Οι γείτονες την ήξεραν για τα περίφημα κέικ της. Ομως αυτή η νοικοκυρά ήταν κατάσκοπος των Ρώσων

0

Τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Μεγάλη Βρετανία. Η Ursula Kuczynski ήταν μια συνηθισμένη νοικοκυρά, μια γυναίκα υπεράνω πάσης υποψίας, που φρόντιζε την οικογένειά της. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί, ότι τελικά η «κυρία Μπάρτον», όπως ήταν γνωστή, ήταν μια Ρωσίδα κατάσκοπος, που συγκέντρωνε πληροφορίες για τα πυρηνικά όπλα. Όλοι στο γραφικό οικισμό Cotswolds του Great Rollright γνώριζαν και θαύμαζαν τη νοικοκυρά και μητέρα, κυρία Μπάρτον. Ήταν 30 χρονών, κομψή, μελαχρινή, λεπτή και φημισμένη στην τοπική κοινότητα για το ψήσιμο εξαιρετικών κέικ. Όλοι στο χωριό ζήλευαν τα κεκάκια της. Ήταν χαρούμενη, φιλική και της άρεσε να κάνει ποδήλατό και παρόλο που είχε μια ελαφριά ξένη προφορά, κανείς δεν υποπτεύθηκε ποτέ κάτι.Οι γείτονες την ήξεραν για τα περίφημα κέικ της -Ομως αυτή η νοικοκυρά ήταν κατάσκοπος των Ρώσων.

Οι γείτονές της δεν είχαν ιδέα για το μεγάλο μυστικό της: Στο σπίτι όπου ζούσε με τα τρία παιδιά της και τον σύζυγό της, Λεν, είχε κατασκευάσει έναν ισχυρό ραδιοπομπό, ο οποίος ήταν συντονισμένος στα κεντρικά γραφεία των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών στη Μόσχα.

Η γυναίκα που γνώριζαν ως κυρία Μπάρτον (Burton) ήταν πραγματικά η συνταγματάρχης Ursula Kuczynski του Κόκκινου Στρατού, μία αφοσιωμένη κομμουνίστρια, μία παρασημοφορημένη σοβιετική αξιωματικός στρατιωτικών μυστικών πληροφοριών και μία πολύ εκπαιδευμένη κατάσκοπος που είχε διεξαγάγει κατασκοπευτικές επιχειρήσεις στην Κίνα, την Πολωνία και την Ελβετία, προτού έρθει στη Βρετανία, με εντολή της Μόσχας.
Δεν γνώριζαν ότι ήταν Γερμανο-Εβραία, φανατική αντίπαλος του Ναζισμού που – ως έμπειρη και εξειδικευμένη τεχνικός ραδιοφώνου, αρχικατάσκοπος, μεταφορέας, σαμποτέρ, κατασκευαστής βομβών και μυστική πράκτορας – κατασκόπευε τους φασίστες στον πόλεμο.
Και ακολούθως κατασκόπευε τη Βρετανία και την Αμερική στον νέο Ψυχρό Πόλεμο, διαμορφώνοντας το μέλλον του κόσμου βοηθώντας τη Σοβιετική Ένωση να κατασκευάσει μια ατομική βόμβα.
Επί χρόνια, η Ursula – με την κωδική ονομασία Sonya – διέθετε ένα δίκτυο κομμουνιστών κατασκόπων βαθιά μέσα στο ερευνητικό πρόγραμμα ατομικών όπλων της Βρετανίας, μεταφέροντας πληροφορίες στη Μόσχα που θα επέτρεπαν στους σοβιετικούς επιστήμονες να φτιάξουν τη δική τους πυρηνική βόμβα.
Όταν ανέβαινε στο ποδήλατό της με το δελτίο αγοράς τροφίμων και τις τσάντες της, ουσιαστικά πήγαινε να μάθει “θανατηφόρα μυστικά”, κλέβοντας την επιστήμη των ατομικών όπλων από τη μία πλευρά για να τη δώσει στην άλλη.

