Στην πολύπαθη και αγαπημένη μας Ίμβρο

0

Μπορεί η Ίμβρος να λέγεται τώρα Gökçeada, τα υπέροχα ελληνικά χωριά της να φέρουν πια τουρκικά ονόματα, να έχουν λεηλατηθεί και να έχουν σχεδόν ερημώσει, υπάρχουν όμως ακόμα αρκετοί Ρωμιοί που ζουν μόνιμα εκεί, και ακόμα περισσότεροι αυτοί που επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι για να δώσουν ζωντάνια στα χωριά όπου μεγάλωσαν.

Έβραζε όλο το Αιγαίο, το τελευταίο δεκαήμερο του Αυγούστου, στο λυσσαλέο ρυθμό των μελτεμιών. Τα 8άρια δεν είχαν σταματημό και τα απαγορευτικά στο κεντρικό Αιγαίο και τις Κυκλάδες είχαν εγκλωβίσει πολλούς μας φίλους στα λιμάνια. Εμείς όμως βρισκόμασταν πολύ ψηλά, εκεί όπου ξεκινούν να φυσούν τα μελτέμια και δεν προλαβαίνουν να σηκώσουν μεγάλες θάλασσες, όσο πολύ κι αν ουρλιάζουν. Έτσι, μόλις βγήκαμε από το λιμάνι της Τενέδου είχαμε να αντιμετωπίσουμε τα χειμαρρώδη κύματα που όμως δεν είχαν μεγάλο ύψος.
Σχετικά εύκολα πλησιάσαμε στις μικρές νησίδες Μαυριά, οι οποίες βρίσκονται 5 ναυτικά μίλια βόρεια από την Τένεδο και 6 μίλια από την μπούκα των Δαρδανελίων. Κάναμε μια σύντομη στάση στη νότια πλευρά της μεγαλύτερης από τις νησίδες, όπου απαγκιάζει πολύ καλά και τα ρηχά νερά σε προκαλούν να κολυμπήσεις. Από εδώ και πάνω τα κύματα μεγαλώνουν αρκετά και συχνά ξεπερνούν τα δύο μέτρα, δυσκολεύοντας περισσότερο την πλεύση μας.
Μπορεί τα μίλια που χωρίζουν την Τένεδο από την Ίμβρο να είναι μόλις 17, ήταν όμως αρκετά για να πάρουμε μια ισχυρή δόση αλμύρας. Και είναι αλήθεια πως πολύ λίγες είναι οι χαρές που μπορούν να συγκριθούν με τις στιγμές που, ταξιδεύοντας μέσα στα μανιασμένα κύματα, η πλώρη μας πλησιάζει το φανάρι κάποιου κάβου, πίσω από τον οποίο ξέρουμε πως θα βρούμε απάγκιο από το ανελέητο (αλλά και τόσο ζωογόνο) σφυροκόπημα της θάλασσας.
Κάπως έτσι λοιπόν, απαγκιάσαμε στο νοτιοανατολικό άκρο της Ίμβρου και, αφού απλώσαμε τις νιτσεράδες μας για να στεγνώσουν, αρχίσαμε να καταστρώνουμε τα πλάνα μας. Πριν βγούμε στη στεριά για να γνωρίσουμε την ενδοχώρα και τα ελληνικά χωριά, αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε τις ακτές της Ίμβρου.

Ο περίπλους, από νοτιοανατολικά
Ξεκινήσαμε την περιπλάνησή μας από το νοτιοανατολικό άκρο της Ίμβρου, από όπου «εκφύεται» η μακρόστενη χερσόνησος Κέφαλος, που εκτείνεται σε μήκος τεσσάρων ναυτικών μιλίων και το μέσο πλάτος της ξεπερνά το ένα χιλιόμετρο. Είναι μια επίπεδη, χαμηλή και αμμώδης κατά κύριο λόγο χερσόνησος, που μοιάζει με μια τεράστια ουρά που κατευθύνεται από το γαρμπή προς τον γρέγο. Στον αυχένα της χαρακτηριστικής αυτής χερσονήσου βρίσκονται οι αλυκές, στη νότια πλευρά των οποίων σχηματίζεται η πιο πολυσύχναστη παραλία του νησιού, αυτή του Κέφαλου. Στρωμένη με άμμο, που έχει ιδιαίτερα μεγάλο πλάτος, εκτείνεται σε μήκος δύο χιλιομέτρων και αποτελεί τον παράδεισο των σέρφερ. Δεκάδες είναι οι wind surfers και οι kite surfers που επιδίδονται σε άτυπους αγώνες ταχύτητας και δεξιοτεχνίας, τρέχοντας διαρκώς παράλληλα με την ακτή. Η δυτική πλευρά της παραλίας καταλαμβάνεται από ομπρέλες και ξαπλώστρες, πίσω από τις οποίες βρίσκονται μερικά μεγάλα πέτρινα κτίρια που στεγάζουν καφέ και εστιατόρια. Το μεγαλύτερο μέρος της ακτής όμως, παραμένει ερημικό, ιδιαίτερα το ανατολικό τμήμα της, στο σημείο από όπου ξεκινά και η χερσόνησος του Κέφαλου. Εκεί μπορούμε να προσεγγίσουμε με το σκάφος μας και να απολαύσουμε την απέραντη αμμουδιά και τα καταπράσινα νερά, συνδυάζοντας και μια βόλτα προς τις αλυκές που βρίσκονται λίγα βήματα πιο πάνω.
