Το νέο βιβλίο του Τζον Κυριάκου: «Φυλακισμένος κατάσκοπος»

0

Ο Τζον Κυριάκου κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, όταν άρχισε να βαδίζει προς το κεντρικό κτήριο των Φυλακών του Λορέττο στην Πενσυλβανία.

Εκεί όπου θα εξέτιε τους 30 μήνες της ποινής του, μετά την παραδοχή του ότι είχε αποκαλύψει απόρρητες διαβαθμισμένες πληροφορίες της CIA σε δημοσιογράφους.

Του είχαν υποσχεθεί ότι θα το έκανε έξω από αυτό το κτήριο, σε συνθήκες χαμηλής ασφάλειας, μια υππόσχεση που δεν τηρήθηκε ποτέ από την κυβέρνηση.

Ο πρώην επιχειρησιακός πράκτορας της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ πλήρωσε τελικά πολύ ακριβά την αποκάλυψη για τα μυστικά βασανιστήρια στους υπόπτους για τρομοκρατία, φορώντας την στολή του κατάδικου σε μια σκληρή φυλακή των ΗΠΑ.

Οι αναμνήσεις του καταγράφονται λεπτομερώς στο νέο του συγγραφικό πόνημα με τίτλο «Φυλακισμένος κατάσκοπος» το οποίο θα κυκλοφορήσει τις πρώτες εβδομάδες του Απριλίου από τις εκδόσεις «Παττάκη».

Έχοντας εκπαιδευτεί στην περίφημη «Φάρμα» της CIA ο Κυριάκου διαπίστωσε ότι πολλά από αυτά που έμαθε φάνηκαν πολύ χρήσιμα σε ένα χώρο, που ο ίδιος προσωπικά δεν περίμενε ποτέ ότι θα ζήσει για κάτι παραπάνω από δύο χρόνια.

Οι μαφιόζοι του διπλανού κελιού

Απο την πρώτη κιόλας μέρα ο Ελληνοαμερικανός πράκτορας, ήρθε σε επαφή με όλες τις «φυλές» της φυλακής, από τους Μουσουλμάνους Ισλαμιστές που τον θαύμαζαν, μέχρι τους «Άρειους», ορκισμένους φασίστες με τατουάζ σβάστιγκες στο λαιμό.

Τελικά «είχα μεγαλύτερο σεβασμό και πιο στενή επαφή με τους Ιταλούς, απ’ ότι με όλες τις άλλες ομάδες. Διαπίστωσα ότι ήταν έντιμοι, φιλοτιμοι και γενναιόδωροι. Μερικές φορές ένιωθα ότι έπαιζα σε ταινία».

Και πως να μην νιοιώθει έτσι, αφού το βραδινό σερβιριζόταν στις οχτώ το βράδυ και δεν είχε καμία σχέση με αυτά που έτρωγαν οι υπόλοιποι φυλακισμένοι, παραπέμποντας στην σκηνή από τα «Καλά Παιδιά» του Σκορτσέζε.

«Συχνά ήταν ζυμαρικά με τρία τυριά, κοτόπουλο, φρέσκια ντομάτα, μανιτάρια και βασιλικό, πολύ σκόρδο μια φίνα σάλτσα με λευκό κρασί και ίσως λίγο γλυκό και καυτερό λουκάνικο. Ποτέ δε ρώτησα πως τα περνούσαν όλα αυτά μέσα στην φυλακή. Δεν ήθελα να ξέρω».

Ο Τζον κατέληξε να κάνει κολλητή παρέα με Ιταλούς μαφιόζους, αφεντικά από τις φαμίλιες Γκαμπίνο και Ντε Καβαλκάντε, όπως τον Νίκι Καρούζο, τον Νικ Μπούτσι και τον Πιτ Καλαμπρέζε από την φαμίλια Μπονάνο.

«Σταδιακά έγιναν οι καλύτεροι φίλοι μου και το κατάλαβα όταν μου είπαν ότι ένας καινούριος τρόφιμος έλεγε παντού ότι είμαι καρφί. Ήθελα να τον βρω αμέσως, ήταν κάπου στην καφετέρια της φυλακής, αλλά ο Καλαμπρέζε μου λέει «Τζον μην ασχοληθείς καθόλου, θα το αναλάβουμε εμείς αργότερα.

