Έτσι με ξεφτιλίζει η Αφέντρα μου

0

Ο σκύλος με κοιτούσε –αδιάφορος ή αγριεμένος, δε μπορώ να πω. Στεκόταν ακίνητος, στα δύο πόδια, κοιτώντας δεξιά αριστερά ευθεία. Έμοιαζε σαν να περίμενε μια εντολή. «Μαξ, παρ’ τον».
Όχι μόνο το σώμα, αλλά και το μυαλό μου είχε παγώσει καθώς ήμουν ξαπλωμένος εδώ και τέσσερις ώρες, τελείως γυμνός, με το δεξί μάγουλο να ακουμπά στο μαρμάρινο παγωμένο δάπεδο. Ακίνητος.
Και οι δύο, εγώ κι ο σκύλος, ακούγαμε την Κυρά μας στο μπάνιο. Τραγουδούσε απολαμβάνοντας ένα ζεστό μπάνιο, με τη δούλα της (μια λεσβία 22χρονη αλβανίδα, που είχε αγοράσει από τον πατέρα της, όταν ακόμα ήταν ανήλικη) να την τρίβει παντού. Εγώ, όμως, είχα αρχίσει να μουδιάζω, τόση ώρα γυμνός, πάνω στο μάρμαρο.
Η Κυρία ήθελε δυο πράγματα –εκτός από τα βασικά, υπακοή κ.λπ. Ήθελε να είμαι πάντα γυμνός. Τη διασκέδαζε να βλέπει το μονίμως μικρό και ζαρωμένο τσουτσούνι μου που την έκανε να γελάει. Τις άρεσε επίσης να με βάζει να σκύβω, να ανοίγω με τα χέρια μου τον κώλο και να περιμένω να επιθεωρήσει ή να με δαχτυλιάσει.
Ήθελε επίσης να σέρνομαι, ούτε καν στα τέσσερα. Μου έλεγε πως είμαι κατώτερος των κατωτέρων, πιο κάτω και από ζώο. «Είσαι σκλάβος του Μαξ» μου έλεγε και συχνά με απειλούσε πως θα τον βάλει να με γαμήσει. Φοβόμουν πως το εννοούσε. Ήξερα πως το είχε κάνει στη δούλα Της. Η δούλα την είχε ερωτευτεί (εδώ που τα λέμε δεν ήταν και δύσκολο να ερωτευτείς μια τέτοια θεότητα) και όταν την απείλησε να την διώξει, η δούλα για να δείξει πόσο αποφασισμένη ήταν, ζήτησε από Εκείνη να τις επιβάλλει το πιο δύσκολο πράγμα: «Θα κάτσεις να σε γαμήσει ο Μάξ», της είπε. Η δούλα τρελάθηκε, ούτε που φανταζόταν πόση διαστροφή κρύβει ένα τόσο όμορφο κεφάλι. Πάλεψε μέσα της αλλά ο φόβος να χάσει την όμορφη κυρά της υπερίσχυσε.

Μια μέρα που είχε περίοδο, η Κυρία την πρόσταξε να στηθεί στα τέσσερα και έφερε τον τρελαμένο Μαξ που μύριζε σαν τρελός τον αέρα. Όταν την αντιλήφθηκε εκεί, ματωμένη, μυρωδάτη, ανοιχτή σαν κόκκινο τριαντάφυλλο, κόντεψε να σπάσει το λουρί από τη λύσσα. Η Κυρά του τον άφησε κι εκείνος όρμησε καταπάνω της και σκαρφάλωσε μπήγοντας τα νύχια του στην σάρκα της. Αφού την ξέσκισε με τα νύχια του, για να μπορέσει να κρατηθεί και να ισορροπήσει, βρήκε την τρύπα και μπήκε μέσα της. Η δούλα ούρλιαζε, ανάμικτα από φόβο και πόνο, αλλά η Κυρά της, ένα μόνο της έλεγε: «Σκάσε βρώμα. Δείξε στην Κυρά σου την υποταγή σου». Ο Μαρξ βγήκε μέσα της σε λίγα δευτερόλεπτα (ευτυχώς), αλλά αυτός ο χρόνος έφτανε για να μετατρέψουν τη δούλα σε κουρέλι. Ό,τι ακριβώς της χρειαζόταν, εδώ που τα λέμε.

Τι έλεγα; Α, ναι. Μου είχε απαγορεύσει να περπατάω έστω στα τέσσερα (εκτός από μία περίπτωση που θα σας πως σε λίγο). «Μόνο να σούρνεσαι σου αξίζει», μου έλεγε. «Υπάρχουν οι άνθρωποι, υπάρχουν τα ζώα και υπάρχεις κι εσύ. Είσαι πιο κάτω κι από ζώο, δεν αξίζεις ούτε για να σε φτύνω, δεν αξίζεις ούτε για να καθαρίζεις τις σόλες των παπουτσιών μου. Δεν αξίζεις ούτε για να καθαρίζεις την τουαλέτα, απορώ γιατί δε σε ταΐζω στο Μαξ».

Την διασκέδαζε να σέρνομαι και να παρακαλάω να με λυπηθεί. Να κλαψομουνεύω, όπως έλεγε. «έλα, παρακάλα να σε λυπηθώ», μου έλεγε. Κι εγώ άρχιζα να μουρμουράω… «σας παρακαλώ λυπηθείτε με, μην με δείρετε, λυπηθείτε με μην με διώξετε». «Κλάψε» πρόσταζε λίγο μετά κι εγώ έπρεπε να βάλω τα κλάματα και να παρακαλάω ανάμεσα στους λυγμούς.

Γεγονός είναι πως έπρεπε να παρακαλάω για τα πάντα. Ακόμα και για να πάω στην τουαλέτα. Είναι αμέτρητες οι φορές που μου το απαγόρευε και τα έκανα πάνω μου. Με έβαζε σαν τον Μαρξ να στέκομαι στα τέσσερα (η μόνη φορά που σας έλεγα) και να σηκώνω το πίσω πόδι όπως τα αρσενικά σκυλιά. Ξελιγωνόταν στα γέλια κι ακόμα περισσότερο όταν με έβαζε να γλείψω τις βρωμιές μου από το πάτωμα. Μια άλλη φορά, ήταν με μια φίλη της και ήθελαν να σπάσουν πλάκα. Η φούσκα μου πήγαινε να σπάσει, αλλά με έβαζε να πίνω νερό συνέχεια. Τελικά, λίγο πριν τα αμολήσω με έβαλε να ντυθώ και να σταθώ όρθιος και μετά με διέταξε να κατουρηθώ πάνω μου. Τα γέλια που κάνανε καθώς στεκόμουν βρεγμένος δεν περιγράφονται.

Αποποίηση ευθυνών: Όλα τα κείμενα της κατηγορίας, είναι έργα μυθοπλασίας!

Share.

Comments are closed.