Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Μικρασιάτισσα και μποέμισα η κορυφαία Ελληνίδα στιχουργός

0

Δεν είμαι από τους ανθρώπους που δακρύζουν εύκολα. Προσπαθώ πάντα να κρατώ τα συναισθήματα μου. Οφείλω όμως να ομολογήσω πώς χθες βράδυ στην κινηματογραφικη αίθουσα δεν άντεξα.

Του Γιάννη Χατζηιωαννίδη

Η πολυαναμενόμενη ταινία «Ευτυχία» του Αγγελου Φραντζή, με συγκίνησε, με έκανε να μην μπορώ να συγκρατηθώ και να υποκλιθώ νοερά μπροστά στην μεγαλύτερη Ελληνίδα στιχουργό όλων των εποχών. Την Ευτυχια Παπαγιαννοπουλου. Την γυναίκα που έγραψε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες όλων των εποχών.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν η σπουδαιότερη  στιχουργός, η οποία χάρη στο ταλέντο της τροφοδότησε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι με μεγάλο αριθμό εξαίρετων δημιουργιών, μερικές από τις οποίες θα παραμείνουν για πάντα άγνωστες, καθώς μόνο ένα μικρό μέρος αυτών που έγραψε είναι καταχωρημένο στο όνομά της. Η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την αναγνώριση του έργου της και για την είσπραξη δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα, παρά την επιτυχία των τραγουδιών της, να πεθάνει φτωχή.

Ο στίχος «Σαν πλοίο που ναυάγησε, σαν νούφαρο που μάδησε στης λίμνης μέσα το θολό νερό» σκιαγραφεί ίσως με τον καλύτερο τρόπο την ζωή της μεγαλύτερης Ελληνίδας στιχουργού. Γιατί η ζωή αυτής της γυναίκας έμοιαζε όντως με ένα ναυαγισμένο πλοίο, που ξέμεινε να σκουριάζει, ή με ένα λουλούδι που άνθησε αλλά διαλύθηκε μέσα σε μια λίμνη θολή.  Αντισυμβατικός και επαναστατικός χαρακτήρας από μικρή, γεννημένη στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1893, είχε μια έντονη και περιπετειώδη ζωή βιώνοντας από πρώτο χέρι τις τραυματικές εμπειρίες του ξεριζωμού από τη Μικρά Ασία και την προσφυγιά καταφθάνοντας στην Ελλάδα το 1922 με πτυχίο δασκάλας ανά χείρας.

Η ίδια σπαράζει και η καρδιά της ματώνει όταν περιγράφει τις εικόνες φρίκης που έζησε κατά τη διάρκεια του διωγμού, για τις οποίες απέφευγε να μιλάει συχνά όσο ζούσε: «Μας ξεριζώνουν απ’ την ίδια μας τη γη. Ξαφνικά ακούγεται φοβερό βουητό, δίνεται το σύνθημα, αρχίζει το ποδοπάτημα, ποιος θα προλάβει να πρωτομπεί μες στο καράβι, σε σπρώχνουν, σε πονούν. Και έρχονται καράβια και μια θάλασσα άγρια σαν να θέλει να σε πνίξει κι αυτή μες στον καημό σου»

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν μια γυναίκα με πάθη, που έζησε σε πολύ δύσκολα χρόνια, έγινε ηθοποιός, έκανε δυο γάμους και μπορούσε να «ζωγραφίζει» στο χαρτί λέξεις που έγιναν τραγούδια, τα οποία δεν έσβησαν ποτέ.  Η ταινία «Ευτυχία» που αποτυπώνει τα γεγονότα που σημάδεψαν την προσφυγοπούλα από το Αηδίνι της Μικράς Ασίας σε σκηνοθεσία του Άγγελου Φραντζή ειναι συγκλονιστικη. Στην ταινία ζωντανεύει η μυθοστορηματική πραγματικά ζωή μιας γυναίκας που γεννήθηκε στους κόλπους μιας ευκατάστατης οικογένειας στην Μικρά Ασία. Η φυγή της από την Αττάλεια λίγο πριν την καταστροφή του 1922 την φέρνει στον Πειραιά, εκεί που θα γνωρίσει τον πρώτο της σύζυγο, Κώστα Νικολαϊδη. Μαζί του θα αποκτήσει δυο κόρες, την Μαρία και την Καίτη ενώ το ζευγάρι τα φέρνει δύσκολα πέρα, κάνοντας διάφορες δουλειές. Η Ευτυχία παραδίδει μαθήματα ενώ γράφεται και στο Πανεπιστήμιο, όμως το εντυπωσιακό της παρουσιαστικό δεν περνάει απαρατήρητο και η πρόταση να παίξει στο θέατρο έρχεται σύντομα.

Ο άντρας της διαφωνεί κάθετα με αυτή την στροφή που κάνει, αφού τα σχόλια δίνουν και παίρνουν για την θεατρίνα σύζυγο του, δημιουργώντας μια απόσταση ανάμεσα στο ζευγάρι.

