Η μέρα που ο Λάκι Λουτσιάνο ξεψύχησε στο αεροδρόμιο της Νάπολι

0

Γράφει ο Γιάννης Χατζηιωαννίδης

Είναι 26 Ιανουαρίου του 1962. Η Νάπολη αυτή τη μέρα δεν έχει φως· έχει μόνο υγρασία. Αλατόνερο στον αέρα και μια βαριά μυρωδιά από παλιό ντίζελ που κάθεται πάνω στα ρούχα και δεν φεύγει. Ο χειμώνας δεν κάνει θόρυβο εδώ. Απλώς εισχωρεί μέσα σου. Ένας άνδρας βρίσκεται στο αεροδρόμιο της Νάπολης. Είναι 65 ετών. Κανείς δεν τον αναγνωρίζει. Είναι μεγαλύτερος πια. Όχι αλλαγμένος — αυτό δεν συνέβη ποτέ. Οι αιχμές του έχουν φθαρεί, έχουν γίνει πιο αργές, πιο βαριές, αλλά δεν έχουν εξαφανιστεί. Ο χρόνος δεν τον μαλάκωσε· τον περιόρισε. Τον ανάγκασε να στέκεται ακίνητος αρκετή ώρα ώστε να βλέπει καθαρά ό,τι είχε αφήσει πίσω του να συνεχίζει χωρίς αυτόν.
Τον λένε Τσαρλς «Λάκι» Λουτσιάνο. Το ιταλικό του όνομα είναι Σαλβατόρε Λουκάνια, και κατάγεται από τη Σικελία. Είναι ο άνθρωπος που δεν ακολούθησε την παλιά τάξη στον κόσμο της Μαφίας — τη διέλυσε. Και μέσα από τα κομμάτια της έστησε κάτι άλλο. Όχι καλύτερο. Πιο λειτουργικό. Πιο ψυχρό. Μια συμφωνία χωρίς φωνές. Ένα σχέδιο χωρίς πρόσωπο. Η εξουσία έπαψε να φωνάζει στους δρόμους. Κρύφτηκε σε δωμάτια με χαμηλό φως, πίσω από κλειστές πόρτες και καθαρά κοστούμια. Οι διαφωνίες δεν λύνονταν πια με θόρυβο· λύνονταν με σιωπή. Και η σιωπή, όταν συμφωνεί, είναι πιο οριστική από κάθε πυροβολισμό.
Αλλά ας γυρίσουμε πίσω στο 1931. Η Νέα Υόρκη δεν ήταν διαιρεμένη με όρια. Ήταν διαιρεμένη με ένστικτα, με φόβο, με φιλοδοξία. Ο Τζο Μασερία ανήκε στην παλιά γενιά. Για εκείνον, η εξουσία ήταν απλή υπόθεση: μιλάς τελευταίος και οι άλλοι σωπαίνουν. Βαρύς, πεισματάρης, εγκλωβισμένος σε μια εποχή που πίστευε πως δεν είχε τελειώσει ποτέ. Απέναντί του, ο Σαλβατόρε Μαραντσάνο. Πιο ήσυχος, πιο οργανωτικός, αλλά εξίσου προσκολλημένος στην ιδέα ότι κάποιος πρέπει να στέκεται στην κορυφή. Δεν αμφισβητούσε την πυραμίδα — απλώς ήθελε να βρίσκεται στην κορυφή της. Ανάμεσά τους, ο Λάκι Λουτσιάνο. Η μεγαλύτερη επιτυχία της σικελικής μαφίας, της Cosa Nostra. Και δεν παίρνει θέση· παρατηρεί. Βλέπει και τους δύο να επαναλαμβάνουν το ίδιο λάθος με διαφορετικό τρόπο: να πιστεύουν ότι το σύστημα χρειάζεται έναν άνθρωπο στην κορυφή για να σταθεί. Όταν αποφάσισε να κάνει την κίνησή του, την έκανε χωρίς να προειδοποιήσει κανέναν. Είναι μια μέρα που μοιάζει με όλες τις άλλες. Ο Μασερία κάθεται σε ένα τραπέζι στο Κόνι Άιλαντ. Ένα πιάτο μπροστά του. Άνθρωποι γύρω του. Η ψευδαίσθηση της κανονικότητας. Δεν κατάλαβε τι συνέβη.
Οι πυροβολισμοί δεν είχαν δράμα. Ήταν σύντομοι, αποφασιστικοί. Το σώμα του έπεσε και μαζί του κατέρρευσε και η ιδέα ότι κάποιος ελέγχει τα πάντα. Λίγο αργότερα, ο Μαραντσάνο φάνηκε να παίρνει τη θέση του κενού — σαν να υπήρχε πάντα ένας επόμενος. Στέφθηκε. Οργάνωσε. Έδωσε ονόματα, ρόλους, δομή. Οι Πέντε Οικογένειες πήραν μορφή. Όμως, στις σκιές, ο Λάκι Λουτσιάνο δεν έβλεπε τάξη. Έβλεπε επανάληψη. Το ίδιο μοτίβο, τον ίδιο πυρήνα: έναν άνθρωπο στην κορυφή και όλους τους άλλους από κάτω να περιμένουν την πτώση του. Και αυτό, για εκείνον, δεν ήταν εξέλιξη. Ήταν απλώς μια παράταση του παλιού κόσμου. Ο Μαραντσάνο δεν πρόλαβε να το διορθώσει. Δεν υπήρξε σκηνή. Δεν υπήρξε προειδοποίηση. Μόνο μια είσοδος που έμοιαζε φυσιολογική και μια έξοδος που δεν συζητήθηκε ποτέ. Οι άνδρες που μπήκαν έμοιαζαν αρκετά επίσημοι ώστε