Κωνσταντινούπολη: Διηγήματα για τη μυθική Πόλη

0

Υπάρχουν πολλές πόλεις που εξάπτουν τη φαντασία μας, όμως η Κωνσταντινούπολη είναι η Πόλη, εκείνη που μένει αλώβητη στο διάβα του χρόνου και στην αλαζονεία των κατακτητών της.  Η Πόλη που έγινε πρωτεύουσα της βυζαντινής αυτοκρατορίας και κορωνίδα μιας οθωμανικής αυτοκρατορίας, εξακολουθεί σήμερα να θέλγει το συλλογικό ασυνείδητο. Πολλοί ποιητές, πεζογράφοι, ζωγράφοι, μουσικοί, πηγαίνουν για να εμπνευστούν στη μυθική πόλη. Στον λαβύρινθο του Μύθου ο καθένας βρίσκει τον δικό του Μινώταυρο και παλεύει μαζί του – ή αφήνεται να φαγωθεί από αυτόν. Ολες οι αναγνώσεις είναι θεμιτές, γιατί το «σώμα» της Πόλης είναι παλίμψηστο χειρόγραφο, με πολλούς κώδικες αντιφατικούς, αλληλεπικαλυμμένους.

Ο Θανάσης Νιάρχος είναι ένας διεξοδικός ανθολόγος. Πολύτιμη αρωγός του στην έρευνα των πολυάριθμων κειμένων, που έχουν ως θέμα τους ή εκτυλίσσονται στη μυθική Πόλη, η Ελενα Σ. Τσαγκαράκη.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος τονίζει με θέρμη και διανοητική δεξιοτεχνία τον χριστιανικό, βυζαντινοκεντρικό χαρακτήρα της Κωνσταντινούπολης, με ομφαλό της την Αγία Σοφία, που για τους σύγχρονους Νεοέλληνες είναι σύμβολο ιερό και όσιο μιας παντοτινής πνευματικότητας και ουράνιας αρμονίας.

Ο ποιητής Βαγγέλης Χρόνης μάς οδηγεί με αναλυτικό αφηγηματικό σθένος σε ένα σύντομο οδοιπορικό «Κωνσταντινούπολη-Ιμβρος». Εξαίρει την ταπεινότητα, απλότητα κι ευπροσηγορία του Πατριάρχη, που τον σέβονται όλοι, Ελληνες και Τούρκοι.

Ο Θεμιστοκλής Αθανασιάδης-Νόβας, σε τόνο δοξαστικό και ύφος υψηλόν, δηλώνει ευθύς-εξαρχής: «Τίποτε δεν είδατε στη ζωή σας αν δεν είδατε την Κωνσταντινούπολη». Απόηχος από «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» του Γ. Μ. Βιζυηνού, που ανθολογείται επίσης, αφού ο ήρωάς του «εισέρχεται εις την Πόλιν, ως νεοσύλλεκτος του εσναφίου των ραπτών» και ονειροπολεί (σ. 380).

Ο Ηλίας Βενέζης στον Απόγονο του εξωμότη μας μεταφέρει τον δραματικό διχασμό ενός άγνωστου Τούρκου, που είχε ζητήσει να τον ιδεί: Ηταν περήφανος που ο πιο μακρινός του πρόγονος ήταν ένα παλικάρι, ένας Γαζής, ένας ένδοξος; Ηταν σε στενάχωρη θέση επειδή αυτός ο διάσημος πρόγονος ήταν ένας χριστιανός αλλαξόπιστος; Αισθανόταν απέναντί μου νικητής, νικημένος; (σ. 36).

Ο Ιων Δραγούμης στο διήγημά του Διαλυμένοι στοχασμοί του περιπατητή αφήνει τον περιπατητή της Πόλης να οραματιστεί ένα υπερρεαλιστικό μέλλον με τέλειους ανθρώπους που θα περπατούν ακατάπαυστα, ακούραστα (σ. 44).
Ο Αργύρης Εφταλιώτης στον «Καπετάν Σταμάτη, τον Πολίτη» βάζει τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή του να λέει: Ανοιξε το στόμα της κυράς κι έπεσε βροχή πολίτικα λόγια, που τ’ άκουγα, κι έλεγα πως τι θα ‘λεγε, αν ίσως κι άκουγε τις δικές μας τις χωριανές να μιλούν. Παρακάτω στα λόγια δεν πήγαινε μήτε η μικρή. Και να μην τα πολυλογώ, σ’ αυτή τη συντροφιά εγώ ήμουν το κορίτσι! (σ. 47).
«Ο θρίαμβος της Λενιώς» στις Απόκριες στην Πόλη του Χρυσού Ευελπίδη καταλήγει: Οχι, η Λενιώ δεν έσερνε πίσω της τα πειστήρια της καταστροφής. […] Σκόρπιζε βέβαια γύρω της λίγη φτηνή χαρά σε ταπεινούς ανθρώπους και κάθε βράδυ άναβε το καντήλι στην Παναγιά να της συχωρέσει τις αμαρτίες της, στο μικρό εικονοστάσι όπου δεν υπήρχε θέση για νυφικά στεφάνια (σ. 51).
Ο Πέτρος Γλέζος πηγαίνει για Προσκύνημα στην Πόλη.
Η Μαρία Ιορδανίδου, στην περίφημη Λωξάντρα της, τονίζει συν τοις άλλοις τον αισθησιακό χαρακτήρα της Πόλης, με κυρίαρχη την ηδονική απόλαυση του φαγητού.