Πώς έγινε κατάσκοπος

Αυτή η φαινομενικά ήσυχη νοικοκυρά και μητέρα ήταν μία παίκτρια στην παγκόσμια σκηνή. Αλλά πώς προέκυψαν όλα αυτά; Αυτό που την έκανε να ξεκινήσει για πρώτη φορά την καριέρα της ως κατάσκοπος, ήταν μια παθιασμένη σχέση με έναν όμορφο Ρώσο μυστικό πράκτορα, τον οποίο αγαπούσε και έχασε, αλλά συνέχισε να λατρεύει για την υπόλοιπη μακρά ζωή της.

Η εξαιρετική ιστορία της ξεκινά στο Βερολίνο, όπου το 1907 γεννήθηκε σε μια οικογένεια ένθερμων αριστερών Εβραίων διανοουμένων. Μεγαλωμένη σε ριζοσπαστικό περιβάλλον, ήταν 16 ετών όταν συμμετείχε στην παρέλαση της Πρωτομαγιάς στη γερμανική πρωτεύουσα. Η αστυνομία την κατηγόρησε και η «Whirl», όπως τη φώναζαν οι φίλοι της λόγω της αγάπης της για το χορό, ξυλοκοπήθηκε άγρια στην πλάτη της με ένα κλομπ.

Οι μώλωπες ξεθώριασαν, αλλά η οργή της και η αποφασιστικότητά της να αλλάξει τον κόσμο δεν έφυγαν ποτέ. Αυτή ήταν η στιγμή που αφιερώθηκε στον κομμουνιστικό σκοπό και θα ρίσκαρε τα πάντα για να τον υπερασπιστεί και να τον προωθήσει. Η έφηβη Ούρσουλα, δεν ήταν κλασικά όμορφη, αλλά απέπνεε μια ισχυρή σεξουαλική γοητεία που οι άντρες έβρισκαν ακαταμάχητη. Ένας από αυτούς ήταν ένας φοιτητής αρχιτεκτονικής με το όνομα Ρούντολφ Χάμπουργκερ και, αν και δεν ήταν τόσο αριστερός όσο αυτή, τον ερωτεύτηκε.

Παντρεύτηκαν το 1929, αλλά όταν αποφοίτησε το επόμενο έτος, η οικονομική ύφεση σήμαινε ότι δεν υπήρχε δουλειά στη Γερμανία για τους αρχιτέκτονες. Στον Χάρμπουρηκερ παρουσιάστηκε μια δουλειά στη Σαγκάη και έτσι, ο Χάρμπουργκερ και η Ουρσούλα κατευθύνθηκαν ανατολικά, σε μια χώρα που το κομμουνιστικό κόμμα ήταν παράνομο, οι κομμουνιστές καταδιώκονταν και εξοντώνονταν.
Το ζευγάρι για λίγο έζησε την πολυτελή ζωή των προνομιούχων δυτικών, την ώρα που περιβάλλονταν από εκατομμύρια Κινέζους που ζεύσαν μέσα στην αθλιότητα. Η πόλη ήταν επίσης η πρωτεύουσα της κατασκοπείας της Ανατολής. Ενώ οι εκπατρισμένοι σαν αυτή, χόρευαν και περνούσαν ευχάριστα την ώρα τους, κάτω από την επιφάνεια της κοινωνίας της Σαγκάης εξελίσσονταν ένας βάναυσος, ημι-μυστικός πόλεμος κατασκοπείας. Πράκτορες της εθνικιστικής κυβέρνησης της Κίνας κατασκόπευαν τους εγχώριους και ξένους κομμουνιστές. Οι κρυφοί κομμουνιστές κατασκόπευαν την κυβέρνηση και ο ένας τον άλλον. Η Σοβιετική Ένωση, βλέποντας την Κίνα ως το λίκνο για την επόμενη φάση της παγκόσμιας επανάστασης, ανέπτυξε έναν στρατό μυστικών πρακτόρων και πληροφοριοδοτών, ενώ οι Βρετανοί, με αμερικανική βοήθεια, κατασκόπευαν του πάντες, όλη την ώρα.

