Η Μαφία μέσα από την ιστορία και τον κινηματογράφο

0

Ας ξεκινήσουμε με την ετυμολογική έννοια του όρου και στη συνέχεια θα διαπιστώσουμε πως και κατά πόσο εντάσσονται στο ιστορικό πλαίσιο. Mafia είναι το ακρωνύμιο πέντε ιταλικών λέξεων Morte Alla FranciaItalia Anecat, που σημαίνουν «ο θάνατος των Γάλλων είναι το δάκρυ της Ιταλίας».

Η σύσταση της ανάγεται  στο 13ο αιώνα περίπου, αλλά δεν είναι εξακριβωμένο. Οι ρίζες πάνε 6 περίπου αιώνες αργότερα, αλλά ακόμα βαθύτερα, και συγκεκριμένα στα 1820, όπου μια εγκληματική οργάνωση στις φυλακές της Νάπολης στη Νότια Ιταλία δημιουργήθηκε με σκοπό την προστασία των φυλακισμένων, ώστε να αποφεύγεται η βίαιη μεταχείρισή τους από τη δυναστεία των Βουρβώνων. (Οι Βουρβώνοι κατείχαν το θρόνο της Νάπολης και της Πάρμας, από το 1707 ως και το 1734 και, εν συνεχεία, αυτό το ρόλο ανέλαβε ο Ναπολέοντας το 1806).

Στα 1830 οι πρώτοι αποφυλακισμένοι μετέφεραν τη δράση της ομάδας και μέσα στο κέντρο, στη Νάπολη. Έτσι η οργάνωση εξαπλώθηκε γρήγορα και πήρε καθαρά εγκληματικό χαρακτήρα, αναλαμβάνοντας «εργολαβικά» και για λογαριασμό τρίτων δολοφονίες, κλοπές, διαρρήξεις, εκβιασμούς, επιβολή αναγκαστικών φόρων σε όλους όσους είχαν χρήματα κ.α. Όπως έγινε προφανές από τα παραπάνω, αναφερόμαστε  φυσικά στην Καμόρα (το όνομα στα ισπανικά σημαίνει φιλονικία – διαμάχη, για αυτό και εικάζεται ότι ενδεχομένως έχει ρίζες στην Ισπανία, αλλά η ιταλική ερμηνεία, camorra,  είναι φατρία – συμμορία κατ’ επέκτασιν). Ήταν τιμή για κάποιον να ανήκει στην ομάδα. Η ιεραρχία της ήταν δώδεκα βαθμών και την ανώτατη διοίκηση την είχε συμβούλιο που απαρτιζόταν από δώδεκα μέλη.  Για να γίνει κάποιος μέλος έπρεπε να περάσει πολλές διαδικασίες, ώστε να δοκιμαστεί η εχεμύθεια και το θάρρος του.

Στα 1837 είναι όμως που για πρώτη φορά εμφανίζεται η λέξη Mafiosi, σε ένα έγγραφο υπογεγραμμένο από έναν εισαγγελέα του Ανώτατου Ποινικού Δικαστηρίου στο Τράπανι της Σικελίας και περιέγραφε τις αδελφότητες που ήταν αναμειγμένες σε εγκληματική δραστηριότητα. Είναι η μεταβατική περίοδος από την καμόρα στη μαφία, καθώς εξαπλώθηκαν εναντίον της εκστρατείες με σκοπό την πάταξη της το 1861 και 1862.  H μαφία σταδιακά άρχισε να παίρνει τη διάρθρωση και την έκταση με την οποία έγινε γνωστή.

