Γιούργκεν Κλοπ, ένας… μποέμ του ποδοσφαίρου

0

Λένε πως οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές σπάνια γίνονται μεγάλοι προπονητές. Και είναι γεγονός πως σύγχρονες μορφές των πάγκων, όπως ο Μαρτσέλο Λίπι, ο Αρίγκο Σάκι, ο Αρσέν Βενγκέρ, ο Γιόακιμ Λεβ ή ο Ζοζέ Μουρίνιο, έρχονται να ενισχύσουν την άποψη που υποστηρίζει πως, για να είσαι ένας κορυφαίος των πάγκων, δεν χρειάζεται να υπήρξες ένας κορυφαίος των γηπέδων. Όλοι αυτοί και τόσοι άλλοι, ως προπονητές χάραξαν και χαράζουν την δική τους εποχή στο ποδόσφαιρο, αλλά ως ποδοσφαιριστές «πέρασαν και δεν ακούμπησαν»!

Μία τέτοια περίπτωση είναι σίγουρα και ο Γιούργκεν Κλοπ. Ένας μετριότατος και μάλλον άτεχνος αμυντικός στα νιάτα του, ένας εκ των κορυφαίων προπονητών του κόσμου σήμερα. Με ένα ιδιαίτερο προσωπικό στιλ, με παρουσιαστικό που θυμίζει καθηγητή της αγγλικής λογοτεχνίας σε προοδευτικό πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, αλλά και με ξαφνικές «εκρήξεις» κατά την διάρκεια του αγώνα, που θυμίζουν οπαδό σε εξέδρα επαρχιακής ομάδας στο τοπικό πρωτάθλημα, ο 51χρονος Γερμανός είναι ένα κράμα διανοούμενου μποέμ και «μπαλαδόφατσας»!

Διαθέτει άποψη και δεν θα διστάσει να την πει δημόσια, όπως τότε που υπερασπίστηκε τον Μεσούτ Οζίλ, την στιγμή που όλη η Γερμανία «έβραζε» εναντίον του, διαθέτει χιούμορ και δεν διστάζει να αυτοσαρκαστεί, όπως τότε στην επίσημη παρουσίασή του από την Λίβερπουλ, που αποκάλεσε τον εαυτό του «Normal One», σε αντιδιαστολή με το «Special One» του Μουρίνιο, διαθέτει ισχυρή προσωπικότητα, διαθέτει και γνώσεις, πολλές γνώσεις για το ποδόσφαιρο. Και διαθέτει και κάτι ακόμη, που είναι αδύνατον να προσδιοριστεί με λόγια… Σαν να γεννήθηκε για να τον αγαπούν! Τον αγάπησαν στη Μάιντς, τον αγάπησαν στην Ντόρτμουντ και τον αγαπούν μέχρι λατρείας στην Λίβερπουλ. Αν μάλιστα φέτος την οδηγήσει και στην κατάκτηση του πρωταθλήματος, για πρώτη φορά μετά από 29 χρόνια, θα τον λατρεύουν για όλη την υπόλοιπη ζωή τους. Με την ολοκλήρωση της 16ης αγωνιστικής είχε τους «κόκκινους» στην πρώτη θέση της βαθμολογία. Και μπορεί να μην έχει κατακτήσει ακόμη κάποιον τίτλο με τη Λίβερπουλ, αλλά την οδήγησε τη σεζόν 2015-16 στον τελικό του Europa League και την περίοδο 2017-18 στον τελικό του Champions League. Δεν το λες και λίγο…

Από μικρός στα… βάσανα!

