Η μεγάλη μπρούντζινη σκαλιστή καμπάνα τον έκρυβε από τα μάτια του κόσμου, που βρισκόταν συγκεντρωμένος στην πλατεία μπροστά από το Ναό της Αναλήψεως. Μια τεράστια αγορά απλωνόταν κάτω από τα πόδια του…
Αυτοσχέδιες τέντες στέγαζαν και οριοθετούσαν τα μαγαζιά των εμπόρων, των τεχνιτών και της υπόλοιπης παλέτας των επαγγελμάτων. Το μετάξι, το βαμβάκι και όλων των ειδών τα μπαχάρια αποτελούσαν τα βασικά εμπορικά προϊόντα, ενώ ακολουθούσαν η ζάχαρη και τα πορτοκάλια. Όλα σχεδόν τα αγαθά, που έφταναν στα παζάρια της Ιερουσαλήμ, διέσχιζαν εμπορικούς δρόμους από κάθε γωνιά της γης με συνηθέστερους αυτούς της Ευρώπης της Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Από το παζάρι δεν έλειπαν και τα εγχώρια προϊόντα, που καλλιεργούντουσαν κυρίως έξω από τα τείχη της πόλης, όπως το σιτάρι, τα σταφύλια και οι ελιές.
Ιδιαιτέρως κερδοφόρα ήταν τα μικρά μαγαζάκια με τα γιατρικά. Βότανα, ροφήματα και κάθε λογής μαντζούνια γέμιζαν τις τσέπες των φασαριόζων εμπόρων που έσκουζαν λυσσαλέα δεξιά κι αριστερά διαφημίζοντας τις εξαιρετικές ιαματικές δυνάμεις των προϊόντων τους. Παραδίπλα, πεταλωτές, μπαλωματές και ράφτρες μαζί με μια πλειάδα άλλων τεχνιτών νοίκιαζαν τις υπηρεσίες τους. Αν, πάλι, κάποιος πεινούσε μπορούσε γρήγορα να χορτάσει δοκιμάζοντας ντόπια εδέσματα στα υπαίθρια μικροσκοπικά μαγειρεία, καθώς και ξενόφερτες γεύσεις, αμφιβόλου όμως ποιότητας μα με σαφώς φτηνότερο κόστος.
Αρκετά, μικρά ξυπόλητα αλητάκια έτρεχαν πίσω από τους κυρίους και τις κυρίες και προσφερόντουσαν, έναντι πενιχρού αντιτίμου, να κουβαλήσουν τα ψώνια, τα ρούχα και ότι άλλο τους ζητούσαν οι συνήθως εύποροι αγοραστές. Όταν βέβαια τα αφεντικά δεν κοιτούσαν, όλο και κάτι γλιστρούσε «τυχαία» κάτω από τα τριμμένα κουρελάκια τους. Την εικόνα συμπλήρωναν ζητιάνοι που ήταν διεσπαρμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτουν όλη την έκταση της υπαίθριας αγοράς.
Οι βρισιές και οι φωνές από τα παζάρια μεταξύ πελατών και πωλητών, οι διαπληκτισμοί που τις περισσότερες φορές οδηγούσαν σε στενότερες επαφές των σωμάτων, τα κυνηγητά όταν κάποιος βούταγε κάτι χωρίς να πληρώσει, οι κραυγές και οι σπρωξιές των πραματευτάδων, συνέθεταν την ζωοφόρο, φάλτσα μελωδία άλλης μιας συνηθισμένης μέρας στην Βαβυλώνα.
Εκείνη η μέρα όμως δεν ήταν καθόλου συνηθισμένη. Το μεσημέρι το πλήθος θα μαζευόταν στο ανατολικό άκρο της πλατείας, απέναντι από το ναό, για να ακούσει τις αποφάσεις του βασιλιά για την νέα φορολογία και τα καινούρια μέτρα για το μέλλον της πόλης.
Το βλέμμα του σαν βλέμμα γερακιού… Έμοιαζε να παρακολουθεί υπομονετικά από ψηλά την λεία του. Και περίμενε… Περίμενε… Η ανάσα του σταθερή. Έβλεπε τα πάντα στη μικρή πλατεία, γνώριζε τα πάντα… Μα κυρίως γνώριζε αυτόν! Δεν τον είχε συναντήσει ποτέ μα ήξερε τα πάντα. Έπρεπε να ξέρει… Όφειλε να ξέρει…
Ο βασιλιάς, ήταν ιδιαίτερης ευφυΐας και μόρφωσης. Άνδρας γεροδεμένος, ικανός με το σπαθί με ισχυρό χαρακτήρα και τόλμη. Μιλούσε άπταιστα πολλές γλώσσες, ήταν ικανότατος πολιτικός και διπλωμάτης και έχαιρε απεριορίστου σεβασμού από τους ισχυρότερους ηγεμόνες των γύρω, και όχι μόνο, βασιλείων.
Φημολογούταν ότι η σιγουριά της εξουσίας του πήγαζε από την υποδόρια υποστήριξη των Ασσασίνων , καθώς και από τις ιδιαιτέρως καλές σχέσεις που είχε καταφέρει να έχει με εξέχοντα πρόσωπα, σχεδόν όλων των φυλών και των θρησκειών που συνέθεταν το βασίλειό του. Παρόλο που κανείς από τον απλό κόσμο δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει με ποιούς τρόπους επικυρωνόντουσαν οι συνεργασίες και οι σχέσεις του βασιλιά, οι ψίθυροι διαρκώς πλήθαιναν όσον αφορά μυστικές επαφές και παράξενες δοσοληψίες. Το μόνο ευρέως γνωστό και μη αμφισβητήσιμο γεγονός, που σχολιαζόταν εκτενώς κάθε φορά που γινόταν κουβέντα γύρω από το πρόσωπό του, ήταν η υπερβολική αδυναμία που έτρεφε για το γυναικείο φύλο. Η αδυναμία του αυτή άλλωστε αποτελούσε τις περισσότερες φορές και μέσο επίτευξης συμφωνιών, μιας και οι εταίροι του, γνωρίζοντας το πάθος του, φρόντιζαν να τον γλυκαίνουν με όμορφες παρουσίες όταν ήθελαν να ον επηρεάσουν για κάτι.