Με απωθεί το γκρι σου κρεπάρισμα.
Ναι ”κυριούλα”.
Εκείνη η ουρά του ”κότσου”.
Η ουρά του γκεσταμπίστικου χαρακτήρα σου.
Το άρρωστο alter ego σου, που επιμελώς εμπορεύεσαι.
Ηλθα σε ναούς και σε είδα.
Αχρωμη, ψυχρή παρουσία.
Σκιά που θεωρεί τον εαυτό της σε αρσενικό ή θηλυκό κανόνα.
Χαμηλή.
Ποταπά υποσημειώματα σε εντεταλμένη υπηρεσία.
Τα λόγια αφορούν στους θρησκόληπτους.
Εκείνη τη μερίδα των αρρώστων ανθρώπων, την καταγγελτική.
Πόσο τους λυπάμαι.
Με την συσκευασμένη, πακεταρισμένη θρησκευτικότητά τους
και την κατ’ επάγγελμα προσευχή.
Στο amen τελειώνει και η πίστη τους.
Και πάλι από την αρχή.
Διότι σ’ αυτούς, ναι αυτούς, όχι εκείνους, τελείται ωραρίου η πίστη.
Δίωξτε τους νέους.
Ασκούν κριτική και δεν την αντέχεις θρησκόληπτε επαγγελματία.
Να αναπνεύσω, έχει ζέστη, σκέφθηκα τη βεντάλια σου, αλλά μ’αρέσουν
καθαρά τα χέρια μου..
Ε.Π