφησε το ποτήρι της και τον κοίταξε κατάματα.

— «Πες μου, Αλέξη. Θα με καταστρέψεις;»

Ο Αλέξης έγειρε πίσω στην καρέκλα του.

— «Όχι ακόμα.»

Η Λήδα δεν έδειξε φόβο. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που πανικοβάλλονταν.

— «Λοιπόν, Αλέξη; Τι θέλεις;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε αργά.

— «Αυτή είναι η διαφορά μας, Λήδα. Εγώ δεν βιάζομαι.»

Η Λήδα έγειρε το κεφάλι της, τον μελέτησε για λίγο και μετά άναψε τσιγάρο.

— «Δηλαδή, δεν θα με αποτελειώσεις;»

— «Αν ήθελα να το κάνω, θα το είχα ήδη κάνει.»

— «Τότε γιατί κρατάς τα στοιχεία;»

— «Γιατί ακόμα είσαι χρήσιμη.»

Η Λήδα δεν απάντησε αμέσως.

— «Και τι κερδίζω εγώ από αυτό;»

— «Τον χρόνο που χρειάζεσαι για να ανασυνταχθείς.»

Η Λήδα γέλασε ελαφρά.

— «Πόσο γενναιόδωρος.»

— «Μην το βλέπεις έτσι. Αντί να είμαστε εχθροί, μπορούμε να γίνουμε σύμμαχοι.»

Η Λήδα έσβησε το τσιγάρο της.

— «Για πόσο;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Όσο μας συμφέρει.»

Κεφάλαιο 23: Νέες Ισορροπίες

Τις επόμενες μέρες, ο πολιτικός κόσμος έβλεπε κάτι παράξενο: η Λήδα και ο Αλέξης δεν συνέχιζαν τον πόλεμό τους.

Οι εφημερίδες περίμεναν την τελική σύγκρουση, αλλά αυτή δεν ερχόταν.

Ο Νικήτας δεν άντεξε και τον ρώτησε:

— «Τι διάολο κάνεις, Αλέξη; Είχες την ευκαιρία να τη διαλύσεις!»

Ο Αλέξης κοίταξε έξω από το παράθυρο.

— «Μερικές φορές, το να καταστρέψεις έναν αντίπαλο είναι εύκολο. Αλλά το να τον έχεις υποχρεωμένο… είναι πολύ πιο χρήσιμο.»

— «Δηλαδή την αφήνεις να ζήσει;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Προς το παρόν.»

Το παιχνίδι δεν είχε τελειώσει.

Είχε απλώς αλλάξει επίπεδο. Ο Αλέξης ήξερε ότι η ανακωχή με τη Λήδα δεν θα κρατούσε. Δεν μπορούσαν να υπάρξουν δύο βασιλιάδες στο ίδιο βασίλειο. Και η Λήδα δεν ήταν φτιαγμένη για να μένει στη σκιά. Τρεις εβδομάδες μετά το δείπνο τους, ο Νικήτας μπήκε στο γραφείο του με ένα σοβαρό ύφος.

— «Έχουμε πρόβλημα.»

Ο Αλέξης έγειρε πίσω στην καρέκλα του.

— «Πες μου κάτι καινούργιο.»

— «Η Λήδα αντεπιτίθεται.»

Πέταξε έναν φάκελο πάνω στο γραφείο του.

Ο Αλέξης τον άνοιξε. Μέσα υπήρχαν αποδείξεις για μυστικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό, εταιρείες-βιτρίνες, ύποπτες δωρεές.

Όλα συνδεδεμένα με το όνομά του.

Ο Αλέξης κοίταξε τις φωτοτυπίες.

— «Αυτά είναι πλαστά;»

Ο Νικήτας αναστέναξε.

— «Τα περισσότερα, ναι. Αλλά υπάρχει αρκετή αλήθεια για να σε κάψει.»

Ο Αλέξης χαμογέλασε αχνά.

— «Έτσι παίζει το παιχνίδι της. Με λάσπη.»

— «Το θέμα είναι ότι δουλεύει. Τα κανάλια το έχουν ήδη.»

Ο Αλέξης πήρε μια βαθιά ανάσα. Ώρα να δώσει το τελικό χτύπημα.

Κεφάλαιο 25: Η Πτώση της Λήδας

Το ίδιο βράδυ, ο Αλέξης κάλεσε έναν δημοσιογράφο που του χρωστούσε χάρη.

— «Θέλω να βγάλεις κάτι αύριο.»

— «Τι;»

Ο Αλέξης του έστειλε ένα αρχείο.

Ήταν η ηχογράφηση όπου η Λήδα παραδεχόταν ότι είχε χρηματοδοτήσει παράνομα πολιτικούς.

— «Ανέβασε το στις 9 το πρωί.»

— «Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;»

— «Σημαίνει ότι η Λήδα δεν θα σηκωθεί ποτέ ξανά.»

Την επόμενη μέρα, όλα τα δελτία έπαιζαν την ίδια είδηση.

“Σοκ στον επιχειρηματικό και πολιτικό κόσμο: Ηχητικό-βόμβα καίει ισχυρό στέλεχος της οικονομικής ελίτ!”