Αισθαντικά ρομαντικός ο Μ. Καραγάτσης στο Βυζάντιο, Πόλη ή Ιστανμπούλ. Περιγράφει με δέος τα ιστορικά μνημεία, όπως το Σουλτάν Αχμέτ τζαμί: Κι όλος αυτός ο αντιφατικά αρμονικός όγκος στεφανώνεται από δέκα μιναρέδες, που υψώνονται προς τα πρώτα αστέρια της εσπέρας με σβελτάδα εφηβικών κορμιών, με χάρη και άνεση νεόφυτων κυπαρισσιών (σ. 63).

Η περιγραφικότητα στο μεγαλείο της, στην Πόλη του Ανδρέα Καρκαβίτσα, ενώ ο Νίκος Κολοβός δίνει μια μάλλον απομυθοποιητική εικόνα της άλλοτε Βασιλεύουσας.

Θεόκτιστα τειχέα: μια ιστορική αναδρομή με πλήθος αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες από τον Περ. Εμ. Κομνηνό.
Ο Βόσπορος της Λίζας Κοντογιάννη μάς ξεναγεί στους δαιδάλους της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Εξοχη προφορικότητα. Αρχίζει με ευθεία ερώτηση προς τους αναγνώστες: Ξέρετε την παράδοση για τον Βόσπορο; (σ. 121).

Ο Μήτσος Λυγίζος μάς πηγαίνει Στην Αγια-Σοφιά και αναρωτιέται: Αλλά τι είναι εκείνο που δημιουργεί αυτές τις συγκινήσεις; Μήπως το ύψος του ναού; (σ. 123).

Ο Σπύρος Μελάς μάς μεταφέρει τις δικές του Εντυπώσεις από την Πόλη.

Τον Βόσπορο αναπλέει και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης.

Στις Ακτές του Βοσπόρου κινείται αφηγηματικώς και ο Παύλος Παλαιολόγος, ενώ απομυθοποιεί τα περί εγκληματικότητας στα στενά της νυχτερινής Πόλης.

Διακριτική μεταφυσική, εξαϋλωμένα τοπία, με χρωματική γκάμα, όπως στους πίνακες του Παρθένη, Το ταξίδι της Πόλης – Εντυπώσεις, πληροφορίες και συμπεράσματα του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου.

«Η χειραφετημένη» Καλλιρρόη Παρρέν μάς παρουσιάζει μια γερασμένη Πόλη, ενώ ο Φαίδων Πατρικαλάκης, στο διήγημά του Ενας μεγάλος έρωτας μάς εξομολογείται: Οπως ερωτεύεσαι τρελά και παράφορα κάποιους ανθρώπους, έτσι ερωτεύτηκα την Κωνσταντινούπολη (σ. 185). Δεν παραλείπει να θαυμάσει τις γάτες της Ιστανμπούλ, τις ωραιότερες γάτες του κόσμου, όπως διατείνεται (σ. 188).

Το Τραγούδι της Αγια-Σοφιάς, που υπογράφει ο Κ. Ρωμαίος, αναδίδει το άρωμα όλης της λαϊκής μυθολογίας, σύμφωνα με την οποία η εικόνα της Παναγιάς «δακρύζει» και «ιδρώνει» (σ. 198).

Σημαντικό το μελέτημα του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, με θέμα Η πρωτοπορία στα γράμματα και τις επιστήμες υπό την οθωμανική αυτοκρατορία.

Στην Κωνσταντινούπολη αισθάνεται τόσο κοντά και τόσο μακριά τον εαυτό του ο Γιάννης Γ. Σφακιανάκης.

Το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο της Πόλης (Ο πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις και ο Νικόδημος Μεταξάς, ενδιαφέρον μελέτημα του Νίκου Σκιαδά.

Η Σοφία Κ. Σπανούδη μάς πηγαίνει Στα παλάτια του Χαμίτ.

Ο Αγγελος Τερζάκης γράφει για Το καντήλι που αγρυπνά και βυθομετρά το «εγώ» συμπεραίνοντας: Γιατί ο άνθρωπος δεν έχει μόνον βάθος χρόνου ατομικό. Ολο το νόημα της Ιστορίας κρύβεται σε τούτο ακριβώς: στο ότι αποτελεί μια συντεταγμένη του χρόνου, που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τ’ άλλα έμβια όντα και του προσδιορίζει την ανθρωπιά. Αν δεν υπήρχε αυτό, η Ιστορία, η πάντοτε πιτσιλισμένη από αίματα, θα ήταν μόνο ό,τι είπε ο Νίτσε, ένα απέραντο αίσχος. Και οι ιδεολογίες μαζί, που έρχονται και παρέρχονται (σ. 249).

