Γιατί οι billionaires αγοράζουν ξαφνικά παραδοσιακά ΜΜΕ

0

Νέοι επιχειρηματίες ξοδεύουν εκατομμύρια για να αποκτήσουν εφημερίδες και περιοδικά όπως έγινε πρόσφατα με το αμερικανικό «Time» – Θέλουν να συμβάλουν στη διάσωση της «αδέσμευτης δημοσιογραφίας» ή διαθέτουν κρυφή ατζέντα;

Το οξύμωρο στην περίπτωση της εξαγοράς του «Time» είναι ότι ο νέος του ιδιοκτήτης, Μαρκ Μπενιόφ, είναι ένας άσημος δισεκατομμυριούχος. Ακόμη πιο παράδοξο και μάλλον αινιγματικό όμως είναι το κίνητρό του. Από επιχειρηματική άποψη, τα παραδοσιακά ΜΜΕ, στην καλύτερη περίπτωση, θεωρούνται επισφαλή. Στη χειρότερη, τοξικά. Ως προς τη συμμετοχή του «Time» σε παιχνίδια εξουσίας, ο Μπενιόφ, επισήμως τουλάχιστον, δηλώνει ότι δεν ενδιαφέρεται. Οπότε η μόνη εξήγηση για το ότι ο 54χρονος αυτοδημιούργητος μεγιστάνας της Salesforce κατέβαλε 190 εκατ. δολάρια για να αποκτήσει το «Time» είναι κάτι ιδεαλιστικό. Οπως η «προστασία της ελευθεροτυπίας» ή ακόμη και η καθαρή φιλανθρωπία.

Οπωσδήποτε πάντως, η εξαγορά του περιοδικού από τον Μαρκ Μπενιόφ, άλλον έναν Αμερικανό δισεκατομμυριούχο επιχειρηματία της ψηφιακής εποχής, ήταν μια είδηση που συντάραξε τον κλάδο των ΜΜΕ παγκοσμίως. Οσοι προσπάθησαν να αναλύσουν, να διακρίνουν τις ενδεχόμενες επιπτώσεις και τη βαθύτερη σημασία αυτής της αγοραπωλησίας τελικά δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να μηρυκάζουν μια γενικότερη, εισέτι άλυτη, απορία. Η οποία διατυπώνεται συνοπτικά ως εξής: «Γιατί ζάπλουτοι επιχειρηματίες, ο ένας μετά τον άλλον, ξοδεύουν εκατομμύρια για να αποκτήσουν συμβατικά αμερικανικά media, όπως οι εφημερίδες και τα περιοδικά; Και γιατί το κάνουν αυτό παρόλο που γνωρίζουν ότι τα Μέσα αυτού του είδους υφίστανται τρομακτικές πιέσεις ως επιχειρήσεις εξαιτίας της σαρωτικής ανάπτυξης των διαδικτυακών διαύλων ενημέρωσης; Τι μπορεί να σημαίνει αυτό το νέο κύμα ανάμειξης μεγιστάνων του πλούτου στα ΜΜΕ, ιδιαίτερα για την ανεξαρτησία του Τύπου;».

Ο Μαρκ Μπενιόφ μετά της συζύγου του, Λιν, εντάσσοντας το 95χρονο «Time» στην κολοσσιαία τους περιουσία, απέκτησαν αυτομάτως ιδιότητα μέλους στο κλαμπ των δισεκατομμυριούχων ιδιοκτητών ιστορικών media. Πλέον οι Μπενιόφ ανήκουν στην ίδια ελίτ με τον Τζεφ Μπέζος της Amazon («The Washington Post»), τη Λορίν Πάουελ, χήρα του Στιβ Τζομπς (περιοδικό «The Atlantic»), του Μάικλ Μπλούμπεργκ (περιοδικό «Businessweek» και τηλεοπτικός σταθμός Bloomberg News) κ.ά.

