Μονόλυκος: Ο λύκος που δε δουλεύει μαζί με την αγέλη αλλά μόνος του γιατί αισθάνεται πανίσχυρος. Zει μόνος, κυνηγάει μόνος.
Και ξάφνου, να, λίγο πιο κάτω απ’το διάσελο, δεν θα ήταν σε περισσότερο από 100 μέτρα, είδα τη φιγούρα, ενός μεγάλου, γκρίζου με τα χρώματα του καλοκαιριού, λύκου. Στάθηκα αποσβολωμένος, αρκετή ώρα ακίνητος, κοιτώντας τον με αισθήματα ανάμικτα, φόβου και θαυμασμού. Καθόταν όρθιος και ακίνητος και με κοιτούσε κι αυτός, σίγουρα με περιέργεια, ίσως και με λίγο φόβο, γιατί γι ‘αυτόν ήμουν ο μεγάλος εχθρός, που θα μπορούσε να σηκώσει την επαναληπτική καραμπίνα και …
Ήταν ένας μεγαλόσωμος λύκος, σίγουρα αρσενικός και αρκετά γερασμένος. Δεν θυμάμαι πόση ώρα τον κοιτούσα και με κοιτούσε. Ήξερα, τότε, τόσα λίγα πράγματα για τους λύκους και ειλικρινά δεν ήξερα εάν θα έπρεπε να φύγω τρέχοντας, ή να βάλω τις φωνές. Η ταραχή μου ήταν μεγάλη. Ο λύκος, εντελώς ακίνητος, με καρφωμένο το βλέμμα του επάνω μου, φαίνεται με περιεργαζόταν, προσπαθώντας να μαντέψει τις προθέσεις μου. “Ο λύκος”, σκέφτηκα, “κινδυνεύει περισσότερο από την Κοκκινοσκουφίτσα”. Προσπάθησα να σηκώσω την επαναληπτική μου καραμπίνα και να τον σημαδέψω. Δεν πρόλαβα όμως, γιατί το μεγάλο θηλαστικό, με σηκωμένη εντελώς την ουρά, (σημείο υπεροχής, που έδειχνε ότι δεν με φοβόταν !), πήρε στροφή, και χάθηκε στο δάσος.