Με πορεία δυτική και πλέοντας πολύ κοντά στις ακτές, είχαμε σκοπό να εξερευνήσουμε τη νότια ακτογραμμή του νησιού και έπειτα να γυρίσουμε βόρεια, δένοντας στο παλιό λιμάνι του Κάστρου πρώτα, που βρίσκεται λίγο πριν το βορειοανατολικό άκρο της Ίμβρου, και έπειτα να γυρίσουμε στην ανατολική πλευρά του νησιού όπου φτιάχτηκε τελευταία το μεγάλο λιμάνι του Αγίου Κήρυκου. Μετά τον Κέφαλο ξεκινά μια μεγάλη ακτή στρωμένη με βότσαλα, στο μέσο της οποίας βρίσκεται το ξωκλήσι της Θεοτόκου, που σχεδόν ακουμπά στη θάλασσα.
Περάσαμε αρκετά ανοιχτά από τα Κόκκινα, λόγω των αβαθών που εκτείνονται σε μεγάλη έκταση, και φτάσαμε μέχρι τη μέση της νότιας πλευράς της Ίμβρου. Σε όλο αυτό το κομμάτι, ο δρόμος τρέχει πλάι στην ακτή, καθώς οι άγονες πλαγιές κατηφορίζουν ομαλά στη θάλασσα, σχηματίζοντας πολλές μακρόστενες παραλίες που είναι στρωμένες κυρίως με κροκάλες και δεν παρουσιάζουν κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μετά τα μισά της νότιας πλευράς, οι λόφοι ψηλώνουν και το θέαμα γίνεται εντυπωσιακότερο.
Σε στίγμα Β40°06’10″ – Α25°48’64″, συναντούμε έναν μεγάλο και καλοσχηματισμένο όρμο που φιλοξενεί μια πολύ όμορφη και πλατιά αμμουδιά, σχεδόν ερημική. Αμέσως μετά, ανάμεσα σε δυο μικρούς κάβους και σε στίγμα Β40°05’60 – Α25°46’68, συναντούμε μια από τις ομορφότερες ακτές του νησιού, την υπέροχη Συναπίδα. Τα καταπράσινα νερά και κυρίως η φαρδιά αμμουδιά, πίσω από την οποία ορθώνεται ένας τεράστιος αμμόλοφος που μας παραπέμπει σε τοπία της νότιας Κρήτης, είναι βέβαιο πως θα μας μαγέψουν. Στο ανατολικό άκρο της ακτής και λίγο ψηλότερα από το επίπεδο της θάλασσας, βρίσκεται μια μικρή καντίνα με καλαμωτή που υποδέχεται τον κόσμο που καταφθάνει, μέσω του χωματόδρομου που τερματίζει λίγο πιο πέρα. Το μεγαλύτερο μέρος της αμμουδιάς παραμένει ερημικό, ενώ προς το δυτικό άκρο της βρίσκεται και το εντυπωσιακότερο σημείο της. Ακριβώς πίσω από την αμμουδιά ξεκινά μια φαρδιά λωρίδα άμμου, η οποία ανηφορίζει με πολύ απότομη κλίση και φτάνει σε αρκετά μεγάλο υψόμετρο, χαρίζοντάς μας ένα υπέροχο θέαμα. Εδώ ακριβώς βγήκαμε με το φουσκωτό και αφού απολαύσαμε το κολύμπι μας στα καταπράσινα νερά, επιδοθήκαμε σε αλεπάλληλες τσουλήθρες στην απότομη και καυτή αμμώδη πλαγιά. Ανατολικά από την όμορφη Συναπίδα, δεσπόζει ένας ψηλός λόφος όπου καταλήγει μια πολύ μικρή χερσόνησος, η οποία χωρίζει δυο μεγάλες παραλίες. Είναι ένας τόπος με μεγάλη ιστορική σημασία, καθώς εδώ βρισκόταν ο οικισμός Πύργος, επίνειο και γέφυρα επικοινωνίας κάποτε του χωριού Σχοινούδι με τον έξω κόσμο.