Γεννήθηκε στην Στουτγκάρδη στις 16 Ιουνίου 1967. Ο πατέρας του, Νόρμπερτ, είχε ήδη δύο κόρες, αλλά ήθελε έναν γιό. Και όταν τον απέκτησε άρχισε να βγάζει πάνω του όλη την ενέργεια ενός γονιού, που ονειρεύεται να κάνει το παιδί του, όσα δεν μπόρεσε να πετύχει ο ίδιος. Παρ’ ολίγον τερματοφύλακας της Καϊζερσλάουτερν ο μπαμπάς Κλοπ (έπαιξε στα εφηβικά της), «φόρτωσε» τον Γιούργκεν από πολύ μικρό με του κόσμου τις αθλητικές δραστηριότητες. Σκι τον χειμώνα, τένις το καλοκαίρι και ποδόσφαιρο όλη την χρονιά. Η μπάλα ήταν αυτή που έδειξε να κερδίζει σταδιακά τον πιτσιρικά!

Εκείνα τα χρόνια κυριαρχούσαν στο γερμανικό ποδόσφαιρο μεγάλοι και σπουδαίοι μπαλαδόροι. Από τον Μπράιτνερ και τον Μπόνοφ, μέχρι τον Ρουμενίγκε και τον Λιτμπάρσκι. Από τον Φλόε, τον Μάγκατ και τον Σούστερ, μέχρι τον Καλτς, τον Στίλικε, τον Φίσερ και τον Χάνσι Μίλερ. Κι όμως… Κανένας από όλους αυτούς δεν έγινε το «είδωλό» του. Την καρδιά του μικρού Γιούργκεν είχε «κλέψει» ένας διεθνής μεν, αλλά όχι ιδιαίτερα τεχνίτης αμυντικός, ο Καρλ Χάινς Φέρστερ. Περισσότερο εγκεφαλικός παίκτης και πάντα στητός μέσα στο γήπεδο, ήταν πέρα των άλλων και ο αρχηγός της Στουτγκάρδης, της ομάδας της γενέτειράς του, που μαζί με τον πατέρα του δεν έχαναν αγώνα της. «Η στάση που είχε μέσα στο γήπεδο, ήταν πάντα πιο σημαντική από το ταλέντο» θα πει ο Γιούργκεν Κλοπ κάποια χρόνια αργότερα για τον αγαπημένο του ποδοσφαιριστή.

Σκληρός, όχι τεχνίτης

Ωστόσο ο ίδιος δεν ευτύχησε να φορέσει την φανέλα της αγαπημένης του Στουτγκάρδης. Ξεκίνησε να παίζει μπάλα στην μικρή Πφορτσχάιμ, βρέθηκε σαν έφηβος για λίγο στη δεύτερη ομάδα της Αϊντραχτ Φρανκφούρτης, πέρασε γρήγορα από την Βικτόρια Σίντλινγκεν και τη Ροτ Βάις Φρανκούρτης και «ρίζωσε» για τα καλά στη Μάιντς. Το 1989 θα αφήσει πίσω του μια σειρά από δουλειές μερικής απασχόλησης, όπως σε κατάστημα ενοικίασης βίντεο και σε αποθήκες τροφοδοσίας, και θα υπογράψει το πρώτο επαγγελματικό συμβόλαιό του. Αν και αρχικά θα αγωνιστεί ως επιθετικός, στην συνέχεια, όπως ο Φέρστερ, θα καθιερωθεί ως αμυντικός και μέχρι το 2001 θα αποτελέσει βασικό «γρανάζι» της ενδεκάδας, μετέχοντας σε 325 αγώνες και σημειώνοντας 52 γκολ.

«Δεν ήταν τεχνίτης, αλλά ήταν σκληρός και έπαιζε πάντα με πάθος και δύναμη» θυμάται ο -τότε συμπαίκτης του- Τόμας Τσίμερ και συμπληρώνει αμέσως: «Ένας σπουδαίος άνθρωπος της ομάδας κι ένας πολύ καλός φίλος όλων των παικτών».