Η Λήδα προσπάθησε να απαντήσει, να αμυνθεί.

Αλλά το κύμα ήταν πολύ δυνατό.

Οι επιχειρηματίες την εγκατέλειψαν. Οι πολιτικοί πήραν αποστάσεις.

Μέχρι το βράδυ, η αυτοκρατορία της κατέρρευσε. Ο Αλέξης παρακολουθούσε τις ειδήσεις με ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι. Το τηλέφωνό του χτύπησε. Ήταν η Λήδα. Απάντησε, χωρίς να μιλήσει.

— «Ελπίζω να κοιμάσαι καλά απόψε, αγάπη μου,» είπε εκείνη, με ήρεμη φωνή.

— «Πάντα κοιμάμαι καλά.»

Η Λήδα γέλασε αχνά.

— «Νομίζεις ότι τελείωσε;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Για σένα; Ναι.»

Και της έκλεισε το τηλέφωνο.

Είχε κερδίσει.

Για τώρα.

(ΤΕΛΟΣ)

Επίλογος: Η Σιωπή πριν τη Θύελλα

Τρεις μήνες μετά την πτώση της, η Λήδα είχε εξαφανιστεί από το προσκήνιο.

Οι εφημερίδες έλεγαν ότι είχε φύγει στο εξωτερικό, ότι είχε χάσει όλη τη δύναμή της.

Αλλά ο Αλέξης ήξερε καλύτερα.

Η Λήδα δεν ήταν από τους ανθρώπους που δέχονταν την ήττα.

Και είχε ακόμα κάτι πολύτιμο: τη γνώση του πώς να περιμένει.

Ένα βράδυ, ο Αλέξης δειπνούσε σε ένα ακριβό εστιατόριο, όταν ο Νικήτας μπήκε μέσα βιαστικός.

— «Έχουμε πρόβλημα.»

Ο Αλέξης σήκωσε το βλέμμα του ήρεμα.

— «Τι έκανε αυτή τη φορά;»

Ο Νικήτας άφησε έναν φάκελο στο τραπέζι.

Ο Αλέξης τον άνοιξε. Μέσα υπήρχε μια φωτογραφία του… μαζί με την Έλενα.

Σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου.

— «Πώς…;»

Ο Νικήτας έσκυψε και του ψιθύρισε:

— «Δεν ξέρω πώς το έκανε. Αλλά ξέρω τι σημαίνει.**

Ο Αλέξης έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή.

Η Λήδα δεν είχε τελειώσει. Το παιχνίδι μόλις ξανάρχιζε. O Αλέξης κάθισε ακίνητος, κοιτάζοντας τη φωτογραφία. Ήταν τέλεια. Η γωνία, ο φωτισμός, ακόμα και η αντανάκλαση στο παράθυρο έδειχνε καθαρά ότι ήταν αυτός και η Έλενα.

— «Γαμώτο…» μουρμούρισε.

Ο Νικήτας τον κοίταξε ανήσυχος.

— «Πώς θες να το χειριστούμε;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε αχνά.

— «Θες να μου πεις ότι δεν είναι ξεκάθαρο ποιος το έκανε;»

— «Φυσικά και είναι,» απάντησε ο Νικήτας. «Η Λήδα.»

Ο Αλέξης έσφιξε τα δόντια του. Εκείνη δεν είχε τελειώσει μαζί του. Και αυτή τη φορά, δεν θα έπαιζε αμυντικά. To κινητό του δονήθηκε. Μήνυμα από άγνωστο αριθμό:

“Ελπίζω να σου άρεσε η φωτογραφία. Έχω και άλλες. Θα τα πούμε σύντομα. ”

Ο Αλέξης έσφιξε τη γροθιά του. Η Λήδα δεν είχε σκοπό να τον καταστρέψει αμέσως. Ήθελε να τον βασανίσει πρώτα. Το παιχνίδι μόλις άρχισε ξανά. Ο Αλέξης ήξερε πως δεν μπορούσε να αφήσει τη Λήδα να πάρει τον έλεγχο. Αν την άφηνε να παίξει το παιχνίδι της, ήταν ήδη χαμένος.

— «Νικήτα, βρες μου τα πάντα για το πού βρίσκεται, τι κάνει, με ποιους μιλάει. Αν θέλει να παίξουμε, θα παίξουμε με τους δικούς μου όρους.»

— «Θα τη χτυπήσεις πριν προλάβει να κινηθεί;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε αχνά.

— «Όχι ακριβώς. Θα της δώσω την ψευδαίσθηση ότι κερδίζει… μέχρι να τη συντρίψω.»

Δύο μέρες αργότερα, μια φήμη άρχισε να διαρρέει στα δημοσιογραφικά γραφεία.

“Η Λήδα Αναγνωστοπούλου ετοιμάζεται για μεγάλη επιστροφή – μυστικές συναντήσεις με πολιτικούς και επιχειρηματίες.”