Στη βορινή πλαγιά του λόφου βρίσκεται το μοναδικό σπίτι που απέμεινε όρθιο από τον παραδοσιακό οικισμό του Πύργου. Εδώ, στην κορυφή του λόφου, βρισκόταν και το γραφικό κατάλευκο ξωκλήσι της Αγίας Άννας, που ανεγέρθηκε το 1861 από τον πάμπλουτο Λήμνιο έμπορο Ιωάννη Αντωνιάδη, γνωστό και ως Sir John. Ήταν ένα προσωπικό τάμα του, προς τιμή της Αγίας Άννας, όταν την ημέρα της γιορτής της έπεσε σε σφοδρή θαλασσοταραχή και κινδύνεψε να βυθιστεί ανοιχτά του Πύργου. Από τότε και κάθε χρόνο, στο όμορφο ξωκλήσι γινόταν ένα από τα σημαντικότερα πανηγύρια του νησιού, την παραμονή της Κοιμήσεως της Αγίας Άννας που γιορτάζεται στις 15 Ιουλίου. Εδώ κατέφθαναν οι Ίμβριοι από κάθε γωνιά του νησιού, πολλοί από τους οποίους διανυκτέρευεαν στη μεγάλη αμμουδιά. Στήνονταν ολονύχτια γλέντια και χοροί, σε ένα μοναδικό περιβάλλον, μέχρι να φτάσουμε στο 1950, οπότε τα πανηγύρια έπαψαν να είναι χαρμόσυνα…
Εκείνο το μοιραίο βράδυ του πανηγυριού του 1950, πολλά παιδιά που συμμετείχαν στον εορτασμό της Αγίας Άννας, αποφάσισαν να στριμωχτούν σε μια μικρή βάρκα για να απολαύσουν τη νυχτερινή βαρκάδα στα γαλήνια νερά του Αιγαίου. Κάποια στιγμή, η βάρκα άρχισε να μπάζει νερά, ενώ κανένας από τους πανηγυριστές δεν άκουσε τις απελπισμένες τους φωνές για βοήθεια. Δεκαπέντε νεαρά άτομα, ηλικίας 16 έως 25 ετών, πνίγηκαν εκείνη τη νύχτα και από τότε το πανηγύρι της Αγίας Άννας έγινε θλιβερό και πένθιμο, και ποτέ πια δεν ξαναγιορτάστηκε με χορούς και τραγούδια.
Το ξωκλήσι της Αγίας Άννας λειτούργησε για τελευταία φορά το 1964, αφού μετέπειτα ο οικισμός του Πύργου εκκενώθηκε. Όλα τα σπίτια, μαζί με το εκκλησάκι, λεηλατήθηκαν και κατεδαφίστηκαν από τους Τούρκους και από τότε η Αγία Άννα γιορτάζεται στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Χάλακα Σχοινουδίου. Στη θέση του παραδοσιακού οικισμού, μέσα σε μια μικρή όαση από ψηλά δέντρα, χτίστηκαν οι άχαρες παραθεριστικές εγκαταστάσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Τουρκίας, οι οποίες μάλιστα απέκλεισαν και την πρόσβαση στην υπέροχη αμμουδιά του Πύργου.