Η κατάσταση άφησε την Ουρσούλα μπερδεμένη. «Βρήκα τη βρωμιά, τη φτώχεια και τη σκληρότητα αποκρουστική», θυμάται. «Ρώτησα τον εαυτό μου αν ήμουν μόνο κομμουνίστρια στη θεωρία». Αναρωτήθηκε αν είχε το στομάχι για τη ζοφερή, ηθικά αντιφατική και συχνά βίαιη πραγματικότητα της επανάστασης. Θα μπορούσε κάποιος να είναι επαναστατικός και να απολαμβάνει ακόμα καλά πράγματα, όπως καινούργια ρούχα;

Αλλά στη συνέχεια συνάντησε μία Αμερικανίδα δημοσιογράφο, την Άγκνες Σμέντλεϊ, μια αμφιφυλόφιλη επαναστάτρια με έντονη προσωπικότητα, που έφερε ένα περίστροφο στην τσάντα της και ήταν στη μαύρη λίστα των επικίνδυνων για την ανατροπή της κινεζικής κυβέρνησης. Οι δύο γυναίκες έγιναν αχώριστες καθώς η Άγκνες εισήγαγε την Ούρσουλα σε ένα μυστικό δίκτυο κομμουνιστών υποστηρικτών.

Μια μέρα, η Ουρσούλα κλήθηκε να περιμένει έναν επισκέπτη, και στο σπίτι της βρέθηκε ένας άντρας 35 ετών, που συστήθηκε ως «ο κ. Ρίτσαρντ Τζόνσον». Ο Ουρσούλα μαγεύτηκε αμέσως από την εξαιρετική του εμφάνιση: «Είχε πυκνά κυματιστά μαλλιά, έντονα μπλε μάτια, πλαισιωμένα από σκούρες βλεφαρίδες και ένα στόμα, όμορφα σχηματισμένο». Κούτσαινε έντονα και είχε ισχυρή γερμανική προφορά. Έλειπαν τρία δάχτυλα του αριστερού του χεριού. Εξέπεμπε γοητεία και κίνδυνο. Το πραγματικό του όνομα ήταν ο Ρίτσαρντ Σορτζ. Ήταν ο τότε εραστής της Άγκνες, ο ανώτερος σοβιετικός κατάσκοπος στη Σαγκάη, έμπειρος στο να γοητεύει και αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών του Κόκκινου Στρατού.
Κάθισε δίπλα της στον καναπέ και ρώτησε αν ήταν έτοιμη να στηρίξει τους Κινέζους κομμουνιστές στον αγώνα τους. Η Ουρσούλα έγνεψε “ναι” ανυπόμονα και εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η διπλή ζωή της. Ο Ίαν Φλέμινγκ χαρακτήρισε τον γεννημένο στη Γερμανία Σορτζ, ως «τον πιο τρομερό κατάσκοπο στην ιστορία» και όντως έφερε μια ξεχωριστή ομοιότητα με τον φανταστικό Τζέιμς Μποντ, κυρίως για την εμφάνισή του, την όρεξη για αλκοόλ και την εκπληκτική, σχεδόν παθολογική, αδυναμία του στις γυναίκες.
Ένας αφοσιωμένος κομμουνιστής, ο Σορτζ, ήταν αυστηρά πειθαρχημένος στην κατασκοπεία και εξαιρετικά ακατάστατος στην προσωπική του ζωή. Έκλυτος, καλοπερασάκιας, γεννημένος ψεύτης με θανατηφόρο χάρισμα, απεριόριστη αλαζονεία, είχε μια μαγική δυνατότητα να ηρεμεί τους ανθρώπους και να φέρνει τις γυναίκες στο κρεβάτι. Ήταν επίσης σνομπ, σχολαστικός, συχνά μεθυσμένος, αγαπούσε τις γρήγορες μοτοσικλέτες και τη χαλαρή παρέα.