Η Λήδα δεν είχε κάνει τίποτα τέτοιο. Αλλά ο Αλέξης ήθελε να την αναγκάσει να αντιδράσει. Ήξερε ότι θα έψαχνε ποιος διέδιδε αυτές τις πληροφορίες. Και εκεί θα έκανε το λάθος της. Ο Νικήτας μπήκε στο γραφείο του με ένα ικανοποιημένο ύφος.

— «Έχουμε κάτι.»

— «Τι;»

Ο Νικήτας πέταξε ένα φάκελο στο γραφείο του.

— «Οικονομικά στοιχεία. Κινήσεις χρημάτων από λογαριασμούς της Λήδας… προς ένα fund στο Λουξεμβούργο. Ξέρεις ποιος είναι πίσω από αυτό;»

Ο Αλέξης πήρε τις σελίδες και τις κοίταξε.

Ένας από τους πιο ισχυρούς εχθρούς της. Ένας άνθρωπος που, αν μάθαινε ότι η Λήδα τον είχε εκμεταλλευτεί, θα την τελείωνε.

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Καιρός να της δώσουμε έναν νέο εχθρό.»

Ο Αλέξης δεν ήθελε να λερώσει τα χέρια του. Όχι ακόμα. Χρειαζόταν κάποιον που ήθελε τη Λήδα νεκρή περισσότερο απ’ ό,τι ο ίδιος. Και ήξερε ακριβώς ποιος ήταν αυτός. Δύο μέρες αργότερα, σε μια πολυτελή ιδιωτική λέσχη στο Λονδίνο… Ένας άντρας με ακριβά ρούχα και παγωμένο βλέμμα έβαζε πάγο στο ουίσκι του. Ο Αλέξης κάθισε απέναντί του και άφησε αθόρυβα τον φάκελο στο τραπέζι.

— «Σοβαρά;» είπε ο άντρας, σηκώνοντας το φρύδι του. «Μετά από τόσο καιρό, εμφανίζεσαι ξανά με μια “πρόταση”;»

Ο Αλέξης δεν χαμογέλασε.

— «Δεν είναι πρόταση. Είναι ευκαιρία.»

Ο άντρας άνοιξε τον φάκελο και άρχισε να διαβάζει.

Τα χείλη του σφίχτηκαν.

— «Πού το βρήκες αυτό;»

— «Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι η Λήδα σε έκλεψε. Και ετοιμάζεται να το κάνει ξανά.»

Ο άντρας άφησε τα χαρτιά στο τραπέζι.

— «Θες να τη βγάλω από τη μέση.»

— «Θέλω να πάρεις εκδίκηση.»

Ένα αργό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του άντρα.

— «Αλέξη… είσαι πιο επικίνδυνος απ’ ό,τι σε θυμόμουν.»

Ο Αλέξης ήπιε μια γουλιά από το ποτό του.

— «Όχι επικίνδυνος. Αποφασισμένος.»

Τρεις μέρες αργότερα, το τηλέφωνο της Λήδας χτύπησε.

— «Έχουμε πρόβλημα,» της είπε ο συνεργάτης της. «Κάποιος σκάβει πολύ βαθιά στα οικονομικά σου. Και δεν είναι ο Αλέξης.»

Η Λήδα έσφιξε το ποτήρι της.

— «Τότε ποιος είναι;»

— «Ο Ανδρέας Φωκάς.»

Η Λήδα πάγωσε.

Ο Φωκάς δεν ήταν απλά ένας επιχειρηματίας. Ήταν κάποιος που δεν συγχωρούσε προδοσίες. Και αν είχε βάλει στο στόχαστρο τη Λήδα, τότε η πραγματική μάχη μόλις ξεκινούσε. Η Λήδα ήξερε καλά τι σήμαινε το όνομα Ανδρέας Φωκάς. Δεν ήταν ένας απλός επιχειρηματίας. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε ρίξει κυβερνήσεις, είχε “εξαφανίσει” αντιπάλους και δεν συγχωρούσε ποτέ την προδοσία. Και τώρα, την είχε βάλει στο στόχαστρο. Η πρώτη της αντίδραση ήταν να καλέσει έναν από τους πιο ισχυρούς δικηγόρους της.

— «Θέλω να ξέρω τι ακριβώς ξέρει ο Φωκάς. Και ποιος του το έδωσε.»

— «Αν έχει στα χέρια του οικονομικά στοιχεία που σε συνδέουν με εκείνον, η κατάσταση είναι πολύ επικίνδυνη,» της είπε ο δικηγόρος.

— «Δεν θέλω ανησυχίες. Θέλω λύσεις.»

Ο δικηγόρος πήρε μια βαθιά ανάσα.

— «Έχεις μόνο δύο επιλογές: Να διαπραγματευτείς μαζί του… ή να τον προλάβεις πριν κινηθεί.»

Η Λήδα έγειρε πίσω στην καρέκλα της.

Διαπραγμάτευση με τον Φωκά; Επικίνδυνο. Να τον προλάβει; Ακόμα πιο επικίνδυνο. Αλλά υπήρχε και μια τρίτη επιλογή. Να βρει ποιος τον έβαλε στο παιχνίδι. Και να τον καταστρέψει πρώτα. Δηλαδή… τον Αλέξη. Η Λήδα δεν ήξερε πώς ο Αλέξης είχε βρει τα οικονομικά της στοιχεία.  Αλλά ήξερε ποιος μπορούσε να του τα είχε δώσει. Κάλεσε έναν άνθρωπο που δεν ήθελε ποτέ να χρειαστεί να καλέσει ξανά.