Νοτιοδυτικά του νησιού
Μετά από την περιοχή του Πύργου γυρίσαμε στη νοτιοδυτική πλευρά του νησιού, η οποία εκτείνεται σε μήκος 3,5 ναυτικών μιλίων και σαν μια μεγάλη αγκαλιά απαγκιάζει πολύ καλά από τα μελτέμια. Στραμμένη προς τη Λήμνο, αποτελεί ίσως την ωραιότερη πλευρά της Ίμβρου και φιλοξενεί μερικές πραγματικά πολύ όμορφες γωνιές. Στη μέση περίπου της νοτιοδυτικής πλευράς, η οποία σχεδόν ολόκληρη αποτελεί μια τεράστια παραλία, βρίσκεται το λιμάνι του μικρού τουρκικού χωριού Ugurlu. Πρόκειται για μια ευθεία σχεδόν προβλήτα που εισέρχεται για αρκετές δεκάδες μέτρα στη θάλασσα και φιλοξενεί συνήθως μεγάλες σιδερένιες τράτες. Από την προβλήτα αυτή και ανατολικά υπάρχουν αρκετά κτιριακά συγκροτήματα που αποτελούν θέρετρα δημοσίων υπηρεσιών της Τουρκίας. Εντελώς ασύμβατα με το φυσικό περιβάλλον, υποβαθμίζουν κατάφωρα ολόκληρη την περιοχή και, παρά το μεγάλο μέγεθος της παραλίας, δεν αφήνουν ελεύθερο χώρο για να την απολαύσει κανείς. Αντίθετα, δυτικά από την προβλήτα, έως το νοτιοδυτικό άκρο του νησιού, απλώνεται μια τεράστια αχανής παραλία, η οποία είναι εντελώς παρθένα. Ο Μακρύς Γιαλός ή τα Λιβούνια όπως χαρακτηριστικά λέγεται η παραλία αυτή, όσο προχωρά δυτικά τόσο φαρδαίνει για να φτάσει στο μέγιστο πλάτος της στο τελείωμά της, κοντά στο νοτιοδυτικό άκρο του νησιού. Εδώ συγκεντρώνονται και οι περισσότεροι λουόμενοι, ενώ η υπόλοιπη παραλία παραμένει άδεια. Χωρίς ομπρέλες και ξαπλώστρες, χωρίς ταβέρνες και δίχως κανένα ίχνος ανθρώπινης παρέμβασης, αποτελεί ένα από τα ομορφότερα φυσικά τοπία του νησιού. Πίσω από την αμμουδιά, εκεί που αρχίζουν να ανηφορίζουν οι πλαγιές, ένα πυκνό δάσος από χαμηλά πεύκα συμπληρώνει το υπέροχο αυτό σκηνικό.
Τα Λιβούνια σταματούν στο ξεκίνημα ενός μικρού και σκληροτράχηλου κάβου, ο οποίος εισχωρεί για λίγες δεκάδες μέτρα στη θάλασσα και μαζί με το νοτιοδυτικό άκρο του νησιού οριοθετούν ένα μικρό φυσικό λιμάνι. Ο ορμίσκος αυτός, που είναι και ο μικρότερος που σχηματίζεται σε ολόκληρη την ακτογραμμή της Ίμβρου, έχει άνοιγμα μόλις διακοσίων μέτρων και βλέπει προς το γαρμπή, αποτελώντας ένα ιδανικό αραξοβόλι που απαγκιάζει απόλυτα από τα μελτέμια. Ο βυθός του είναι πετρώδης, ο μυχός του είναι στρωμένος με άμμο και μεγάλα βότσαλα, το γύρω τοπίο όμως και οι απόκρημνοι κάβοι που τον περικλείουν συνθέτουν ένα ιδιαίτερα άγριο και όμορφο σκηνικό.
Με τον ήλιο να γέρνει προς τη δύση του, χωρίς δεύτερη σκέψη, αποφασίσαμε να διανυκτερεύσουμε στον ορμίσκο αυτό, ολοκληρώνοντας τον περίπλου μας την επόμενη μέρα. Αφού αγκυροβολήσαμε και πιάσαμε μια πρυμάτσα στην ακτή, πήραμε το μικρό μονοπάτι και σύντομα βρεθήκαμε στην κορυφογραμμή του ανατολικού κάβου. Από εδώ θαυμάσαμε τη μοναδική θέα προς την παραλία Λιβούνια, με το ωραιότερο σημείο της να βρίσκεται ακριβώς κάτω από τα πόδια μας.
Κι ενώ η αχανής παραλία φάνταζε εντελώς άδεια, πλάι ακριβώς από τον μικρό κάβο είδαμε να συνωστίζονται αρκετοί άνθρωποι κατά ομάδες, που με τις φωνές και τα παιχνίδια τους έδιναν ζωή σε αυτό το απομακρυσμένο σημείο. Προς μεγάλη μας μάλιστα έκπληξη, διαπιστώσαμε πως ήταν όλοι Έλληνες! Ακούγοντας μόνο ελληνικά, προς στιγμή μπερδευτήκαμε, όμως αυτό στη συνέχεια λειτούργησε τονωτικά και οι ανασφάλειές μας άρχισαν σιγά σιγά να μας εγκαταλείπουν. Νιώσαμε αμέσως πως βρισκόμαστε σε δικό μας τόπο και με τις ελληνικές λέξεις να αντηχούν στη γύρω ερημιά, μεταφερθήκαμε αρκετές δεκαετίες πίσω, τότε που στο νησί ζούσαν μόνο Έλληνες.