Μετά το δείπνο πήγα στο δωμάτιο των Ιταλών αλλά είχα τρελά νεύρα με τον τύπο. Οι Ιταλοί μου είπαν να κάτσω να διαβάσω την εφημερίδα και να χαλαρώσω. Έφυγαν, γύρισαν μετά από μισή ώρα και ο Καλαμπρέζε μου είπε μόνο μια φράση: «Το πρόβλημα τακτοποιήθηκε, δεν χρειάζεται να ανησυχείς πλέον».

Τους ευχαρίστησα, γύρισα στο κελί μου και μετά από λίγο ήρθε ο τύπος που έλεγε πριν από λίγες ώρες ότι ήμουν καρφί. Το πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο από τις μπουνιές και μου είπε με φωνή που έτρεμε: «Σου ζητάω συγνώμη για ότι είπα, δεν θα ξαναγίνει ποτέ».

«Στην φυλακή ήμουν σωστό κάθαρμα»

Κάποιοι σωφρονιστικοί υπάλληλοι-όχι όλοι φυσικά-όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο Κυριάκου, τον αποκαλούσαν ψιθυριστά «κάθαρμα» ή «προδότη» όταν περνούσε από δίπλα τους, ενώ ένα από τα ελαφριά σοκ που υπέστη ήταν η απίστευτη ποικιλία των τατουάζ που είχαν σχεδιάσει σε διάφορα σημεία του κορμιού τους οι κρατούμενοι.

Αυτό όμως που συνειδητοποίησε αμέσως ήταν ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει όσα είχε μάθει στην CIA για να είναι ασφαλής όπως έγραψε χαρακτηριστικά σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου του με τίτλο «Κανόνες διαβίωσης»: «Η CIA είναι γεμάτη από επιθετικές προσωπικότητες. Το ίδιο και η φυλακή. Η CIA είναι γεμάτη από ανθρώπους που διαρκώς συνομωτούν ο ένας ενατίον του άλλου.Το ίδιο και η φυλακή».

Χωρίς να κομπιάζει ο Κυριάκου παραδέχεται ότι σαν κρατούμενος ήταν σωστό κάθαρμα, αλαζόνας, χειριστικός, ισχυρογνώμων προσαρμοστικός όταν άλλαζαν οι καταστάσεις και αυθάδης.

Αυτό το διαπίστωσε με τον χειρότερο τρόπο ο Ουάλλας, ένας κρατούμενος-απατεώνας ολκής που όλο κλαιγόταν-ο οποίος συνέχιζε να κάνει τα δικά του μέσα στη φυλακή.

Ο Κυριάκου με έναν άλλο του έστησαν την πιο χοντυρή φάρσα, βάζοντας το κελί του πλαστό έγγραφο αποφυλάκισης και έναν ταξιδιωτικό σάκο με τον τύπο να μαζεύει υπογραφές από όλα τα γραφεία της φυλακής κατά την διάρκεια του Σαββατοκύριακου.

Μέχρι και αποχαιρετιστήριο πάρτι διοργάνωσε ο Ελληνοαμερικανός πρώην πράκτορας στον Ουάλλας που την Δευτέρα το πρωί, ήθελε αλλη μια υπογραφή για να φύγει, αυτή του επόπτη των Φυλακών.

Αυτός άλλωστε ήξερε ποιος αποφυλακίζεται πραγματικά.

Μόλις είδε τον Ουάλλας μπροστά του σήμανε συναγερμό για απόπειρα απόδρασης και τον έστειλε για μερικούς μήνες στην απομόνωση.

Οι κολλητοί, το διαμάντι του Graff και άλλες ιστορίες

Πέρα από τους Ιταλούς νονούς, ο Κυριάκου απέκτησε δύο κολλητούς στο Λορέττο. Το Ντέιβ, πρώην συνάδελφό του στην CIA και τον Αρτ ένα εγκληματία καριέρας, υπεύθυνο για μια μυθική κλοπή στο Λονδίνο το 1980 μαζί με άλλον έναν συνεργάτη.