— «Έχω δουλειά για σένα,» είπε ψυχρά.

— «Πόσο επικίνδυνη;»

— «Αν το κάνεις σωστά, καθόλου.»

— «Και ποιος είναι ο στόχος;»

Η Λήδα κοίταξε έξω από το παράθυρο, με το βλέμμα της σκοτεινό.

— «Ο Νικήτας Στεργίου.»

Το επόμενο πρωί, ο Νικήτας πήγαινε στο γραφείο του όταν παρατήρησε κάτι περίεργο: Ένας άντρας σε μια μηχανή είχε σταματήσει απέναντι και τον παρακολουθούσε. Διέσχισε τον δρόμο αργά, πλησίασε την είσοδο του κτιρίου… Και τότε, το κινητό του χτύπησε. Άγνωστος αριθμός.

Απάντησε προσεκτικά.

— «Ποιος είναι;»

Μια ψυχρή γυναικεία φωνή απάντησε:

— «Σταμάτα να ψάχνεις τα οικονομικά μου… ή θα σκάψω πολύ πιο βαθιά στα δικά σου.»

Ο Νικήτας πάγωσε. Η Λήδα είχε αντεπιτεθεί. Ο Νικήτας μπήκε λαχανιασμένος στο γραφείο του Αλέξη και πέταξε το κινητό του στο τραπέζι.

— «Η Λήδα μόλις με απείλησε.»

Ο Αλέξης πήρε το τηλέφωνο και πάτησε την επανάληψη κλήσης.

Ο αριθμός ήταν ήδη εκτός λειτουργίας.

— «Περίμενα ότι θα αντιδρούσε,» είπε ψυχρά. «Αλλά τόσο γρήγορα; Με εκπλήσσει.»

Ο Νικήτας έσκυψε προς το μέρος του.

— «Αλέξη, δεν είναι πια πολιτικό παιχνίδι. Αυτή η γυναίκα θα μας καταστρέψει αν δεν την προλάβουμε.»

Ο Αλέξης αναστέναξε.

— «Είσαι σίγουρος ότι μόνο θα μας καταστρέψει;»

Ο Νικήτας τον κοίταξε για μια στιγμή και μετά κατάλαβε τι εννοούσε.

— «Θες να τη βγάλεις από τη μέση;»

Ο Αλέξης έγνεψε αργά.

— «Όχι εγώ. Ο Φωκάς.»

Το ίδιο βράδυ, ο Ανδρέας Φωκάς έλαβε έναν ανώνυμο φάκελο. Μέσα του υπήρχαν όχι μόνο τα οικονομικά της Λήδας αλλά και αποδείξεις ότι είχε επαφές με ανθρώπους που τον είχαν προδώσει στο παρελθόν. Η οργή του ήταν εκρηκτική. Πήρε το τηλέφωνό του και κάλεσε τον άνθρωπο που χρησιμοποιούσε για βρώμικες δουλειές.

— «Βρες τη. Και φρόντισε να μην ξαναγίνει πρόβλημα.»

Η Λήδα έπινε το ποτό της σε ένα ήσυχο μπαρ, όταν το ένστικτό της τής είπε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Γύρισε αργά το κεφάλι της και είδε έναν άντρα με δερμάτινο μπουφάν να την παρακολουθεί. Δεν πανικοβλήθηκε. Σήκωσε το κινητό της και έστειλε ένα μήνυμα μόνο με δύο λέξεις:

“Αλέξη, ξέρω.”

Ο Αλέξης το διάβασε.

Χαμογέλασε.

Η Λήδα είχε μόλις καταλάβει ότι αυτή τη φορά, δεν ήταν ο κυνηγός. Ήταν το θήραμα. H Λήδα ήξερε ότι δεν είχε χρόνο. Ο άντρας με το δερμάτινο μπουφάν δεν ήταν ένας τυχαίος παρατηρητής. Ήταν εκτελεστής. Και είχε έρθει για εκείνη. Αλλά η Λήδα δεν ήταν εύκολος στόχος. Μπήκε στην τουαλέτα του μπαρ, κλείδωσε την πόρτα και έβγαλε το κινητό της. Πληκτρολόγησε έναν αριθμό που δεν είχε καλέσει εδώ και δέκα χρόνια. Το τηλέφωνο χτύπησε δύο φορές πριν μια ψυχρή φωνή απαντήσει:

— «Δεν περίμενα ποτέ να με χρειαστείς ξανά.»

— «Δεν είναι ώρα για συναισθηματισμούς,» είπε η Λήδα, κοιτώντας το ρολόι της. «Χρειάζομαι έξοδο. Τώρα.»

— «Είσαι πολύ βαθιά αυτή τη φορά, Λήδα.»

— «Δεν με νοιάζει.** Θα το ανταποδώσω.**»

Μια μικρή παύση στην άλλη άκρη της γραμμής.