Με συναισθήματα ιδιαίτερα και σίγουρα πρωτόγνωρα, επιστρέψαμε στο φουσκωτό και συζητώντας μέχρι αργά το βράδυ προσπαθούσαμε να αφομοιώσουμε την πρώτη μας αυτή επαφή με την Ίμβρο. Η ακίνητη πλώρη μας κοιτούσε προς την μπούκα του όρμου και λίγα μίλια πιο πέρα, μέσα στην μοναξιά του πελάγους και το δέος της θεοσκότεινης νύχτας, κάτι έλαμπε στο βάθος, ακριβώς απέναντί μας. Ήταν ο φάρος της Πλάκας στο βορειοανατολικό άκρο της Λήμνου, ο οποίος, αν και βρισκόταν σε απόσταση 11 ναυτικών μιλίων, έμοιαζε να βρίσκεται πολύ κοντά μας. Στηριγμένοι με τους αγκώνες μας στους πλωριούς αεροθαλάμους, μείναμε για πολλή ώρα να κοιτάζουμε το φάρο, ώσπου τελικά αποκοιμηθήκαμε παρέα με τις αναλαμπές του, που γλύκαιναν την αφέγγαρη νύχτα.
Όπως διαπιστώσαμε τις επόμενες μέρες, ο ορμίσκος αυτός στον οποίο και περάσαμε το πρώτο μας βράδυ στην Ίμβρο, έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο καθώς αποτελούσε την πύλη εξόδου για τους Ίμβριους. Από εδώ, οι Ίμβριοι έφευγαν κρυφά για την Ελλάδα, όταν οι συνθήκες της ζωής τους έγιναν δραματικές μετά την παραχώρηση του νησιού στην Τουρκία και την καταπάτηση κάθε ίχνους των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε, ο ορμίσκος αυτός ονομάζεται Kacakliman, που στα τούρκικα σημαίνει «λαθραίων λιμάνι» ή Gizli Liman, που σημαίνει «κρυφτό λιμάνι».
Σ’ αυτόν τον υπήνεμο ορμίσκο, λοιπόν, σε κάτι τέτοιες ασέληνες νύχτες, κατέφθαναν κρυφά τα καΐκια από το Κάστρο και παραλάμβαναν τους Έλληνες που ερχόντουσαν εδώ από κάθε γωνιά της Ίμβρου, περπατώντας για πολλά χιλιόμετρα σε κακοτράχαλα μονοπάτια. Με αυτόν τον τρόπο οι Ίμβριοι, εγκατέλειπαν το βιος τους και διέφευγαν στις απέναντι ακτές της Λήμνου και από εκεί περνούσαν στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, αναζητώντας την τύχη τους. Όντας Τούρκοι υπήκοοι, ήταν έλληνες με θητεία στον τουρκικό στρατό, αλλά αναγκάζονταν να φεύγουν λαθραία γιατί η τουρκική κυβέρνηση δεν τους έδινε βίζα.
Δεν ξέρω αν ήταν μοιραίο, αλλά έτυχε να εισπράξουμε κι εμείς λίγα από εκείνα τα συναισθήματα της κρυφής απόδρασης προς τη Λήμνο, αφού εντελώς τυχαία περάσαμε το πρώτο μας βράδυ εκεί, στο Gizli Liman, αλλά και το τελευταίο μας, από όπου κάποιο χάραμα «αποχαιρετίσαμε» την Ίμβρο.

Η βορινή πλευρά της Ίμβρου
Την επόμενη μέρα καβατζάραμε το νοτιοδυτικό άκρο του νησιού και συνεχίσαμε τον περίπλου μας. Η πλώρη μας στράφηκε προς το βορρά και λίγα μίλια μπροστά μας ορθωνόταν επιβλητικά ο τεράστιος ορεινός όγκος της Σαμοθράκης. Η βορινή πλευρά της Ίμβρου εκτείνεται σε μια απόσταση 15 ναυτικών μιλίων και χαρακτηρίζεται από θαλασσοδαρμένες ακτές, με απόκρημνες πλαγιές, χωρίς τη δημιουργία όρμων και υπήνεμων σημείων. Ταξιδεύαμε με φρέσκο μελτέμι και τα ορμητικά κύματα δυσκόλευαν αρκετά την πλεύση μας. Επιμέναμε όμως να βρισκόμαστε αρκετά κοντά στις ακτές ώστε να παρατηρούμε τη μορφολογία τους. Διαδοχικά βουνά, που οι κορυφές τους φτάνουν σε μεγάλο ύψος, χωρίζονται μεταξύ τους από μεγάλες και βαθιές ρεματιές που φτάνουν μέχρι τη θάλασσα. Μέσα στις κοίτες τους δεσπόζουν τα πεύκα και τα πανύψηλα κυπαρίσια που σκαρφαλώνοντας στις απότομες πλευρές των ρεματιών φτάνουν σε μεγάλο υψόμετρο.
