«Φτάνοντας σε έναν αμυδρά φωτισμένο χωματόδρομο μέσα στη ζέστη της κολομβιανής νύχτας, οι μόνοι θόρυβοι που έσπαγαν τη νεκρική σιγή ήταν ο μακρινός ήχος ενός αυτοκινήτου και οι παλμοί της καρδιάς μου.
Δεν έχω την παραμικρή ιδέα για το πώς φτάσαμε ως εδώ. Η τοποθεσία κρατήθηκε μυστική για 16 χιλιόμετρα – ασχέτως αν μου φάνηκαν 160 – καθώς η συμφωνία ήταν να μην βλέπω που κατευθυνόμαστε με το αυτοκίνητο».
Ο δημοσιογράφος της Mirror Κρίστοφερ Μπάκτιν είχε μόλις φτάσει στον τόπο της πιο επικίνδυνης επαγγελματικής αποστολής που είχε ποτέ. Υπό άλλες συνθήκες, θα επρόκειτο πιθανότατα για τον τόπο του (δικού του) εγκλήματος…
«”Κάποτε δεν ένιωθα τίποτα με τις δολοφονίες δημοσιογράφων. Ήταν από τις πιο εύκολες…”, ακούγεται ξαφνικά η χαμογελαστή φωνή ενός ανθρώπου που εμφανίστηκε μπροστά μου από το πουθενά».
Ήταν αυτός που είχε φτάσει για να συναντήσει. Ένας από τους πιο επικίνδυνους ανθρώπους στον κόσμο, ο επικεφαλής εκτελέσεων του Πάμπλο Εσκομπάρ.
«Μπανγκ-μπανγκ: δύο σφαίρες, σε οποιονδήποτε από τους δύο κροτάφους. Η ζωή σου τελειώνει μέσα στον χτύπο μιας καρδιάς», λέει ο διαβόητος Τζον Χάιρο Βελάσκες, τείνοντας προς το κεφάλι του Μπάτκιν με το χέρι του σε σχηματισμό όπλου.
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε την Κυριακή στη «Sunday Mirror», ο Βρετανός δημοσιογράφος είναι αυτός που διηγείται όλα τα παραπάνω, άρα είμαστε βέβαιοι ότι βγήκε… ζωντανός από το άντρο του πιο αδίστακτου εκτελεστή εν καιρώ ειρήνης.
Οι αριθμοί και μόνο συγκλονίζουν: Το πρωτοπαλίκαρο του Πάμπλο Εσκομπάρ έχει σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια περίπου 300 ανθρώπους, ενώ θεωρείται ότι έχει οργανώσει τις δολοφονίες περίπου 3.000 – μεταξύ των οποίων δημοσιογράφοι, πολιτικοί και κάθε λογής αντίπαλοι του «Βαρόνου της κοκαΐνης».
Ο Βελάσκες έσπασε τη σιωπή του δύο χρόνια μετά την αποφυλάκιση του, με τον Μπάτκιν να τον συναντά… κάπου στην Κολομβία, φυλασσόμενο 24 ώρες το 24ωρο. Γνωστός με το προσωνύμιο «Ποπάι», θεωρείται επίσης ο «εγκέφαλος» πίσω από 200 βόμβες σε αυτοκίνητα κατά τη διάρκεια του «πολέμου» ανάμεσα στο καρτέλ του Μεντεγίν του Εσκομπάρ εναντίον των αντιπάλων του και των κολομβιανών Αρχών. Ακόμη, είναι υπεύθυνος για γνωστές υποθέσεις απαγωγών, μεταξύ των οποίων και του γενικού εισαγγελέα Κάρλος Μάουρο Χόγιος το 1988. Είχε τον τίτλο «Asesino de confianza de Pablo Escobar» («Έμπιστος Δολοφόνος του Πάμπλο Εσκομπάρ») και αργότερα ομολόγησε πως ήταν ο ίδιος που σκότωσε τον απαχθέντα Χόγιος. Μολονότι δεν αποποιείται σχεδόν τίποτε απ’ όλα αυτά, η μοναδική δολοφονία για την οποία καταδικάστηκε είναι αυτή του υποψηφίου για την προεδρία Λουΐς Κάρλος Γκαλάν το 1989! Συνεργάστηκε με τις Αρχές δίνοντας ονόματα και διευθύνσεις και ύστερα από 22 χρόνια είναι έξω!