Όμως ο Κλοπ δεν έβλεπε το ποδόσφαιρο μόνο ως παιχνίδι, αλλά το αντιμετώπιζε ως ολόκληρη επιστήμη. Διάβαζε τα πάντα γύρω από αυτό, παρακολουθούσε τεχνικές και συστήματα και μελετούσε κυρίως τον Βόλφγκανγκ Φρανκ, έναν από τους πρώτους Γερμανούς προπονητές που επέλεξε τέσσερις παίκτες σε άμυνα ζώνης και ρόμβο στην μεσαία γραμμή. Κερδίζοντας τότε έναν μέτριο μηνιαίο μισθό 2.300 μάρκων, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να αρχίσει να επενδύει στο μέλλον του και για μέλλον ήθελε αυτό που είχε αρχίσει να λατρεύει, την προπονητική. Έτσι, αν και παίκτης ακόμη, δύο φορές την εβδομάδα διέσχιζε 250 μίλια για να βρεθεί στην Κολωνία και να παρακολουθεί μαθήματα στην θρυλική σχολή προπονητών του Έριχ Ρουτεμέλερ.

Από ένα παιχνίδι της μοίρας

Κάπου εκεί, ήρθε η… μοίρα να παρέμβει και να παίξει το δικό της παιχνίδι. Τον Φεβρουάριο του 2001 ο προπονητής της Μάιντς, Έκχαρντ Κράουτσουν, απολύθηκε ακριβώς την παραμονή ενός εκτός έδρας αγώνα. Σε μία έκτακτη σύσκεψη στο ξενοδοχείο με τον αθλητικό διευθυντή, Κρίστιαν Χάιντελ, και τους παίκτες, κρίθηκε ότι το καλύτερο για τον σύλλογο θα ήταν να κοουτσάρει την ομάδα ο Γιούργκεν Κλοπ. Όπως κι έγινε κι αυτή έμελλε να είναι η αρχή μια σπουδαίας καριέρας. Τα δείγματα στην συνέχεια ήταν θετικά, ο 34χρονος «νεοφώτιστος» προπονητής άρχισε σταδιακά να μετατρέπει την ομάδα, να βάζει το δικό του στίγμα και τελικά το 2004 την ανέβασε στην μπουντεσλίγκα. Παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για μια μικρή ομάδα με έναν από τους χαμηλότερους προϋπολογισμούς, κατάφερε να αγωνιστεί για τρεις διαδοχικές σεζόν στη μεγάλη κατηγορία. Τότε ήταν που εμφανίστηκε η Ντόρτμουντ και ο Κλοπ ένιωσε έτοιμος να κάνει το μεγάλο βήμα. Όμως δεν φυγαδεύτηκε από την πίσω πόρτα ως «προδότης». Απεναντίας, αποθεώθηκε στην σκηνή σαν «ήρωας».

Το πρωί της 23ης Μαΐου 2008, έγινε η ανακοίνωση πως θα είναι ο νέος προπονητής της ομάδας της Βεστφαλίας. Το ίδιο απόγευμα πήγε στο κέντρο του Μάιντς για να πει το αντίο στους φιλάθλους και στον σύλλογο, όπου είχε περάσει 19 χρόνια της ζωής του. Ένα παλιό τραγούδι της Τρούντε Χερ ακουγόταν από τα μεγάφωνα, το «Niemals geht man so ganz», («Κανείς δεν φεύγει εντελώς») και 20.000 φίλαθλοι φώναζαν ρυθμικά το όνομα του πρώην -πλέον- προπονητή τους. Εκείνος δεν κατάφερε να συγκρατήσει τα δάκρυά του και υποσχέθηκε στον εαυτό του πως «ποτέ ξανά» δεν θα επιτρέψει να αναπτύξει ένα τέτοιο συναισθηματικό δέσιμο με έναν ποδοσφαιρικό σύλλογο.

Ο κυρίαρχος του παιχνιδιού

Στην Ντόρτμουντ έγινε σύντομα ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Η ομάδα απέδιδε εξαιρετικό και γρήγορο ποδόσφαιρο και ταυτόχρονα έπαιρνε και τα αποτελέσματα που αναζητούσε. Μέσα σε μια επταετία κατέκτησε δύο πρωταθλήματα (2011, 2012), ένα κύπελλο (2012), 2 σούπερ καπ (2013, 2014), πήγε στον τελικό του Champions League (2013) και πέτυχε και το πρώτο νταμπλ στην ιστορία της (2012). Και ακριβώς όπως στο Μάιντς, έτσι και στο Ντόρτμουντ, οι οπαδοί όχι απλά σέβονταν τον Κλοπ ως προπονητή, αλλά τον αγαπούσαν ως φίλο και τον ακολουθούσαν ως οδηγό.