Μετά από έξι ναυτικά μίλια φτάσαμε ανοιχτά από την παραλία του Μάρμαρου, στο ανατολικό άκρο της οποίας βρίσκεται και ένα παλιό ερειπωμένο εκκλησάκι που γιορτάζει στις 16 Αυγούστου. Στρωμένη με μεγάλα γκρίζα βότσαλα, είναι μια από τις ελάχιστες ακτές που συναντούμε στη βορινή πλευρά του νησιού, η οποία βέβαια μαστίζεται από τα μελτέμια.
Δυόμισι μίλια πριν από το βορειοανατολικό άκρο της Ίμβρου βρίσκεται το παλιό λιμάνι του Κάστρου. Μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο καβατζάραμε το φανάρι του κυματοθραύστη, μπαίνοντας σιγά σιγά στην μπούκα του ευρύχωρου λιμανιού. Κατευθυνθήκαμε προς τη βορινή πλευρά του, στην προκυμαία που βρίσκεται στην εσωτερική πλευρά του κυματοθραύστη, όπου υπάρχει πάντα ελεύθερος χώρος για να δέσουμε. Βλέποντάς μας κάποιοι τούρκοι ψαράδες, πετάχτηκαν από τα καΐκια τους και έτρεξαν να μας προτείνουν πού να πλαγιοδετήσουμε, δένοντας μάλιστα μόνοι τους τις πρυμάτσες μας. Ευχαριστημένοι από την αυθόρμητη αυτή ενέργειά τους, που φανέρωνε καλή διάθεση και φιλοξενία, πιάσαμε την κουβέντα, συζητώντας μαζί τους για αρκετή ώρα. Μετά όμως από τα τόσα μπουγέλα που μας φιλοδώρισε η αγριεμένη θάλασσα, η οποία συνέχιζε να στέλνει αφρούς και μέσα στο λιμάνι από τα ορμητικά κύματα που έσπαγαν στον κυματοθραύστη, είχαμε μεγάλη ανάγκη για ένα ζεστό καφεδάκι. Βγάζοντας το γκαζάκι στην προκυμαία, σύντομα ψήσαμε τα ενισχυμένα καφεδάκια μας, και καθισμένοι εδώ, με τα πόδια μας να ακουμπούν στους αεροθαλάμους, απολαμβάναμε τη θαλπωρή του λιμανιού.

Το λιμάνι και ο οικισμός του Κάστρου (Kalekoy)
Το λιμάνι βρίσκεται μέσα σε έναν μεγάλο όρμο, η είσοδος του οποίου βλέπει στο βορρά. Το μεγαλύτερο τμήμα της εισόδου του όμως κλείνει από έναν πολύ μακρύ κυματοθραύστη, ο οποίος αφήνοντας ένα άνοιγμα μόλις λίγων δεκάδων μέτρων προς τη δυτική πλευρά του όρμου, τον προστατεύει ουσιαστικά ολόκληρο από τα μελτέμια, που εδώ φυσούν καθαρά από βορειοανατολικές διευθύνσεις. Στην εσωτερική πλευρά του κυματοθραύστη υπάρχει μια πολύ φαρδιά προκυμαία όπου δένουν τα λιγοστά σκάφη αναψυχής που προσεγγίζουν στο νησί, καθώς και μερικές μεγάλες τράτες. Εδώ μπορούμε να δέσουμε με μεγάλη άνεση, αφού συνήθως υπάρχει απεριόριστος ελεύθερος χώρος.
Στην ανατολική πλευρά του όρμου βρίσκεται μια ευθεία τσιμεντένια προβλήτα που τρέχει για εκατό περίπου μέτρα προς το κέντρο του. Στη βορινή πλευρά της αγκυροβολούν οι μικρές ψαρόβαρκες των ντόπιων χωρίς να αφήνουν ελεύθερο χώρο για να δέσει κανείς. Στο άκρο της προβλήτας αυτής υπάρχει ένα σιδερένιο φανάρι που μαζί με το φανάρι που βρίσκεται στο τελείωμα του μεγάλου κυματοθραύστη οριοθετούν την μπούκα του ευρύχωρου λιμανιού.
Στο μυχό του όρμου που φιλοξενεί το λιμάνι σχηματίζεται μια μεγάλη και φαρδιά αμμουδιά, όπου εκβάλλει ο Ιλισσός ποταμός που διατρέχει και τροφοδοτεί τον μεγάλο κάμπο, ο οποίος ξεκινά από την παραλία και εκτείνεται νότια προς την ενδοχώρα για πολλά τετραγωνικά χιλιόμετρα, αποτελώντας πηγή ζωής, για πολλές δεκαετίες, για τους Ρωμιούς της Ίμβρου.