Η Ουρσούλα δούλευε γι’ αυτόν για αρκετούς μήνες, επιτρέποντάς του να χρησιμοποιήσει το σπίτι της για συναντήσεις με «ανατρεπτικά στοιχεία», όταν την ξάφνιασε με μια ερώτηση: «Θα θέλατε να κάνουμε μια βόλτα με τη μοτοσικλέτα μου;». Πήγαν και όπως έγραψε αργότερα η Ούρσουλα, «Όταν σταματήσαμε, ήμουν ένας αλλαγμένος άνθρωπος. Γέλασα, έκανα τρέλες και μιλούσα ασταμάτητα». Οι αναστολές της είχαν φύγει και έγινε γρήγορα η ερωμένη του. Μετά από αυτό, εντάχθηκε στον εσωτερικό κύκλο του Σορτζ. Έγινε σαφές για την Ουρσούλα ότι ο εραστής της ήταν ο εγκέφαλος μιας εκτεταμένης επιχείρησης πληροφοριών που συντονιζόταν και χρηματοδοτούνταν από τον Σοβιετικό Κόκκινο Στρατό, της οποίας ήταν πλέον αναπόσπαστο μέρος.
Αρχικά, τη χρησιμοποίησε για να μεταφέρει μηνύματα. Προχώρησε στη δακτυλογράφηση χειρόγραφων σημειώσεων πληροφοριών που είχε συγκεντρώσει κρυφά για στρατιωτικά ή οικονομικά θέματα, τα οποία στάλθηκαν στη Μόσχα. Έκρυβε τουφέκια, πιστόλια, πολυβόλα και πυρομαχικά για αυτόν στο ντουλάπι της κρεβατοκάμαράς της. Στην άλλη ζωή της, τη φανερή, οι Γερμανοί με τους οποίους συναναστρεφόταν – δημοσιογράφοι, στρατιωτικοί και επιχειρηματίες – ήταν πλέον πολύτιμες πηγές πληροφοριών.
Με την υποκίνηση του Σορτζ, άρχισε να δίνει μεγαλύτερη προσοχή στα κουτσομπολιά τους καθώς έπαιζε το ρόλο της βαριεστημένης νέας νοικοκυράς που της άρεσε απλά να ψωνίζει, χωρίς να την απασχολεί τίποτε άλλο. Στο σπίτι της, οι επισκέπτες κουβέντιαζαν ελεύθερα, αγνοώντας ότι η οικοδέσποινα ήταν κατάσκοπος.
Όπως πολλοί κατάσκοποι, η Ουρσούλα «μεθούσε» από τη συγκίνηση που ζούσε μια διπλή ζωή. Εκείνη και ο σύζυγός της Ρούντι είχαν τώρα έναν γιο, τον Μάικλ, και ήξερε ότι έθετε σε κίνδυνο τον εαυτό της και την οικογένειά της, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να την σταματήσει.
Την εποχή που ξεκίνησαν οι εκτεταμένες συλλήψεις κομμουνιστών στη Σαγκάη, ξυπνούσε δίπλα στον Ρούντι, με ένταση, γεμάτη αδρεναλίνη. Η κατασκοπεία είναι πολύ αγχωτική. Όπως ήταν άλλωστε όλα όσα έκανε: μεγάλωνε ένα παιδί, κουμάνταρε ένα νοικοκυριό σε μια ξένη χώρα και είχε μια κρυφή ερωτική σχέση. Όταν ο γάμος της διαλύθηκε κανείς δεν εξεπλάγην.

Η μυστική αστυνομία χτένιζε την πόλη, εισέβαλε σε σπίτια, αλλά δεν ήρθαν ποτέ στην πόρτα της ή στου Σορτζ. Είχε πάντα μια βαλίτσα έτοιμη για εκείνη και τον γιο της, σε περίπτωση που έπρεπε να φύγουν βιαστικά. Πήρε επίσης το ρίσκο να ομολογήσει στον Ρούντι ότι ήταν κομμουνίστρια κατάσκοπος.Μετά από δύο χρόνια μυστικής εργασίας, η Ουρσούλα, έγινε επαγγελματίας. «Γνώριζα συνεχώς την πιθανότητα να με συλλάβουν, και έτσι σκληραγωγήθηκα σωματικά για να βελτιώσω την αντίσταση μου», θυμάται.
Η Μόσχα άρχισε να προσέχει την «κατάσκοπο Sonya», στέλνοντας έναν ανώτατο αξιωματούχο κατασκοπείας για να την ελέγξει. Ήταν χαρούμενη και σίγουρη για το μυστικό της έργο – μέχρι που ένα βράδυ ο Σορτζ της τηλεφώνησε. Της έλεγε αντίο γιατί έφευγε την επόμενη μέρα. Είχε ανακληθεί στη Μόσχα και δεν θα επέστρεφε στην Κίνα.