Σήμερα, εμφανισιακά δεν θυμίζει κάποιον που θα ενέπνεε τόσο τρόμο. «Πρέπει να καταλάβεις ότι ήμουν επαγγελματίας δολοφόνος. Όποτε αφαιρούσα μια ζωή, δεν ένιωθα τίποτα. Ούτε ντροπή, ούτε λύπη, ούτε χαρά. Ήταν απλά άλλη μια μέρα στη δουλειά, εκτελώντας τις εντολές του Δον Πάμπλο. Οι φόνοι ήταν εύκολοι. Ήμουν σε πόλεμο και σκότωναν την οικογένεια, τους φίλους και τους συναδέλφους μου. Τους έβρισκα αποκεφαλισμένους, με κομμένα μέλη. Έπρεπε να πολεμήσουμε τη φωτιά με τη φωτιά. Κατά τον πόλεμο, όταν το Search Bloc (σ.σ: ειδική ομάδα της αστυνομίας που στήθηκε για το κυνήγι του Εσκομπάρ) πήρε τον έλεγχο των νεκροτομείων στο Μεντεγίν, έβαζαν τους φίλους μου ζωντανούς σε κλιβάνους και τους πετούσαν από ελικόπτερα, από ύψη άνω των 300 μέτρων. Τους έβρισκα με τρυπανισμένα γόνατα, δόντια και εγκεφάλους».
«Οπότε αρχίσαμε να κάνουμε τα ίδια, και περισσότερα, επειδή πρέπει να λειτουργείς έτσι για να επιζήσεις. Ήταν εύκολο να σκοτώνεις. Είχα μια δουλειά να κάνω, δεν μου ήταν πρόβλημα».
Ο «Ποπάι» συνάντησε τον Εσκομπάρ στα 17, αμέσως αφού βρέθηκε εκτός της σχολής της κολομβιανής αστυνομίας (καθότι το παιδικό του όνειρο ήταν να γίνει αστυνομικός!). Είχε άδεια οπλοφορίας, οπότε έπιασε δουλειά ως σωματοφύλακας μιας από τις ερωμένες του «βασιλιά της κοκαΐνης». Αλλά όταν η σχέση αυτή τελείωσε, ο Εσκομπάρ κράτησε τον «Ποπάι». «Όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά, ήταν σαν να έβλεπα θεό. Είχε αυτή την τρομερή παρουσία, σαν μια αύρα γύρω του. Είχε απίστευτο μαγνητισμό, αλλά ήταν και απίστευτα απλός. Την ημέρα που τον κοίταξα στα μάτια ήξερα πως θα πέθαινα για αυτόν αν χρειαζόταν. Παρά το πώς τον εμφανίζουν στις ταινίες, ήταν ένας πολύ ήσυχος άνθρωπος, ένας φίλος και πατρική φιγούρα! Όλα αυτά τα χρόνια δεν με απείλησε ποτέ, ούτε μία φορά. Απλά έκανα αυτά που μου έλεγε. Και ακόμα και αν δεν ήταν μορφωμένος, είχε απίστευτα μεγάλη… εγκληματική νοημοσύνη. Ήξερε πώς λειτουργούσαν οι άνθρωποι. Ο Δον Πάμπλο σεβόταν πολύ αυτούς που του ήταν πιστοί. Μάγευε τα μυαλά των ανθρώπων μέσω της φιλίας που τους έδειχνε. Ποτέ δεν φώναζε, ποτέ δεν έκανε κακεντρεχή σχόλια, τίποτα, ήταν ξεκάθαρος. Μιλούσε αργά, με πολύ σεβασμό, κοιτούσε τους πάντες στα μάτια όταν τους μιλούσε».