να τους εμπιστευτεί κανείς. Και μετά, τίποτα. Δύο αφεντικά μέσα στην ίδια χρονιά εκτελέστηκαν από τον ίδιο άνθρωπο. Δύο εκτελέσεις που δεν χρειάστηκαν εξήγηση. Από εκεί και πέρα, δεν υπήρχε πια ανάγκη για τον μύθο ενός «Αφεντικού των Αφεντικών». Ο θρόνος δεν καταργήθηκε από αντίσταση· καταργήθηκε από χρησιμότητα. Το σύστημα απλώθηκε, διασπάστηκε, και έγινε κάτι που μπορούσε να επιβιώσει χωρίς να εξαρτάται από ένα πρόσωπο. Ένα δίκτυο που συνέχιζε να λειτουργεί ακόμη κι όταν τα κομμάτια του αντικαθίσταντο. Το όνομά του έμεινε, όχι απλώς για να κυριαρχήσει, αλλά γιατί άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο έλεγχος αποκτά μορφή.
Ξανά στο 1962. Η Νάπολη παραμένει ίδια — και ταυτόχρονα όχι. Τα χρόνια έχουν αλλάξει μόνο τους ανθρώπους, όχι τη μυρωδιά. Η υγρασία επιμένει. Οι ήχοι είναι πιο μακρινοί. Βρίσκεται σε ένα αεροδρόμιο. Δεν υπάρχει τίποτα επιβλητικό εδώ. Κανένα σύμβολο εξουσίας, κανένα βάρος. Μόνο άνθρωποι που περιμένουν και άνθρωποι που φεύγουν. Συναντά έναν σκηνοθέτη. Μιλούν για μια ταινία. Για μια ζωή που κάποτε είχε νόημα μέσα στο χάος των άλλων. Και τότε, χωρίς προειδοποίηση, το σώμα του σταματά. Όχι με θόρυβο. Όχι με σκηνή. Χωρίς αντίδραση από τον χώρο γύρω του. Χωρίς θεατές που να καταλαβαίνουν τι τελείωσε. Δεν υπάρχει αντίπαλος εδώ. Δεν υπάρχει εντολή. Δεν υπάρχει σχέδιο. Μόνο το τέλος. Ο Μασερία πίστεψε πως είχε τον έλεγχο μέχρι τη στιγμή που τον έχασε σε ένα τραπέζι.
Ο Μαραντσάνο πίστεψε πως τον είχε οργανώσει μέχρι τη στιγμή που τον έχασε μέσα στο ίδιο του το γραφείο. Ο Λάκι Λουτσιάνο έζησε περισσότερο από τους δύο, έφτασε πιο μακριά από εκεί που είχαν φτάσει εκείνοι. Κι όμως, στο τέλος, δεν υπάρχει θρόνος. Μόνο ένας άνδρας σε ένα αεροδρόμιο. Υπέστη καρδιακή προσβολή στο αεροδρόμιο της Νάπολης, υπό μυστηριώδεις συνθήκες. Πολλοί μίλησαν για έγκλημα, αλλά καμία πληροφορία δεν διέσπασε τη σιωπή της «ομερτά». Στην κηδεία του εκτυλίχθηκαν σκηνές απείρου κάλλους, με φωτογράφους της αμερικανικής υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών να διαγκωνίζονται με φωτορεπόρτερ για την απαθανάτιση των τεθλιμμένων φίλων του αρχιμαφιόζου. Ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς αν οι τελευταίοι ήταν περισσότεροι ή λιγότεροι από τους Ιταλούς μυστικούς αστυνομικούς. Λίγες ημέρες αργότερα, μέσα σε ένα ξύλινο κουτί, η σορός του «τυχερού» Λουτσιάνο έφτασε αεροπορικώς στη Νέα Υόρκη, όπου, κατόπιν ειδικής αδείας των αρχών, τάφηκε στο μεγαλοπρεπές μαυσωλείο που είχε χτίσει για την οικογένειά του. Κι αν η βαρβαρότητα και η κτηνωδία υπήρξαν τα σήματα κατατεθέν του, ο Λουτσιάνο είναι ίσως ο μόνος «σταρ» που ξεπήδησε ποτέ από την επικράτεια του οργανωμένου εγκλήματος. Ο άνθρωπος που έλεγε:
«Έμαθα πολύ αργά ότι χρειάζεσαι μυαλό για να βγάλεις ένα εκατομμύριο — είτε τίμια είτε βρόμικα».
Ο Τσάρλς Λάκι Λουτσιάνο γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου του 1897 στη Σικελία ως ένα από τα πέντε παιδιά ενός ανθρακωρύχου και της συζύγου του. Θεωρείται ο πατέρας του σύγχρονου οργανωμένου εγκλήματος στις Η.Π.Α., μοιράζοντας τη Νέα Υόρκη σε πέντε διαφορετικές οικογένειες της Μαφίας και ιδρύοντας την πρώτη Επιτροπή. Επίσης είχε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του Εθνικού Συνδικάτου Εγκλήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Share.

Comments are closed.