Η ανησυχία αφορά στο αν το «Time» τώρα που άλλαξε χέρια θα συνεχίσει να ταράζει τα νερά της πολιτικής -της παγκόσμιας ενίοτε- διακονώντας το είδος εκείνο της δημοσιογραφίας που αντιλαμβάνεται ως πρωταρχικό καθήκον τον έλεγχο της εξουσίας. Το «Time», με τα πρωτότυπα και σχεδόν πάντα εντυπωσιακά του εξώφυλλα, το τελευταίο διάστημα είχε μετατραπεί σε έναν από τους πλέον ανηλεείς επικριτές του Ντόναλντ Τραμπ. Παρ’ όλα αυτά, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ανέκαθεν φανατικός θαυμαστής του «Time», πρωτίστως όταν στο εξώφυλλό του αντίκριζε το πρόσωπό του ως «Προσωπικότητα της Χρονιάς» κ.λπ.

Σε ό,τι αφορά τον πολιτικό του προσανατολισμό, ο Μπενιόφ εσχάτως είχε κάνει, κατ’ επανάληψιν μάλιστα, επαινετικά σχόλια για τον Ντόναλντ Τραμπ και την οικονομική του πολιτική. Οπότε, ενστικτωδώς, δημιουργείται η υποψία ότι ο Μπενιόφ θα παρέμβει στο «Time» χαράσσοντας πιθανώς πορεία που θα ικανοποιεί και δεν θα ενοχλεί τον πρόεδρο. Βέβαια, ο Τραμπ έχει κηρύξει διαρκή και επίμονο πόλεμο στην πλειονότητα των αμερικανικών ΜΜΕ που τολμούν να του ασκούν κριτική. Από τη μήνη του προέδρου δεν έχει γλιτώσει ούτε η Amazon, μολονότι δεν ήταν η εταιρεία, αλλά ο ίδιος ο Τζεφ Μπέζος που εκταμίευσε τα 250 εκατ. δολάρια για να αγοράσει τη «Washington Post» το 2013. Το στοιχείο που περιπλέκει τα πράγματα και ενισχύει την αμηχανία γύρω από το τι κρύβεται πίσω από το όψιμο ενδιαφέρον των κροίσων νέας γενιάς για τα παλαιού τύπου ΜΜΕ συνιστά η διαπίστωση ότι οι καινούριοι ιδιοκτήτες δεν κάνουν παρεμβάσεις, δεν δίνουν γραμμή στις εφημερίδες και τα περιοδικά τους. Δεν τα χρησιμοποιούν ως προσωπικά φερέφωνα και όργανα μαζικής επιρροής υπέρ ή εναντίον κομμάτων, προσώπων κ.λπ. Επομένως, το θεμελιώδες ερώτημα τίθεται ξανά: γιατί μπαίνουν στον κόπο -και τα έξοδα- να ασχοληθούν με τα παραδοσιακά media; Ποιο είναι το σχέδιό τους; Και, ευρύτερα για τον χώρο, στο μέλλον θα επιβιώσουν μόνο εκείνα τα ΜΜΕ που θα έχουν υιοθετηθεί από κάποιον μαικήνα-προστάτη και γενναιόδωρο χρηματοδότη;

Ρομαντισμός και υστεροβουλία

Ηδη από το 2009 ο Γουόρεν Μπάφετ, ο τρίτος πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, είχε χαρακτηρίσει «ζοφερό» το μέλλον των εφημερίδων. Ωστόσο, ενάντια στην ίδια του την κρίση αλλά και τον κοινό νου, ο Μπάφετ το 2011 αγόρασε την εφημερίδα της γενέτειράς του, την «Omaha World-Herald». Μαζί με αυτήν απέκτησε και αρκετά άλλα τοπικής εμβέλειας φύλλα σε διάφορες Πολιτείες των ΗΠΑ. Παρομοίως, υπήρξαν πολλοί που επέδειξαν προθυμία να γίνουν μιντιάρχες και δεν τους φόβισε η προοπτική να χάσουν μερικές δεκάδες εκατομμύρια σε έναν αγαθό σκοπό, όπως η παροχή οικονομικού οξυγόνου σε έντυπα ΜΜΕ. Τουλάχιστον επί των ημερών του Μπέζος, οι συνδρομές στην ψηφιακή έκδοση της «Washington Post» αυξήθηκαν και η εφημερίδα πλέον δεν αντιμετωπίζει οικονομικό πρόβλημα. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, παρά την εξαγορά τους από ζάπλουτους, οι εφημερίδες υπέκυψαν στη μοίρα τους και αναγκάστηκαν να απολύσουν προσωπικό.