— «Είσαι στο Σύνταγμα, σωστά; Βγες από την πίσω πόρτα. Ένα μαύρο SUV θα σε περιμένει σε πέντε λεπτά.»

Η Λήδα έκλεισε το τηλέφωνο, πήρε μια βαθιά ανάσα και βγήκε από την τουαλέτα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Πέρασε δίπλα από τον εκτελεστή, χωρίς να τον κοιτάξει. Δύο λεπτά αργότερα, είχε εξαφανιστεί.

Δέκα ώρες μετά την απόδρασή της, ο Αλέξης δέχτηκε ένα απροσδόκητο τηλεφώνημα.

— «Καλημέρα, αγάπη μου.»

Η Λήδα.

Ο Αλέξης χαμογέλασε αχνά.

— «Νόμιζα ότι θα ήσουν ήδη… παρελθόν.»

— «Με υποτίμησες.»

— «Για τελευταία φορά,» είπε ο Αλέξης.

Η Λήδα γέλασε ελαφρά.

— «Νομίζεις ότι νίκησες, αλλά ξέχασες κάτι πολύ βασικό.»

— «Και τι είναι αυτό;»

— «Ότι πάντα έχω έναν άσσο στο μανίκι.»

Πριν προλάβει να απαντήσει, ένα δεύτερο κινητό στο γραφείο του Αλέξη άρχισε να χτυπάει.

Ήταν του Νικήτα.

Ο Αλέξης το σήκωσε.

— «Έχουμε μεγάλο πρόβλημα.»

— «Τι έγινε;»

— «Κάποιος χτύπησε τον Φωκά.»

Ο Αλέξης έμεινε σιωπηλός.

Γύρισε το βλέμμα του στο τηλέφωνο της Λήδας.

Εκείνη γελούσε.

— «Εγώ δεν παίζω για να επιβιώσω, Αλέξη,» είπε ψιθυριστά. «Παίζω για να κερδίσω.»

Το παιχνίδι είχε μόλις αλλάξει επίπεδο. Ο Αλέξης άφησε αργά το τηλέφωνο στο γραφείο του.  Η Λήδα δεν είχε απλώς γλιτώσει. Είχε ήδη αντεπιτεθεί.

— «Ο Φωκάς… είναι νεκρός;» ρώτησε τον Νικήτα.

— «Όχι. Αλλά του την έστησαν χθες βράδυ. Του έκλεισαν τον δρόμο και του επιτέθηκαν. Πήγε στο νοσοκομείο, είναι βαριά τραυματισμένος. Δεν ξέρουμε ακόμα ποιος το έκανε, αλλά ξέρουμε γιατί.»

Ο Αλέξης χαμογέλασε αχνά.

— «Η Λήδα μόλις ξεκίνησε να διαλύει τη βάση μου.»

— «Πώς το ξέρεις;»

— «Γιατί δεν θα σταματήσει στον Φωκά. Θα τους χτυπήσει όλους.»

Δύο μέρες αργότερα, το επόμενο χτύπημα ήρθε. Ο Αλέξης έπινε τον πρωινό καφέ του όταν είδε τον τίτλο της εφημερίδας:

“Σκάνδαλο μεγατόνων: Ο Νικήτας Στεργίου συνδέεται με ξέπλυμα χρήματος!”

Ο Αλέξης πέταξε κάτω την εφημερίδα και άρπαξε το τηλέφωνό του.

— «Νικήτα! Διάβασες τα νέα;»

— «Τα διάβασα. Με έχουν τελειώσει.»

— «Είναι στημένα.**»

— «Δεν έχει σημασία. Η κοινή γνώμη θα τα πιστέψει.»

Ο Αλέξης ήξερε ότι η Λήδα δεν είχε σταματήσει στον Φωκά.

Τώρα διέλυε και τον Νικήτα.

Και αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Κεφάλαιο 18: Ο Κατεστραμμένος Σύμμαχος

Το ίδιο βράδυ, ο Νικήτας ήρθε στο σπίτι του Αλέξη.

Ήταν χλωμός.

— «Αυτό ήταν,» είπε. «Με διώχνουν από το κόμμα. Οι επιχειρηματίες που με στήριζαν, εξαφανίστηκαν.**

Ο Αλέξης ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι του.

— «Η Λήδα ξέρει ακριβώς πώς να σε καταστρέψει.**

— «Τι θα κάνουμε;»

Ο Αλέξης σηκώθηκε αργά και πήγε στο παράθυρο.

— «Δεν θα παίξουμε πια άμυνα.»

— «Δηλαδή;»

Ο Αλέξης γύρισε και τον κοίταξε.

Το βλέμμα του δεν είχε καμία αμφιβολία.

— «Ώρα να την τελειώσουμε.»

Ο Αλέξης ήξερε ότι δεν μπορούσε να χτυπήσει τη Λήδα με τον ίδιο τρόπο που τον χτύπησε εκείνη.

Έπρεπε να την εξουδετερώσει πολιτικά.

— «Θα τη βάλουμε στη γωνία,» είπε στον Νικήτα.

— «Πώς;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Θα την κάνουμε να πιστέψει ότι κερδίζει… μέχρι να πέσει μόνη της.»