Οι δυο τους, έκλεψαν το περίφημο «Διαμάντι του Μάρλμπορο» πενήντα τεσσάρων καρατίων, μέσα από το φημισμένο κοσμηματοπωλείο Graff, το οποίο δεν βρέθηκε ποτέ.

Όταν ο Κυριάκου ρώτησε τον Άρτ τι απέγινε η πέτρα εκείνος απλά του χαμογέλασε και του είπε: «Έζησα καλά για πολλά χρόνια με ότι έβγαλα από εκείνη την πετρούλα».

Εκτός από τους πρώτους δύο, στον θάλαμο του Κυριάκου ήταν επίσης ο Φράνκ Ρούσο, πρώην οικονομικό ελεγκτή, ένας έμπορος ναρκωτικών και ένας παιδεραστής, στον οποίο οι πέντε δεν μιλούσαν ποτέ.

Ο Πιτ Καλαμπρέζε, υψηλόβαθμο στέλεχος της οικογένειας Μπονάνο λάτρεψε τον Κυριάκου από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε στο Λορέττο.

Στο βιβλίο του Τζον, αναφέρεται χωρίς το επίθετό του, προφανώς για λόγους προστασίας αφού όπως είναι γνωστό οι αληθινοί μαφιόζοι δεν τρελλαίνονται για την δημοσιότητα.

Περιγράφει γλαφυρά πως ένας κατάδικος ονόματι Σέϊφερ προσπάθησε να στείλει δύο μυώδεις αφροαμερικανούς να τον σπάσουν στο ξύλο, αγνοώντας όμως κάτι σημαντικό.

Ο Κυριάκου είχε βοηθήσει τους συγκεκριμένους με κάποιες επιστολές που ήθελαν να συντάξουν για την μετατροπή της ποινής τους και αυτοί φυσικά τον πρεοειδοποίησαν.

Ως πρώην επιχειρησιακός πράκτορας της CIA ανέλαβε ο ίδιος δράση στήνοντας μια επιχείρηση με φίλους και γνωστούς που άρχισαν να διαδίδουν «ότι κάποιοι μαγείρευαν μια συνωμοσία κι εγώ ήμουν το θύμα».

Το σχέδιο πήγε περίφημα και ο Σέϊφερ δεν ενόχλησε ξανά τον Κυριάκου, ο οποίος πέτυχε να τον στείλει σε άλλη φυλακή.
Στην διάρκεια του εγκλεισμού του ο πρώην πράκτορας «συγκρούστηκε» με δύο γυναίκες δεσμοφύλακες την «Αλογομούρα» όπως αποκαλούσε την μία και την «Μάνα του λόχου».

Ειδικά με την δεύτερη έφτασε μια ανάσα πριν αρπαχτούν και την κατήγγειλε σε ένα γράμμα του που δημοσιεύθηκε, με αποτέλεσμα να τιμωρηθεί αυστηρά.

Στην «Αλογομούρα» έκανε ότι και οι άλλοι κατάδικοι, που την συναντούσαν στην τραπεζαρία. Περνούσε από μπροστά της με τον δίσκο του φαγητού και χλιμίντριζε σαν άλογο.

Στα πιο σοβαρά επεισόδια ο Κυριάκου δεν μάσαγε από αρχιφύλακες ή υπαρχιφύλακες σαν τον Γκραμπλ, που τον φώναξε ένα βράδυ για να μιλήσουν off the record.

Είχε ακούσει ένα τηλεφώνημα του Τζον προς την σύζυγό του, στο οποίο τον στόλιζε και έτσι η κουβέντα δεν άργησε να ξεφύγει από τα όρια της ευπρέπειας.

Ο Γκραμπλ είπε: «Να στέκεσαι προσοχή όταν σου απευθύνεται ένας υπαρχιφύλακας» για να εισπράξει άμεσα την μόνη απάντηση που είχε έτοιμη ο Κυριάκου.

«Του είπα να πάει να γαμηθεί. Στη δίκή μου κλίμακα αξιών ήταν ένα τίποτα, ένα μηδενικό, που η μικρή εξουσία του σταματάει στα όρια αυτής της ασήμαντης φυλακής».

/www.protothema.gr/

Share.

Comments are closed.