Δές τις διαφορές ανάμεσα σε ιρλανδικό και σκωτσέζικο ουίσκι, bourbon και rye

0

Ουίσκι, whisky και whiskey. Τρεις ίδιες λέξεις που περιγράφουν, σχεδόν, το ίδιο πράγμα. Γιατί όμως υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές στην αγγλική γραφή του ουίσκι;

Ας ξεκινήσουμε από την ιστορία, που θέλει τους Ιρλανδούς να είναι οι πρώτοι που φτιάχνουν ουίσκι, περίπου τον 16ο αιώνα, όταν μοναχοί έμαθαν τη διαδικασία παραγωγής αρωμάτων από τις αραβόφωνες χώρες και τη μετέφεραν στην πατρίδα τους, μαζί με τη τεχνογνωσία της απόσταξης. Εκεί δημιούργησαν το -στα Gaellicα- uisce beatha, «το νερό της ζωής» – φράση που αργότερα διαμορφώθηκε ως whiskey.

Μία λέξη που διατηρούν μέχρι και σήμερα για το ουίσκι τους και την οποία έχουν υιοθετήσει και οι Αμερικανοί για το δικό τους. Χρησιμοποιούν λοιπόν το «e», κάτι που δεν κάνουν οι Σκωτσέζοι και όλοι οι υπόλοιποι. Η επίσημη καταχώρηση του όρου whiskey βέβαια συνέβη τον 19ο αιώνα, όταν οι Ιρλανδοί ήθελαν να διαφοροποιούνται από τα -ήδη τρομερά ανερχόμενα και επιτυχημένα- σκωτσέζικα αποστακτήρια. Η επιρροή της ιρλανδικής κοινότητας σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ έπαιξε το ρόλο της και στη δημιουργία ουίσκι, εξού και η κοινή γραφή στο προϊόν. Ο γενικός κανόνας λοιπόν λέει πως όταν μιλάμε για whiskey αναφερόμαστε στα ιρλανδικά και τα αμερικάνικα και όταν χρησιμοποιείται ο όρος whisky για τα σκωτσέζικα και όλα τα υπόλοιπα.

Αφού ξεμπερδέψαμε με το γλωσσολογικά, προχωράμε στην ουσία: Ποιες είναι οι διαφορές των ουίσκι αναλόγως χώρας προέλευσης;

Το σκωτσέζικο

Στην περίπτωση του δημοφιλέστερου εκπροσώπου του είδους παγκοσμίως, τα πράγματα είναι πάρα πολύ απλά. Ως Scotch, θα πρέπει να παράγεται φυσικά στη Σκωτία από σκωτσέζικα υλικά. Θα πρέπει να παρασκευάζεται από βυνοποιημένο κριθάρι – άλλωστε τα περισσότερα από τα σκωτσέζικα ουίσκι αυτό είναι: νερό, κριθάρι και ζύμη δημητριακών. Σε αυτό, απαγορεύεται η προσθήκη πρόσθετων ζύμωσης αλλά επιτρέπεται η προσθήκη χρώματος καραμέλας καθώς και δημητριακών ολικής αλέσεως. Η παλαίωσή του γίνεται σε δρύινα βαρέλια για τουλάχιστον τρία χρόνια.

To Iρλανδικό

Προϊόν τριπλής απόσταξης, χωρίς προσθήκη τύρφης, ευκολόπιοτο. Αυτή θα μπορούσε να είναι μία άμεση περιγραφή του ιρλανδικού (ή ιρλανδέζικου αν προτιμάς) ουίσκι, που όπως και το σκωτσέζικο θα πρέπει να ωριμάσει τουλάχιστον τρία χρόνια σε δρύινα βαρέλια. Μάλιστα, τα ιρλανδέζικα ουίσκι είναι αποτέλεσμα αναμίξεως πολλών διαφορετικών blends. Είναι πιο ήπιο γευστικά από τα υπόλοιπα και έχει μία περισσότερο φρουτώδη αίσθηση.

To Bourbon

Ή διαφορετικά το αμερικάνικο ουίσκι. Για να θεωρηθεί ένα ουίσκι bourbon θα πρέπει να παράγεται κατά τουλάχιστον 51% από καλαμπόκι και να ακολουθούν σε ποσοστό περιεκτικότητας η σίκαλη και το κριθάρι, να είναι φιλτραρισμένο από κάρβουνο σφενδάμου και παλαιωμένο σε ολοκαίνουργια, αχρησιμοποίητα βαρέλια από απανθρακωμένη δρυ.

To Rye

Αποτελεί, όπως και το bourbon, υποκατηγορία του αμερικάνικου ουίσκι. Πρόκειται για τον τύπο ουίσκι που αποτελείται από 51% ποσοστό σίκαλης (αντί για καλαμπόκι σε αντίστοιχο ποσοστό, όπως το bourbon), κατ’ ελάχιστο, και ωριμάζει σε καινούρια δρύινα βαρέλια. Η σίκαλη είναι αυτή που του δίνει την ιδιαίτερη πικρή και πικάντικη γεύση.

Το Ιαπωνικό

Τόσο η απόσταξή του όσο και οι τρόποι παλαίωσης είναι ίδιοι με εκείνους του σκωτσέζικου, ενώ το κριθάρι στις περισσότερες των περιπτώσεων φτάνει στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου από τη Σκωτία. Το άρωμα και η γεύση πάντως διαφέρουν λόγω κλιματικών συνθηκών και ποιότητας νερού.

https://esquire.com.gr

Share.

Comments are closed.