Ο Ουρσούλα καταρρακώθηκε από τα νέα. Δεν τον ξανά είδε ποτέ. Ήταν συντετριμμένη. Χωρίς αυτόν, η Σαγκάη φαινόταν άχρωμη και θαμπή. Ήθελε να φύγει και σκέφτηκε να επιστρέψει στη Γερμανία, αλλά η άνοδος του Χίτλερ εκεί το έκανε αδύνατο. Οι κομμουνιστές συλλαμβάνονταν. Ο αδελφός και ο πατέρας της είχαν κρυφτεί. Το όνομά της ήταν στη λίστα της Γκεστάπο.

Στη Σαγκάη μια εβδομάδα αργότερα, η Ούρσουλα έλαβε ένα μήνυμα από το Κέντρο. Θα πήγαινε στη Μόσχα για ένα εξάμηνο εκπαιδευτικό μάθημα. Χωρίς να της εγγυηθεί κανείς ότι θα επέστρεφε στη Σαγκάη μόλις αυτό τελείωνε. Αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να αφήσει τον σύζυγό της και, το πιο σημαντικό γι’ αυτήν, τον γιο της. Η Ουρσούλα δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ μια τόσο οδυνηρή απόφαση – να επιλέξει μεταξύ του παιδιού της και της ιδεολογίας της, της οικογένειάς της και της κατασκοπείας.

«Η σκέψη να εγκαταλείψω τη δουλειά μου δεν μου πέρασε ποτέ από το νου», έγραψε αργότερα. «Η απόφασή μου ελήφθη γρήγορα». Θα πήγαινε στη Μόσχα, όπου ήλπιζε να συναντήσει ξανά τυχαία, τον Σορτζ. Ήξερε ότι πιθανότατα δεν την αγαπούσε, όπως δεν αγαπούσε καμία από τις γυναίκες με τις οποίες σχετίζονταν. Αλλά λαχταρούσε να τον δει για άλλη μια φορά. Ο 2χρονος γιος της Μάικλ πήγε στους γονείς του Ρούντι, που ζούσαν σε ένα ορεινό σαλέ στην Τσεχοσλοβακία. Το βράδυ πριν φύγει για Μόσχα η Ούρσουλα, το αγοράκι την παρακαλούσε «Μαμά μείνε». Η Ούρσουλα περίμενε μέχρι να κοιμηθεί πριν φύγει μακριά, κλαίγοντας σιωπηλά. Το αποτέλεσμα του αποχωρισμού, ήταν να αφήσει ένα μόνιμο ψυχολογικό τραύμα στον γιο της, αλλά και στην ίδια. Υπερασπίστηκε αυτή την απόφαση για το υπόλοιπο της ζωής της, αλλά ποτέ δεν συγχώρησε τον εαυτό της.

Αφού ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή της, διορίστηκε τον Φεβρουάριο του 1934 στο Mukden, στην καρδιά της ταραχώδης Μαντζουρίας (Manchuria), πρώην κινέζικης περιοχής, που είχε καταληφθεί τότε από την Ιαπωνία. Εκεί, ανώτερός της έγινε ο «Ernst», ένας Γερμανός πρώην ναυτικός τον οποίο είχε γνωρίσει ήδη από την ραδιοφωνική εκπαίδευση της Μόσχας. Το ζευγάρι απέκτησε αργότερα μια κόρη, την Janina, που γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1936. Αφού ολοκλήρωσε το έργο της ως δίαυλος μεταξύ Ρώσων και Κινέζων παρτιζάνων οι οποίοι πολεμούσαν τους Ιάπωνες, διέφυγε στην Πολωνία και αργότερα στην Ελβετία.