Μέσα σε λίγες μέρες, μια νέα φήμη άρχισε να κυκλοφορεί στους πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους:

“Η Λήδα Αναγνωστοπούλου σχεδιάζει να επιστρέψει δυναμικά στην πολιτική σκηνή.”

Δεν ήταν αλήθεια. Αλλά η Λήδα δεν μπορούσε να το αφήσει αναπάντητο. Έτσι, βγήκε μπροστά. Έδωσε συνεντεύξεις, έκανε συναντήσεις, προσπάθησε να δείξει ότι δεν είχε ηττηθεί.  Αυτό ήταν το λάθος της. Δύο μέρες αργότερα, η πραγματική βόμβα έσκασε. Ο Αλέξης είχε βάλει έναν έμπιστο δημοσιογράφο να βγάλει στη δημοσιότητα ένα μυστικό που η Λήδα είχε θάψει βαθιά.

“Νέα αποκαλυπτικά στοιχεία δείχνουν ότι η Λήδα Αναγνωστοπούλου είχε μυστικές συμφωνίες με ξένες δυνάμεις – Πλήρης έρευνα σε εξέλιξη!”

Αυτή τη φορά, δεν μπορούσε να ξεφύγει. Η εικόνα της καταστράφηκε μέσα σε λίγες ώρες. Όλοι την εγκατέλειψαν. Ακόμα και οι εχθροί του Αλέξη δεν μπορούσαν να τη στηρίξουν πια. Είχε χάσει. Το τηλέφωνο του Αλέξη χτύπησε αργά το βράδυ. Ήταν η Λήδα.

— «Είσαι ικανοποιημένος;»

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Όχι ακόμα.»

— «Νομίζεις ότι τελείωσε;»

— «Όχι. Εσύ τελείωσες.»

Η Λήδα δεν απάντησε.

Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, είπε:

— «Θα δεις, Αλέξη. Κάποιοι δεν πέφτουν τόσο εύκολα.»

Η γραμμή έκλεισε. Αλλά ο Αλέξης ήξερε ότι το παιχνίδι είχε τελειώσει. Για τη Λήδα… ήταν το τέλος. Ο Αλέξης άφησε αργά το τηλέφωνο στο γραφείο του. Η Λήδα είχε χάσει.  Ολοι το ήξεραν.  Όλοι… εκτός από εκείνη. Τρεις μέρες αργότερα… Ο Νικήτας μπήκε βιαστικά στο γραφείο του Αλέξη, το πρόσωπό του χλωμό.

— «Έχουμε μεγάλο πρόβλημα.»

— «Πάλι;» απάντησε ο Αλέξης αδιάφορα.

Ο Νικήτας πέταξε έναν φάκελο μπροστά του.

— «Διάβασέ το.»

Ο Αλέξης πήρε τις σελίδες και άρχισε να διαβάζει.

Η καρδιά του σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο.

Ήταν έγγραφα που τον συνέδεαν με μια παράνομη χρηματοδότηση.

Και όχι μόνο.

Υπήρχαν αποδείξεις ότι είχε δώσει εντολή να “εξουδετερωθεί” ο Φωκάς.

Ο Αλέξης σήκωσε το βλέμμα του.

— «Αυτά είναι ψεύτικα.»

— «Αληθινά ή όχι, Αλέξη, αυτά τα έγγραφα θα σε καταστρέψουν.»

Ο Αλέξης έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή. Και τότε κατάλαβε. Η Λήδα δεν είχε προσπαθήσει να σωθεί. Είχε σχεδιάσει την εκδίκησή της από την αρχή. Το τηλέφωνό του χτύπησε. Ήταν εκείνη.

— «Δεν σου είπα, αγάπη μου; Κάποιοι δεν πέφτουν τόσο εύκολα.»

Ο Αλέξης δεν απάντησε.

— «Ήθελες να με τελειώσεις; Τώρα θα δεις πώς είναι να σε κυνηγούν όλοι.»

— «Δεν θα το αφήσω να συμβεί.»

— «Δεν έχεις επιλογή.** Αύριο το πρωί, αυτά τα έγγραφα θα είναι σε όλα τα κανάλια.**»

Ο Αλέξης ήξερε ότι είχε υποτιμήσει τη Λήδα. Και τώρα… είχε χάσει τον έλεγχο. Η Λήδα δεν είχε απλώς επιβιώσει. Ετοιμαζόταν να τον καταστρέψει. Το επόμενο πρωί, όλα τα κανάλια είχαν την ίδια είδηση:

“Σοκ στην πολιτική σκηνή – Ο Αλέξης Δραγούμης εμπλέκεται σε σκάνδαλο διαφθοράς και απόπειρα δολοφονίας!”

Οι φωτογραφίες των εγγράφων ήταν παντού. Ο Αλέξης είχε γίνει ο νούμερο ένα στόχος. Το τηλέφωνό του χτυπούσε ασταμάτητα. Αλλά κανείς δεν ήθελε να τον σώσει. Όλοι ήθελαν να τον ξεφορτωθούν. Το απόγευμα, ο Νικήτας μπήκε στο γραφείο του με σκυμμένο το κεφάλι.