Γενικότερα, πάντως, παρόλο που μοιάζει υπερβολικά αθώα, αγνή και ρομαντική για να ισχύει, δεν εκφράζεται μόνο ως ανέκδοτο η άποψη ότι δισεκατομμυριούχοι όπως ο Μαρκ Μπενιόφ απλώς δεν έχουν κανέναν απώτερο στόχο και καμία κρυφή πολιτική ατζέντα. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, δεν αγοράζουν εφημερίδες και περιοδικά επειδή αποσκοπούν σε κάποιο συγκεκριμένο, πλην άδηλο όφελος. Το κίνητρό τους είναι να συμβάλουν στη διάσωση της «αδέσμευτης δημοσιογραφίας», όπως συνήθως λένε δημοσίως.

Ο Πάτρικ Σουν-Σιονγκ έχει προσωπική περιουσία περί τα 9 δισ. δολάρια. Πρόκειται για κάποιον που ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως γιατρός και κατέληξε με μια αυτοκρατορία από επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο της υγείας. Τον προηγούμενο Φεβρουάριο κατέβαλε περίπου 600 εκατ. δολάρια προκειμένου να αγοράσει ιστορικές εφημερίδες όπως οι «Los Angeles Times», η «San Diego Tribune», η ισπανόφωνη «Hoy Los Angeles», καθώς και κάποιες τοπικές μικρότερης κυκλοφορίας. Το γιατί το έκανε το εξηγεί ο ίδιος: «Τελικά, είναι μια βαθιά προσωπική απόφαση που πήρα μόνος μου. Μεγάλωσα στο απαρτχάιντ της Νότιας Αφρικής και γι’ αυτό καταλαβαίνω τον ρόλο που οφείλει να διαδραματίζει η δημοσιογραφία σε μια ελεύθερη κοινωνία».

Προς επίρρωσιν αυτής της άποψης, οι μοντέρνοι κροίσοι μιλούν για τους κινδύνους που απειλούν τη σημερινή δημοκρατία. Η κατάρρευση και, ακόμη χειρότερα, η επαπειλούμενη (ή, για ορισμένους, η επικείμενη) εξαφάνιση των εφημερίδων και των περιοδικών, δηλαδή των οργανισμών που κατέχουν την τεχνογνωσία και τον μηχανισμό παραγωγής έγκυρης ενημέρωσης, θα καταφέρουν συντριπτικά πλήγματα στα θεμέλια της κοινωνίας των πολιτών. Ακριβώς επειδή είναι σχετικά νέοι, οι μεγιστάνες αντιλαμβάνονται πολύ καλά απειλές όπως το φαινόμενο των fake news. Ταυτόχρονα θεωρούν ότι οφείλουν να υψώσουν ένα ανάχωμα στη διαχείριση της ειδησεογραφίας από την ίδια την εκτελεστική εξουσία, κάτι που συμβαίνει κατεξοχήν με τον Ντόναλντ Τραμπ. Οπότε η εξαγορά εφημερίδων όπως η «Washington Post» και λίαν προσφάτως του «Time» μάλλον ακολουθεί την τάση των δισεκατομμυριούχων να επιστρέφουν μέρος των κερδών τους στην κοινωνία. Ακόμη κι αν το κάνουν αυτό αντί της απευθείας καταβολής φόρων.

Μαρκ Μπενιόφ: Εβγαζε 1,500 δολ. τον μήνα σε ηλικία 16 ετών

Ο Μαρκ Μπενιόφ γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο και, όπως λέει, «διδάχτηκα την εργασιακή ηθική από τον πατέρα μου στο πολυκατάστημα που διατηρούσε». Ως παιδί με εξαιρετική ευφυΐα και ροπή προς τους υπολογιστές, ο Μαρκ ήδη από τα 15 του δημιουργούσε ηλεκτρονικά παιχνίδια και τα πουλούσε στις εταιρείες της εποχής, όπως η Atari.