Δυστυχώς, ο πατέρας του δεν ζούσε πια για να δει τα επιτεύγματα του γιού του. Είχε πεθάνει το 2000 από καρκίνο, όμως είχε προλάβει να τού περάσει την αφοσίωση για την τελειότητα.

Ο Κλοπ δόθηκε ολοκληρωτικά στην Ντόρτμουντ και πέτυχε να ελέγχει τα πάντα γύρω από την ομάδα. Μιλούσε ο ίδιος προσωπικά με τους χορηγούς του συλλόγου για να εξασφαλίσει την συνεχιζόμενη επιχειρηματική δραστηριότητά τους, είχε την απόλυτη επίβλεψη των τμημάτων υποδομής, μετείχε στις μεταγραφικές διαδικασίες. Παράλληλα, παρακολουθούσε επί ώρες βίντεο, πέντε κι έξι ώρες την ημέρα για έναν αγώνα 90 λεπτών, συνέχιζε να μελετά τακτικές και συστήματα, όχι όμως και την στατιστική, καθώς ο ίδιος έχει δηλώσει πως μόνο ένα μικρό μέρος της στατιστικής ανάλυσης και των αριθμητικών δεδομένων τον ενδιαφέρουν πραγματικά.

«The Normal One»

Όσο κι αν φαινόταν αδύνατον να συμβεί, έφτασε τελικά η στιγμή που Ντόρτμουντ και Κλοπ θα ακολουθούσαν χωριστούς δρόμους. Το απόγευμα της 23ης Μαΐου 2015, ακριβώς επτά χρόνια μετά την αποχώρησή του από τη Μάιντς, ο Γερμανός τεχνικός είπε το «αντίο» και στην Ντόρτμουντ. Μόνο που τώρα είχε αποφασίσει να καταγράψει εκ των προτέρων ένα μήνυμα σε βίντεο. Καθώς προβαλλόταν στην μεγάλη οθόνη, ο κόσμος τον αποθέωνε κι αυτός στεκόταν στο κέντρο του γηπέδου κοιτάζοντας τον εαυτό του και τα δάκρυα μαζεύτηκαν πάλι στα μάτια του. «Κανείς δεν φεύγει εντελώς» θα πρέπει να σκέφτηκε εκείνη την στιγμή, δίνοντας ακόμη μια υπόσχεση στον εαυτό του για «ποτέ ξανά συναισθηματικό δέσιμο», την οποία πιθανότατα πάλι δεν θα κρατήσει την επόμενη φορά.

Στις 5 Οκτωβρίου 2015 άνοιξε ένας νέος ορίζοντας και μια τεράστια πρόκληση, καθώς ο Κλοπ συμφώνησε να αναλάβει τη Λίβερπουλ, αντικαθιστώντας τον Μπρένταν Ρότζερς. Κατά την διάρκεια της πρώτης συνέντευξης Τύπου «βάφτισε» τον εαυτό του «The Normal One» ως παρωδία του διάσημου «The Special One», με το οποίο αυτοχαρακτηρίζεται ο ίδιος ο Ζοζέ Μουρίνιο. Σε αυτά τα τρία χρόνια κατάφερε με τους «κόκκινους» να φτάσει σε τρεις τελικούς, στο League Cup το 2016, στο Europa League το 2016 και ως αποκορύφωμα στο Champions League το 2018. Και μπορεί ακόμη να μην έχει κατακτήσει κάποιο τρόπαιο, ήδη όμως έχει κατακτήσει τις καρδιές όλων στο «Άνφιλντ». Οι φίλαθλοι τον λατρεύουν και σε κάθε ματς τον κάνουν να καταλάβει πως… ποτέ δεν θα περπατά μόνος του!

ΠΗΓΗ: www.ana.gr

Share.

Comments are closed.