Ωστόσο, η πρώτη εντύπωση που αποκομίζει κανείς από το λιμάνι του Κάστρου, σίγουρα δεν είναι και η καλύτερη. Ιδιαίτερα μάλιστα εάν έχει προηγηθεί έστω και μια μικρή στάση στο λιμάνι της Τενέδου, το οποίο είναι πολύ πιο όμορφο.
Το λιμάνι του Κάστρου βρίσκεται στη δυτική πλευρά του λόφου, στην κορυφή του οποίου δέσποζε κάποτε το βυζαντινό κάστρο, από όπου πήρε και το όνομά του ο οικισμός. Σε αντίθεση με την Τένεδο, όπου το κάστρο βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση, εδώ θα συναντήσουμε μόνο λιγοστά ερείπια και σωριασμένες πέτρες, ενώ στη νότια και ανατολική πλευρά του κάστρου υπάρχουν κάποια μεμονωμένα τμήματα από τα παλιά τείχη που ορθώνονται ψηλά. Η ερημιά του λιμανιού κατά τη διάρκεια της ημέρας είναι χαρακτηριστική, ενώ τα λιγοστά σπιτάκια που βρίσκονται στην ανατολική πλευρά του στερούνται γραφικότητας και μάλλον απογοητεύουν τον επισκέπτη.
Το πρώτο κτίσμα που συναντούμε στο λιμάνι είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, την οποία λειτουργούσαν οι Ίμβριοι σφουγγαράδες τον μήνα Μάιο, όταν έριχναν τα καΐκια τους και έφευγαν για τη συγκομιδή σφουγγαριών. Τώρα πια, λειτουργεί μόνο στη γιορτή του Αγίου Νικολάου και στα Θεοφάνεια. Κολλητά με την εκκλησία συνεχίζουν τρία τέσσερα σπίτια και μετά βρίσκονται μερικά ξενοδοχεία και καφε-εστιατόρια.

Πήραμε τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στην πρωτεύουσα του νησιού και προχωρώντας για λίγα μέτρα, πλάι από το μεγάλο στρατόπεδο του οποίου η κεντρική πύλη βλέπει στο λιμάνι, βρεθήκαμε στη βάση της νότιας πλευράς του λόφου, ανάμεσα σε μερικά νεόχτιστα και άχαρα κτίρια.
Στρίψαμε αριστερά και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε προς τη νότια πλαγιά, εκεί όπου βρίσκεται ο παλιός οικισμός του Κάστρου. Αρχικά συναντήσαμε μερικές πολύ όμορφες πέτρινες πανσιόν, που μόλις ολοκληρωνόταν η κατασκευή τους, δείγμα της στροφής του νησιού προς την τουριστική ανάπτυξη. Όσο ανηφορίζαμε τόσο μπαίναμε στην καρδιά του παλιού οικισμού, με τα παλιά πέτρινα σπιτάκια του, μερικά από τα οποία είναι ερειπωμένα, άλλα όμως είναι ανακαινισμένα ή ανακατασκευασμένα σε συμπαθητικούς ξενώνες με όμορφη θέα προς το λιμάνι και το μεγάλο κάμπο.
Φανερά συγκινημένοι, παρατηρούσαμε τις υπέροχες παλιές πέτρινες μονοκατοικίες με τις κεραμιδοσκεπές τους έτοιμες να καταρρεύσουν. Περπατούσαμε για αρκετή ώρα στα σοκάκια, ανάμεσα από τις κληματαριές, τις συκιές και τις τεράστιες μουριές που στολίζουν τους περίβολους των σπιτιών. Ολόκληρο το χωριό ήταν χτισμένο στη νότια πλαγιά του λόφου, σε υπέροχη αρμονία με το γύρω φυσικό τοπίο.