Την ίδια στιγμή αποθεώνεται στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη, παίζει σε παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου και όταν το 1932 πεθαίνει ο άντρας της, γνωρίζει μετά από λίγοι καιρό τον συνταξιούχο αστυφύλακα Γιώργο Παπαγιαννόπουλο.  Παντρεύονται και μετακομίζουν μαζί με τις δύο κόρες της στον Κολωνό εκεί όπου έκανε μια νέα αρχή, εκεί όπου πηγε να την βρει η μεγάλη Μαρίκα Νίνου. Ήταν ίσως η πρώτη που διέκρινε το ταλέντο της Ευτυχίας να γράφει αβίαστα ποιήματα με ρίμες που ξεχείλιζαν από πάθος και λέξεις που έμεναν. Την φέρνει σε επαφή με τον Βασίλη Τσιτσάνη τον οποίο η Παπαγιαννοπούλου θαύμαζε και αυτός μένει έκπληκτος από την δυναμική των στίχων της.

Μελοποιεί αμέσως το «Στα σκαλοπάτια σου εγώ γυρίζω» και ζητάει κι άλλα, ενώ το όνομά της αρχίζει να συζητιέται και την προσεγγίζουν άμεσα όλοι οι μεγάλοι της εποχής.

Σε μια συνέντευξη της το 1966 όταν ερωτάται πως εμπνέεται η απάντηση είναι καταλυτική: «Γράφω όταν με πνίγει μια παλιά θύμηση, όταν με βαραίνει ο πόνος. Για μένα το γράψιμο είναι ένας τρόπος να ξεφύγω απο τούτο το θλιβερό περιβάλλον. Στην ηλικία μου βλέπεις, ο άνθρωπος ζει με τις αναμνήσεις και οι δικές μου είναι πολύ πικρές».

Μέχρι τότε η Παπαγιαννοπούλου έχει δώσει τραγούδια στον Μάνο Χατζιδάκι-το περίφημο «Είμαι αητός χωρίς φτερά»-στον Μανώλη Χιώτη, στον Στέλιο Καζαντζίδη, στον Απόστολο Καλδάρα και σε πολλούς άλλους.  Η απώλεια της κόρης της Μαίρης είναι αυτή που την σημαδεύει για πάντα και έκτοτε δεν θα βγάλει από πάνω της τα μαύρα ρούχα και το μαύρο μαντήλι, με το οποίο την έχουν φωτογραφήσει. Μετά τον χαμό της βρίσκει καταφύγιο στα χαρτιά, εντρυφώντας σε ένα πάθος που αποδεικνύεται καταστροφικό για την ζωή της, αφού παίζει ασταμάτητα. Υπέγραφε μάλιστα και χαρτί παραιτούμενη από τα πνευματικά της δικαιώματα και όπως έλεγε σε φίλους σκάρωνε τα στιχάκια της για να έχει λεφτά για την τσόχα. Ξεκίνησε να γράφει στίχους το 1948 εξαναγκαζόμενη από το προσωπικό της πάθος (χαρτοπαιξία), τροφοδοτώντας με αυτό τον τρόπο, έναντι ευτελούς οικονομικής αμοιβής, όλους τους επώνυμους συνθέτες της εποχής της με αριστουργηματικά τραγούδια.

Κάπνιζε, ερωτεύτηκε με πάθος, χαρτόπαιζε με θράσος σε πολυτελή σαλόνια, αλλά και σε παράνομα υπόγεια. Μια δασκάλα που έγινε ηθοποιός στα μπουλούκια και στο θέατρο, μια ποιήτρια που έγινε η μεγαλύτερη Ελληνίδα στιχουργός του λαϊκού τραγουδιού. Συνεργάστηκε με όλες τις διάσημες μουσικές προσωπικότητες της χώρας, από τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Απόστολο Καλδάρα ώς τον Μανώλη Χιώτη, τον Αντώνη Ρεπάνη και τον Μάνο Χατζιδάκι, υψώνοντας θαρραλέα ανάστημα, σε έναν σκληρό και τυπικά ανδροκρατούμενο κόσμο.

Μερικά τραγούδια της είναι : «Ηλιοβασιλέματα», «Περασμένες μου αγάπες», «Δυο πόρτες έχει η ζωή», «Φεύγω με πίκρα στα ξένα», «Γυάλινος κόσμος», «Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά», «Όνειρο απατηλό», «Στο τραπέζι που τα πίνω», «Στου Αποστόλη το κουτούκι», «Ρίξτε στο γυαλί φαρμάκι», «Μου σπάσανε το μπαγλαμά», «Ανεμώνα», «Αργά είναι πια αργά», «Λίγο-λίγο θα με συνηθίσεις», «Πήρα απ’ τη νιότη χρώματα», «Αν είναι η αγάπη έγκλημα», «Η διπρόσωπη», «Ένας αϊτός γκρεμίστηκε», «Συρματοπλέγματα βαριά», «Είμαι αετός χωρίς φτερά», «Τι έχει και κλαίει το παιδί», «Η Μαλάμω», «Πετραδάκι, πετραδάκι», «Του ντερβίση το πιοτό», «Τι να σου κάνει μια καρδιά».

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου είχε δύο κόρες, τη Μαίρη και την Καίτη. Μετά τον θάνατο της κόρης της Μαίρης το 1960, βρήκε απόλυτο καταφύγιο στη χαρτοπαιξία. Πέθανε σε ηλικία 79 ετών, στις 7 Ιανουαρίου 1972, έχοντας στο πλευρό της εγγονή της, Ρέα, που τη φρόντισε ως τα γεράματά της.

Share.

Comments are closed.