Ο πρώτος φόνος του «Ποπάι», όπως λέει, ήταν ενός οδηγού που απομακρύνθηκε ενώ μια ηλικιωμένη κατέβαινε από το λεωφορείο του, με αποτέλεσμα αυτή να πέσει και να πεθάνει αργότερα. «Ο γιος της ζήτησε την άδεια του Δον Πάμπλο, επειδή κανείς δεν μπορούσε να σκοτωθεί στην πόλη χωρίς αυτή. Ο Δον Πάμπλο είπε “ναι, βέβαια, του αξίζει να σκοτωθεί, είναι κακός”. Μου ανέθεσαν τη δουλειά και ακολούθησα τις εντολές του. Τον βρήκα και τον πυροβόλησα. Δεν ένιωσα τίποτα. Ήταν το ίδιο για όλους. Η ιδέα ότι κάποιος δεν μπορεί να κοιμηθεί επειδή σκέφτεται ότι σκότωσε κάποιον δεν είχε σχέση με εμένα. Αυτά που έκανα ποτέ δεν μου στέρησαν τον ύπνο…»
Η «δουλειά» του βέβαια του απέφερε τεράστια κέρδη. «Θυμάμαι ότι το λαχείο του Μεντεγίν πρόσφερε τότε 80 εκατ. πέσος και όταν ο Δον Πάμπλο μου ανέθεσε μια δολοφονία, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: “Ποπάι, πόσα δίνει η λοταρία; 80 εκατ. πέσος; Θα σε κάνω πιο πλούσιο από ό,τι θα σε έκανε το λαχείο. Θα σου δώσω 100 εκατ. πέσος (σ.σ: περίπου 33.000 δολάρια) αν πας τώρα, βρεις αυτό τον άνδρα και τον σκοτώσεις. Το έκανα και μου έδωσε τα χρήματα». Το πόσο ιλιγγιώδες είναι αυτό το ποσό φαίνεται απ’ το ότι σήμερα ο μέσος μισθός στην Κολομβία (ετησίως) είναι λίγο πάνω από τα 8.000 δολάρια.
Ο «Ποπάι» ήταν επίσης προσωπικός σωματοφύλακας του Εσκομπάρ. Όταν εκείνος «φυλακίστηκε» για πέντε χρόνια στη φυλακή που έφτιαξε ο ίδιος (La Catedral), κάνοντας συμφωνία με την κολομβιανή κυβέρνηση, πήγε και ο «Ποπάι». Παρά την υποτιθέμενη φυλάκιση, ο Εσκομπάρ διεύρυνε την «αυτοκρατορία» του βγάζοντας μυθικά κέρδη από το εμπόριο κοκαΐνης και δίνοντας ασταμάτητα εντολές για νέες δολοφονίες. Όταν έγινε γνωστό πως οι αδελφοί Μοντσάντα και Γκαλεάνο υπεξαιρούσαν χρήματα του καρτέλ του Μεντεγίν, ο Εσκομπάρ τους κάλεσε «για κουβέντα» στη La Catedral. Εκεί διέταξε τον βασανισμό και τη θανάτωσή τους. «Τους έκοψα τα χέρια και τα πόδια, και μετά έκαψα τα πτώματα. Μας αδίκησαν, το διορθώσαμε», λέει σα να πρόκειται για ένα συνηθισμένο μεροκάματο ο «Ποπάι».
Ο Βελάσκες παραδόθηκε στις αρχές το 1992, έναν χρόνο αφού ο Εσκομπάρ εκτελέστηκε από αστυνομικούς. «Δεν χρωστάω τίποτα σε κανέναν. Δεν έκανα τίποτα λάθος», είπε στους αστυνομικούς όταν συνελήφθη.
Πλέον ζει σε μυστική τοποθεσία και πιστεύει ότι η πιθανότητα να τον σκοτώσει κάποιος από τους πολλούς εχθρούς του είναι 80%, καθώς αποκάλυψε τα ονόματα μελών του καρτέλ στις Αρχές, στο πλαίσιο συμφωνίας.
Όσον αφορά στα θύματά του, επιμένει ότι ήταν «απώλειες πολέμου», ενώ δηλώνει και ο ίδιος «θύμα του Δον Πάμπλο». Σε ότι αφορά για το αν θα σκότωνε ξανά: «Ήμουν ένας επαγγελματίας δολοφόνος, πλέον όμως έχω μετανιώσει και αναμορφωθεί. Είμαι ακόμα ικανός να σκοτώσω, αλλά αν δεν με στριμώξουν ελπίζω ότι δεν θα χρειαστεί να το ξανακάνω. Αν είναι εφικτό θέλω να επανενταχθώ στην κοινωνία…»
http://www.koolnews.gr/
Πηγή: Mirror.co.uk