Η πρωτόγονη αντίληψη της τιμής και η τήρηση της μυστικότητας  (omertà, δηλαδή κώδικας της σιωπής), ακόμη και από τα θύματα της καταπίεσης, επέτρεψαν στη Μαφία να αποκτήσει μεγάλη δύναμη και να γίνει ο σπουδαιότερος φορέας της εξουσίας.Και φτάνουμε στα  1867, που για πρώτη φορά διαδίδεται ευρέως  η λέξη Μαφία, καθώς ακούστηκε στην παράσταση ενός λαϊκού δράματος. Eίναι η εποχή που οργανώνονταν από τους  ευγενείς γαιοκτήμονες της Σικελίας, κληρονόμους ενός από τα τελευταία φεουδαρχικά συστήματα στην Ευρώπη, ένοπλες ομάδες χωρικών – «μπράβων» που είχαν σκοπό την υπεράσπιση με κάθε τρόπο, ακόμη και παράνομο, των συμφερόντων των κυρίων τους. Η νέα τάξη που δημιουργήθηκε μεταξύ πλουσίων και προλετάριων ήταν οργανωμένη σε αδελφότητες και είχε ως στόχο να ελέγχει και να καταστέλλει όσους δε συμμετείχαν σ’ αυτήν. Απαλλαγμένοι πλήρως από τους Γάλλους πλέον, μεταλλάχτηκαν σε οργάνωση υποχρεωτικής προστασίας που ρύθμιζε κάθε οικονομική δραστηριότητα στην Σικελία. Εδώ οφείλεται  η καθυστερημένη οικονομική και κοινωνική δομή του νησιού. Οι αντιλαϊκές και δεσποτικές κυβερνήσεις έκαναν δυνατή την εξάπλωση και την ισχυροποίησή της. Οι διεφθαρμένες κυβερνήσεις γίνονταν στόχος της Μαφίας που συχνά μοίραζε τα προϊόντα της ληστείας των αδιάφθορων πλουσίων στους φτωχούς.

Μετά την ενoποίηση της Ιταλίας (1859 – 1871, χάρη στους Βίκτωρ Εμμανουήλ Β΄ και  Καμίλο Καβούρ) οι ανώτεροι διοικητικοί εκπρόσωποι του ιταλικού κράτους, παρά τις συχνές φιλότιμες προσπάθειές τους, δεν μπόρεσαν να κλονίσουν την εξουσία των μαφιόζων και να εξασφαλίσουν την τήρηση των νόμων. Αντίθετα, η μαφία μπόρεσε να διαβρώσει το νεοσύστατο κρατικό μηχανισμό και να τοποθετήσει τους ανθρώπους της στις πιο επίκαιρες θέσεις. Χάρη στο κοινοβουλευτικό σύστημα κατάφερε να καταλάβει – εξαγοράσει  και τις έδρες των εκπροσώπων της Σικελίας στο ιταλικό κοινοβούλιο και να ματαιώσει κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης και απονομής δικαιοσύνης. Με τη δωροδοκία, τον εκβιασμό και, στην ανάγκη, τη δολοφονία, η εξουσία της μαφίας διατηρήθηκε και επεκτάθηκε στα αστικά κέντρα, παρά τις προσπάθειες των κυβερνήσεων και τα έκτακτα μέτρα που πάρθηκαν το 1875 και το 1895.

Η Μαφία κατά τον 20ο αιώνα

O αντιδραστικός χαρακτήρας της Μαφίας εκδηλώθηκε και κατά τη μεταπολεμική περίοδο, οπότε ενισχύθηκαν οι συνδέσεις της με σημαντικούς οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες του τόπου. Για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, δεν υπάρχουν σημαντικές κινηματογραφικές δημιουργίες που να αποτυπώνουν όλα τα παραπάνω.Kατά  τη φασιστική περίοδο (1919-1945), καταφέρθηκαν επιφανειακά πλήγματα εναντίον της, χωρίς ωστόσο να εξαφανιστεί, όπως αποδείχτηκε 25 χρόνια αργότερα, με τη λήξη των πολέμων. Το μόνο που κατάφερε ο Μουσολίνι ήταν να την εξαπλώσει σε ολόκληρη τη χώρα.

Ήδη όμως από τα τέλη του 19ου  και τις αρχές του 20ου  αιώνα, όταν ξεκίνησε το μεταναστευτικό κύμα στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, η Μαφία μεταφυτεύτηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε μερικές χώρες της Λατινικής Αμερικής από Ιταλούς μετανάστες. Ιδιαίτερα στις Η.Π.Α., η Μαφία γνώρισε τεράστια ανάπτυξη και στις αρχές της δεκαετίας του 1930 αποτελούσε πια αναπόσπαστο τμήμα της αμερικανικής ζωής. Όσον αφορά τη μετανάστευση Ιταλών στις Η.Π.Α., η ιταλική ταινία του 1979 «O Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι» σε ορισμένα σημεία αναφέρει τους λόγους που εξακολούθησαν οι μετανάστες να είναι μαφιόζοι.  Την εποχή εκείνη η Μαφία ήταν το μεγαλύτερο συνδικάτο εγκλήματος στις Η.Π.Α.. Όλα αυτά υπογραμμίζονται ξεκάθαρα στο αριστούργημα του Coppola, «O Νονός» του 1972.