Ο Λεωνής του Γιώργου Θεοτοκά περιδιαβαίνει τον Δημοτικό Κήπο του Ταξιμιού και θαμπώνεται από τη λάμψη που κερδίζει το Σκουτάρι την ώρα της δύσης.

Εμπλουτισμένος και χαρούμενος ο Αλκης Θρύλος από το ταξίδι του στη μυθική Πόλη, που δεν στέκεται αντάξια του ένδοξου παρελθόντος της. Μερικές όμως τοποθεσίες άνθεξαν στην αφαίρεση ενός μέρους της γοητείας τους. Είναι πάρα πολύ εξαίσιες για να χαλάσουν (σ. 258).

Τα γλέντια που κάμνανε στο Γεντήκουλε τρικούβερτα ήτανε, σαν παραμύθια μείνανε, γράφει ο Δημήτρης Τσαλίδης στο Γιοκ Τζάνιμ.

Η Κωνσταντινούπολις υποδέχεται και τον Ν. Τσιρογιάννη, ενώ ο Γεώργιος Α. Ζαρίφης μιλάει για Τα νερά της Πόλης.

Ο Χρήστος Σ. Ζερεφός καταθέτει Εντυπώσεις και σκέψεις από την Αγία Σοφία. Ποιητικότατη περιγραφή εικαστικής οξυδέρκειας.

Ο Κώστας Ακρίβος ανακαλύπτει ανθυπομειδιώντας την «τουρκικότητα» της Πόλης, ενώ ο Γεώργιος Φτέρης Αγνάντια στην Πόλη πραγματοποιεί ένα ταξίδι στο φαντασιακό.

Τα Φιλολογικά σαλόνια της Πόλης επισκέπτεται η Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού.

Ο Δημήτρης Γκιώνης στο Οσοι απέμειναν διαπιστώνει: Το μεγαλείο και ο θρύλος επιβιώνουν, δεκαπέντε αιώνες τώρα, ανεπηρέαστα από τις εισβολές και τη φθορά του χρόνου (σ. 311).

Ο Μήνας των λουλουδιών του Βασίλη Ηλιάδη ωραιοποιεί τον Κατχανέ.

Σαν κέλυφος κούφιας αυλής, σύντομο πεζό του Λάμπρου Καμπερίδη, με εγκιβωτισμένο ποίημα.

Πόλη των γευστικών απολαύσεων αλλά και των δοξασμένων αυτοκρατόρων θεωρείται από τον Φώτη Κόντογλου «Η Βασιλεύουσα – «το καύχημα των ζώντων υπό την του ηλίου ανατολήν»».

Ο Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης κλείνει το διήγημά του Στην Πόλη με τη φράση: Η καντήλα των πατριαρχών, των χριστιανών ο ήλιος (σ. 331).

Ο Φ. Σαμαρτζίδης στο Καφενείον του νεωτερισμού διεκτραγωδεί τις βλαβερές συνέπειες της χαρτοπαιξίας.

Από τις Μέρες (1949) του Γιώργου Σεφέρη Παλάτια μπερδεμένα σε σιδηροδρομικές γραμμές, σαν θυμητάρια αγάπης τυλιγμένα σε νεκρές πλεξούδες (σ. 350).

Για την εκκλησία της Αγίας Αναστασίας, που ήταν στολισμένη με ρόδα όταν άλωσαν οι Τούρκοι την Πόλη, μιλάει η Μαρία Θεοχάρη στο Γκιουλ τζαμί, ενώ η Ελένη Χαλκούση περιγράφει τη ζωή στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο.

Στην Πρωτεύουσα η Βάνα Χαραλαμπίδου διαπιστώνει ότι η Αγκυρα δεν κατάφερε να πάρει ποτέ τα πρωτεία από την Κωνσταντινούπολη.
Η Τατιάνα Σταύρου στο υψηλής διαλογικότητας πεζό Ο τελευταίος, μέσα από τη δραματική ιστορία τεσσάρων γυναικών, που η ανέχεια τις σπρώχνει στην ακολασία, αποφαίνεται ότι ο άνθρωπος δεν γεννιέται κακός, αλλά γίνεται.
Σε ένα σύντομο σκίτσο με λέξεις ο Αλέκος Φασιανός βλέπει την «Κωνσταντινούπολη σαν όραμα».
Λογοτεχνικές αρετές φανερώνει η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου στο Δωμάτιον της θείας μου, με το οποίο κλείνει αυτός ο πολύτιμος τόμος για τη μυθολογία μιας πόλης που νίκησε τον Χρόνο κι επιβίωσε μετά την παρακμή των αυτοκρατοριών, που τη διάλεξαν για πρωτεύουσα. *

Share.

Comments are closed.