— «Αλέξη… με συγχωρείς.»

— «Τι έγινε;»

Ο Νικήτας του πέταξε έναν φάκελο.

— «Το κόμμα σε εγκαταλείπει.** Ψηφίζουν να σε διαγράψουν.»

Ο Αλέξης γέλασε ειρωνικά.

— «Πόσο γρήγορα αλλάζουν όλα, ε;»

— «Δεν είναι μόνο αυτό.** Ο εισαγγελέας ετοιμάζει ένταλμα σύλληψης.**»

Ο Αλέξης σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του.

— «Η Λήδα το είχε σχεδιάσει τέλεια.»

— «Τι θα κάνουμε;»

Ο Αλέξης πήρε μια βαθιά ανάσα.

— «Θα φύγουμε από εδώ.** Πριν με συλλάβουν.**»

Δύο ώρες αργότερα, ένας άντρας με γυαλιά ηλίου έδινε ένα διαβατήριο στον Αλέξη.

— «Η ταυτότητα είναι καθαρή. Το αεροπλάνο για Ντουμπάι φεύγει σε δύο ώρες.»

Ο Αλέξης κοίταξε το πλαστό διαβατήριο. Αλέξανδρος Δημητρίου. Δεν του άρεσε να τρέχει. Αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Έβγαλε το κινητό του και έγραψε ένα μήνυμα στη Λήδα:

“Είσαι καλή. Αλλά δεν τελειώσαμε ακόμα.”

Πάτησε αποστολή. Και εξαφανίστηκε στη νύχτα. Τρείς μήνες μετά την πτώση του… Ο Αλέξης καθόταν σε μια πολυτελή βίλα στο Ντουμπάι, πίνοντας ουίσκι και παρακολουθώντας τις ειδήσεις.  Η Λήδα ήταν παντού. Το όνομά της είχε αποκατασταθεί. Οι εχθροί της είχαν εξαφανιστεί. Είχε πάρει ό,τι του ανήκε. Αλλά το λάθος της ήταν ότι δεν τον είχε τελειώσει. Και τώρα, ήταν η σειρά του. Ο Αλέξης έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε τον άντρα απέναντί του.

— «Είναι έτοιμοι;»

Ο άντρας έγνεψε.

— «Οι πρώτες διαρροές ξεκινούν αύριο.»

— «Και η Λήδα;»

— «Δεν έχει ιδέα τι έρχεται.»

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Τώρα θα μάθει πώς είναι να ζεις κυνηγημένος.»

Κεφάλαιο 8

Το επόμενο πρωί, οι εφημερίδες της Αθήνας είχαν πρωτοσέλιδο:

“Σκάνδαλο μεγατόνων – Απόρρητα έγγραφα αποκαλύπτουν παράνομες συμφωνίες της Λήδας Αναγνωστοπούλου!”

Η Λήδα διάβασε το άρθρο και πέταξε την εφημερίδα στο πάτωμα. Ο Αλέξης είχε επιστρέψει. Και αυτή τη φορά, δεν θα σταματούσε μέχρι να την καταστρέψει. Η Λήδα ήξερε ότι η επίθεση δεν ήταν τυχαία. Ο Αλέξης ήταν ζωντανός. Και δεν είχε ξεχάσει. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν ήξερε από πού θα έρθει το επόμενο χτύπημα. Κάλεσε τον παλιό της συνεργάτη, τον Καλογερά.

— «Θέλω να μάθεις ποιος έδωσε αυτά τα έγγραφα στον Τύπο.»

— «Θες να πεις ποιος πλήρωσε για να βγουν στον Τύπο.»

Η Λήδα έσφιξε τα δόντια της.

— «Και ποιος άλλος θα είχε λόγο να το κάνει;»

— «Ο Δραγούμης.»

Η Λήδα πήρε μια βαθιά ανάσα.

— «Δεν μπορεί να κινηθεί από το Ντουμπάι… σωστά;»

Ο Καλογεράς δεν απάντησε αμέσως.

— «Με τα σωστά χρήματα, μπορεί να κινηθεί από οπουδήποτε.»

Η Λήδα ήξερε πλέον τι έπρεπε να κάνει. Το ίδιο βράδυ, το τηλέφωνο του Αλέξη χτύπησε.

— «Έχουν ξεκινήσει να σε ψάχνουν.»

Ήταν ο Νικήτας, που είχε μείνει στην Αθήνα για να του δίνει πληροφορίες.

— «Η Λήδα δεν θα με βρει.»

— «Ίσως. Αλλά προσπαθεί. Και έχει χρήματα.»

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Τέλεια. Ας την κάνουμε να σπαταλήσει όσα περισσότερα μπορεί.»

Την επόμενη μέρα, ένα νέο άρθρο έκανε την εμφάνισή του:

“Υπόγειες διαδρομές εκατομμυρίων – Η σκοτεινή χρηματοδότηση της Λήδας!”