Τα τελευταία 35 περίπου χρόνια έχουν αλλάξει οι μορφές δραστηριότητας της οργάνωσης, αλλά εξακολουθεί να κάνει αισθητή την παρουσία της στις Η.Π.Α. και την Ιταλία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τις Η.Π.Α. αποτελούν ο «Σημαδεμένος» (1983) του De Palma, το Donnie Brasco (1997) και το τρίτο και τελευταίο μέρος του «Νονού» (1990), όπου γίνεται εμφανής η αλλαγή στις κεφαλές εξουσίας, ενώ για την Ιταλία το πρόσφατο Romanzo Criminale αλλά και το Johnny Stecchino (1991) του Roberto Benigni στον ομώνυμο ρόλο, προσπαθεί να δείξει τη σήψη και τη διαφθορά σε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό στη δεκαετία του 1990, μέσα από μια κωμική και ταυτόχρονα καυστική οπτική γωνία.Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1950 και τις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι έρευνες απέδειξαν ότι η αμερικανική Μαφία ήταν όμοια σχεδόν στη δομή της με την ιταλική και δρούσε κάτω από το όνομα “Cosa Nostra” (= η υπόθεσή μας). Ο όρος αυτός αρχικά χρησιμοποιήθηκε από τους δημοσιογράφους για την αμερικανική μαφία, αλλά κρατάει ήδη από τα λατιφούντια (οι ιδιοκτησίες των γαιοκτημόνων). Την ίδια περίοδο η αμερικανική Μαφία αποτελούνταν από 24 ομάδες ή οικογένειες. Κάθε οικογένεια έλεγχε και μια πόλη, εκτός από τη Νέα Υόρκη, όπου υπήρχαν 5 οικογένειες. Οι επικεφαλής των ισχυρότερων οικογενειών αποτελούσαν μια επιτροπή με δικαστικές αρμοδιότητες. Επικεφαλής κάθε οικογένειας ήταν ένα «αφεντικό» ή «Δον» (“Don”), όπως ονομαζόταν, η εξουσία του οποίου επισκιαζόταν μόνο από την επιτροπή. Κάθε αφεντικό είχε έναν υπαρχηγό και ένα σύμβουλο. Κάτω από τον υπαρχηγό υπήρχαν οι “capporegime” (= τοποτηρητές), που έπαιζαν το ρόλο του ενδιάμεσου μεταξύ των κατώτερων κλιμακίων και του αφεντικού. Αυτοί  είχαν στις διαταγές τους ουλαμούς «στρατιωτών» που επέβλεπαν τόσο τις νόμιμες επιχειρήσεις της οικογένειας, όσο και τις παράνομες. Ο Coppola για άλλη μια φορά, στη συνέχεια του «Νονού», το 1974, απεικονίζει με μαεστρία την ιεραρχική δομή της οικογένειας. Οι νόμιμες επιχειρήσεις περιλάμβαναν συνήθως αυτόματα μηχανήματα πωλήσεων, βιομηχανίες τροφίμων, εστιατόρια (τα «Καλά Παιδιά» (1990) του Martin Scorsese, καλύπτουν πετυχημένα το συγκεκριμένο φάσμα) και παράνομους οίκους ανοχής, χαρτοπαιξία, διακίνηση οινοπνευματωδών ποτών στη διάρκεια της ποτοαπαγόρευσης στις Η.Π.Α. (1919-1933) και ναρκωτικά. Μεγάλο μέρος της δημιουργίας του Sergio Leone, το «Μια φορά και έναν καιρό στην Αμερική» (1984), περιγράφει λεπτομερώς την περίοδο που ο Αλ Καπόνε κινεί τα νήματα, καθώς επίσης και το Lucky Luciano, με τον Gian Maria Volonte.

Εκτός από την Ιταλία, σήμερα η “Cosa Nostra” εξακολουθεί να είναι παρούσα στις Η.Π.Α., καθώς και στον Καναδά, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ελβετία, στην Αγγλία και στη Ρωσία. Υπολογίζεται ότι αριθμεί περίπου 5.000 μέλη και τουλάχιστον 20.000 υποστηρικτές. Άλλες μαφιόζικες οργανώσεις είναι η καλαβρέζικη Drangheta και η Ιερή Ενωμένη Κορώνα της Πούλια.

Share.

Comments are closed.