Μπερδεύοντας τα πολιτικά με τα προσωπικά για άλλη μια φορά, οι “από πάνω της” της πάντρεψαν με τον Len Beurton, έναν Άγγλο κομμουνιστή που πολέμησε γενναία στο πλευρό των διεθνών ταξιαρχιών και του οποίου η Βρετανική υπηκοότητα θα επέτρεπε την είσοδο της στην Βρετανία. Τον Μάιο του 1941 μπόρεσε να συναντηθεί στο Λονδίνο με τον «Sergej», το νέο πρόσωπο ελέγχου του Κόκκινου Στρατού. Την περίοδο που ζούσε κοντά στην Οξφόρδη, γνωρίστηκε με τον Klaus Fuchs, έναν Γερμανό πολιτικό εξόριστο, που δούλευε στην μυστική Βρετανική έρευνα για τα πυρηνικά. Οι δυο τους, συναντιόνταν και αντάλλασσαν κλεμμένα αρχεία που σχετίζονταν με την έρευνα του Σχεδίου Μανχάταν (Manhattan Project) για τη δημιουργία μιας ατομικής βόμβας. Η Ούρσουλα ενημέρωνε τη Μόσχα για τα αρχεία αυτά, μέσω του αυτοσχέδιου ραδιοφώνου της. Εκτός από τον Fuchs συνάντησε κι άλλους πράκτορες, συμπεριλαμβανομένου και ενός αξιωματικού της βασιλικής αεροπορίας, έναν χημικό, έναν ειδικό στα ραντάρ των υποβρυχίων, Γερμανούς που δούλευαν για το Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών των Η.Π.Α., τον αδελφό της Juergen (που είχε προσληφθεί από το Γραφείο Στρατού Βομβιστικής Στρατηγικής των Η.Π.Α.), ακόμα και τον πατέρα της.

Το 1946, η Μόσχα διέκοψε την επικοινωνία με την Ούρσουλα. Κάποια στιγμή βρήκε ένα κωδικοποιημένο μήνυμα το οποίο της έλεγε ότι μπορούσε να πάει στο Ανατολικό Βερολίνο. Έθαψε το ραδιόφωνό της, αγόρασε τέσσερις σάκους του στρατού των Η.Π.Α. και πήρε μαζί της την Janina και τον Peter (τον τρίτο, μικρότερο γιο της) στο Δυτικό Βερολίνο. Ο Λεν και ο γιος της Μάικλ πήγαν και αυτοί το 1951. Επιστρέφοντας στην συγγραφή, εξέδωσε μερικά διηγήματα, μια βιογραφία της Olga Benario (μια Γερμανίδα κομμουνίστρια που δολοφονήθηκε από τους Γερμανούς στους θαλάμους αερίων το 1942) και την αυτοβιογραφία της το 1991.

Δύο φορές τιμήθηκε με το Κόκκινο Λάβαρο, το υψηλότερο Σοβιετικό παράσημο του στρατού, ενώ επίσης κατείχε βαθμό συνταγματάρχησας του Κόκκινου Στρατού. Πέθανε στο Βερολίνο, στις 7 Ιουλίου του 2000, 93 ετών, αφήνοντας πίσω της, τις τρεις αδελφές της, τρία παιδιά και πέντε εγγόνια.

«Πολέμησα ενάντια στον φασισμό» είπε στα τελευταία χρόνια της ζωής της. «Σε κάθε περίπτωση, μπορώ να κρατάω το κεφάλι μου ψηλά για αυτό τον λόγο». Όσο για τις φιλίες που απέκτησε στην Αγγλία καθ’ όλη τη διάρκεια της διαμονής εκεί, είπε απλά ότι: «Είχα φίλους και ήταν καλοί άνθρωποι. Δε τους είπα ψέματα. Απλά δε τους έλεγα τι έκανα, αυτό ήταν όλο». Οι γείτονες την ήξεραν για τα περίφημα κέικ της -Ομως αυτή η νοικοκυρά ήταν κατάσκοπος των Ρώσων.

Share.

Comments are closed.