Η εικόνα της άρχισε να ραγίζει. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή.  Η Λήδα καθόταν στο πολυτελές της γραφείο, με τα χέρια σφιγμένα σε γροθιές. Όλα κατέρρεαν. Οι διαρροές δεν σταματούσαν. Κάθε μέρα, νέα στοιχεία έβγαιναν στη δημοσιότητα. Κανείς δεν ήξερε από πού έρχονταν. Αλλά η Λήδα ήξερε. Ο Αλέξης την καταδίωκε από τις σκιές. Και το χειρότερο; Όλοι άρχιζαν να παίρνουν αποστάσεις.

— «Χρειάζομαι απαντήσεις!» φώναξε στον Καλογερά.

— «Προσπαθούμε, αλλά δεν βρίσκουμε τίποτα. Ο Δραγούμης λειτουργεί σαν φάντασμα.»

Η Λήδα τον κοίταξε στα μάτια.

— «Όχι σαν φάντασμα. Σαν θύελλα που έρχεται.»

Μέχρι το τέλος της εβδομάδας, η πολιτική της στήριξη είχε αρχίσει να καταρρέει.  Στελέχη που κάποτε την προσκυνούσαν πλέον δεν της απαντούσαν καν στο τηλέφωνο. Κανείς δεν ήθελε να καεί μαζί της. Ο μεγαλύτερος εφιάλτης της είχε γίνει πραγματικότητα: Είχε αρχίσει να χάνει. Η Λήδα νόμιζε ότι είχε δει τα πάντα. Μέχρι που βγήκε η είδηση που τη γονάτισε.

“Διαρροές δείχνουν ότι η Λήδα Αναγνωστοπούλου υπήρξε ο πραγματικός εγκέφαλος πίσω από το σκάνδαλο Αντωνόπουλου!”

Ο τίτλος ήταν καταστροφή. Για πρώτη φορά, δεν μπορούσε να απαντήσει. Ο Αλέξης δεν της είχε αφήσει περιθώρια.  Η Λήδα κοιτούσε έξω από το παράθυρο του ρετιρέ της. Ήξερε ότι είχε δύο επιλογές. Να παλέψει μέχρι τέλους, ακόμα και αν ήξερε ότι θα χάσει. Να κάνει το αδιανόητο. Να ζητήσει έλεος από τον Αλέξη. Πήρε το τηλέφωνο και πληκτρολόγησε έναν αριθμό. Όταν εκείνος απάντησε, είπε μόνο μία φράση:

— «Αλέξη… μπορούμε να μιλήσουμε;»

Το παιχνίδι είχε πλέον αλλάξει. Ο Αλέξης άκουσε τη φωνή της Λήδας στο τηλέφωνο. Για πρώτη φορά, ακουγόταν αδύναμη. Και αυτό τον έκανε να χαμογελάσει.

— «Θες να μιλήσουμε, Λήδα;» είπε αργά.

— «Αλέξη, ξέρεις ότι αυτή η κατάσταση δεν μας ωφελεί.** Μπορούμε να βρούμε μια λύση.»

Ο Αλέξης γέλασε χαμηλόφωνα.

— «Μια λύση; Όπως όταν εσύ μου έδωσες “μια λύση” και με εξόρισες;»

Η Λήδα έσφιξε τα δόντια της.

— «Είμαι διατεθειμένη να συζητήσω.**»

— «Λυπάμαι, αγάπη μου,» είπε ο Αλέξης. «Δεν έχω καμία διάθεση να κάνω συμφωνίες με ανθρώπους που ήδη έχουν χάσει.»

— «Αλέξη…»

— «Θα σου δώσω μια συμβουλή,» τη διέκοψε ψυχρά. «Μάζεψε ό,τι σου έχει απομείνει και εξαφανίσου. Γιατί το επόμενο χτύπημα θα είναι το τελευταίο.»

Και της έκλεισε το τηλέφωνο. Το επόμενο πρωί, οι τελευταίες αποκαλύψεις ήρθαν στο φως.

“Η Λήδα Αναγνωστοπούλου αντιμετωπίζει δικαστική έρευνα – Πιθανό ένταλμα σύλληψης!”

Οι παλιοί της σύμμαχοι την εγκατέλειψαν εντελώς. Οι εχθροί της τη χτυπούσαν από παντού. Οι επιχειρηματίες την έσβησαν από τις λίστες τους. Η Λήδα είχε τελειώσει. Η Λήδα καθόταν στο άδειο της διαμέρισμα, κοιτώντας το κινητό της. Κανείς δεν της απαντούσε πια. Όλοι είχαν στραφεί εναντίον της. Για πρώτη φορά στη ζωή της, ήταν μόνη. Αβοήθητη. Και το χειρότερο; Ήξερε ποιος είχε κερδίσει.

Ο Αλέξης καθόταν στο γραφείο του, πίνοντας ένα ποτήρι ουίσκι. Ο Νικήτας τον κοίταξε.

— «Τελείωσε.»

Ο Αλέξης χαμογέλασε.

— «Ναι. Τελείωσε.»

Η Λήδα Αναγνωστοπούλου δεν υπήρχε πια. Ο κόσμος της είχε καταστραφεί. Και ο Αλέξης Δραγούμης… είχε επιστρέψει.

Share.

Comments are closed.