Στα 16 του είχε καταφέρει να έχει έσοδα περίπου 1.500 δολαρίων τον μήνα, γεγονός που του επέτρεψε να αυτοχρηματοδοτήσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας. Στη θερινή ανάπαυλα κάποιου έτους των σπουδών του έκανε πρακτική στην Apple ως προγραμματιστής. Η συνεργασία του με τον Στιβ Τζομπς τον ενέπνευσε και τον επηρέασε βαθιά, παρόλο που στην αρχή της δεκαετίας του ’80 η Apple ήταν ακόμη και η ίδια στα σπάργανα.

Ο Μαρκ σκόπευε να αφοσιωθεί στη δουλειά του προγραμματιστή, ένας καθηγητής του όμως στο πανεπιστήμιο διέκρινε το επιχειρηματικό του πνεύμα. Γι’ αυτό και ο Μπενιόφ δοκίμασε να εργαστεί στο τμήμα υποστήριξης πελατών της Oracle, μιας εταιρείας λογισμικού που αναπτυσσόταν τάχιστα εκείνη την εποχή. Μέσα σε μερικά χρόνια και ενώ ο Μαρκ ήταν μόλις 26 ετών, έφτασε στη θέση του αντιπροέδρου της Oracle με ετήσιες αποδοχές 300.000 δολαρίων.

Ωστόσο, ο ίδιος ήξερε ότι δεν είχε κατακτήσει την απόλυτη επιτυχία. Παρά τη στενή προσωπική φιλία με τον πλέιμποι Λάρι Ελισον, τον ιδρυτή της Oracle, ο Μπενιόφ εγκατέλειψε την εταιρεία ύστερα από 13 χρόνια. Μαζί με κάποια άλλα στελέχη της ίδρυσε τη Salesforce, έναν οργανισμό παροχής ψηφιακών λύσεων για εμπορικές επιχειρήσεις. Η βασική διαφορά με την Oracle και άλλες επιχειρήσεις του κλάδου ήταν ότι η Salesforce δεν πουλούσε λογισμικό, αλλά παραχωρούσε δικαίωμα χρήσης των προγραμμάτων της στους πελάτες.

Η πρόσβαση γινόταν μέσω Διαδικτύου, κάτι εντελώς επαναστατικό για την εποχή, και αυτή η πρωτότυπη ιδέα του Μπενιόφ έγινε η συνταγή μιας πρωτοφανούς επιτυχίας: από την ίδρυσή της το 1999 έως σήμερα η Salesforce μεταμορφώθηκε σε έναν κολοσσό με κεφαλαιοποίηση 108 δισ. δολαρίων, ετήσιο τζίρο 10 δισ. και εργατικό δυναμικό 30.000 ατόμων. Η προσωπική περιουσία του Μπενιόφ υπερβαίνει τα 6 δισ. δολάρια, μέρος της οποίας οφείλεται στη συγγραφική του δραστηριότητα. Αποτυπώνοντας την εμπειρία του σε εγχειρίδια για επιτυχημένους μάνατζερ και επιχειρηματίες, κατέκτησε και την κορυφή των παγκόσμιων μπεστ σέλερ.

Ως προς την προσωπική του ζωή, είναι παντρεμένος με τη Λιν, η οποία διετέλεσε και αυτή ανώτατο διοικητικό στέλεχος σε εταιρείες δημοσίων σχέσεων προτού ασχοληθεί σε κοινωφελείς δράσεις, και έχουν δύο παιδιά. Ο Μαρκ Μπενιόφ, παρεμπιπτόντως, είναι μακρινός συγγενής του Ντέιβιντ Μπενιόφ, σεναριογράφου και συνδημιουργού της περίφημης τηλεοπτικής σειράς «Game of Thrones». http://www.thepaper.gr

Share.

Comments are closed.