Το Κάστρο είναι από τους παλιότερους οικισμούς και αποτελούσε την πρωτεύουσα του νησιού για πολλές δεκαετίες. Τώρα πια η υποβάθμισή του είναι πλέον φανερή. Το Κάστρο είναι το πρώτο ελληνικό χωριό που καταπατήθηκε από τους Τούρκους όταν οι Έλληνες εγκατέλειπαν μαζικά το νησί, και το μοναδικό που δεν κατοικείται από κανέναν Έλληνα πια. Οι κάτοικοί του, φοβισμένοι και τρομοκρατημένοι, έφυγαν όλοι από τα σπίτια τους. Όταν μαθεύτηκε πως στο Κάστρο υπήρχαν εγκατατελειμμένα σπίτια, κατέφθασαν Κούρδοι από τα σύνορα της Περσίας, έσπαγαν πόρτες και έμπαιναν μέσα στα σπίτια, τα οποία και περιήλθαν στην κατοχή τους με το νόμο περί χρησικτησίας, αφού οι Έλληνες φοβόντουσαν να επιστρέψουν για να τα διεκδικήσουν. Όσοι τόλμησαν να μπουν σε αυτήν τη διαδικασία, επιστρέφοντας στο Κάστρο, πετροβολήθηκαν και εκδιώχθηκαν, και μοιραία εγκατέλειψαν κάθε προσπάθεια να βρουν το δίκιο τους. Το τουρκικό κράτος βέβαια έκανε τα στραβά μάτια στην άνευ προηγουμένου λεηλασία και αρπαγή των σπιτιών και έτσι φτάσαμε σήμερα να μην υπάρχει ούτε ένας Έλληνας κάτοικος στο χωριό του Κάστρου, το οποίο κατοικείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από Κούρδους. Είναι χαρακτηριστικό πως δύο μόνο οικογένειες Κούρδων που εγκαταστάθηκαν στο χωριό, αποτελούνταν από 75 άτομα. Τα τελευταία χρόνια αρκετοί Τούρκοι από την Κωνσταντινούπολη αγοράζουν τα παλιά σπίτια από τους Κούρδους και τα ξαναφτιάχνουν, χρησιμοποιώντας τα ως εξοχικές κατοικίες.

Αφού περιπλανηθήκαμε για αρκετή ώρα ανάμεσα στα πετρόχτιστα σπίτια του Κάστρου, σύντομα φτάσαμε ψηλά στο λόφο, όπου βρίσκεται ένα πρόχειρο καφέ που υποδέχεται τους επισκέπτες. Μερικά σκόρπια τραπεζάκια πάνω στα λεία βράχια προσφέρουν υπέροχη θέα όπου κι αν ρίξεις τη ματιά σου. Γυρνώντας δυτικά, ακριβώς κάτω από τα πόδια σου δεσπόζει το μεγάλο λιμάνι και ο μακρύς κυματοθραύστης που το αγκαλιάζει, ενώ αν σηκώσεις το βλέμμα σου σκιάζεσαι πραγματικά από τον επιβλητικό ορεινό όγκο της Σαμοθράκης που αναδύεται μέσα από το βαθυγάλανο πέλαγος. Το θέαμα είναι συναρπαστικό και προς το νότο, όπου απλώνεται σε τεράστια έκταση ο μεγάλος κάμπος, μέσα στον οποίο διακρίνουμε και τον μακρύ αεροδιάδρομο.
Αφού καθήσαμε για αρκετή ώρα να θαυμάζουμε το υπέροχο θέαμα, πήραμε το στενό χωμάτινο μονοπάτι που προχωρά ανατολικά και φτάσαμε στο κέντρο της κορυφής του λόφου, κάτω από τον πανύψηλο ιστό που φιλοξενεί τη μεγάλη τουρκική σημαία. Εκεί βρίσκονται και τα λιγοστά εναπομείναντα τείχη από το κάστρο, από όπου, αν κοιτάξουμε προς τη νότια πλαγιά του λόφου θα έχουμε μια πλήρη εικόνα τα παλιού πέτρινου οικισμού του Κάστρου που κατηφορίζει μέχρι χαμηλά στο δρόμο.
Φτάνοντας στο ανατολικό τείχος του κάστρου θα θαυμάσουμε τη θέα προς τις απόκρημνες βορειοανατολικές ακτές της Ίμβρου αλλά και προς την παραλία Κάρδαμος, η οποία βρίσκεται ανατολικά από το λόφο και συγκεντρώνει αρκετό κόσμο.
Στην επιστροφή μας στο λιμάνι προτιμήσαμε να πάρουμε το παλιό καλντερίμι που κατηφορίζει στη δυτική πλευρά του λόφου. Σχεδόν αθέατο από τις πευκοβελόνες που το σκεπάζουν, σύντομα μας έβγαλε πίσω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

Στην Παναγιά, την πρωτεύουσα
Σταθήκαμε για λίγες στιγμές ξεκούρασης στο μεγάλο περίπτερο του λιμανιού, περιμένοντας την Κατίνα Καρανικόλα, την πολύ καλή μας φίλη που ζει μόνιμα πια στο νησί. Γεννημένη στην Ίμβρο, σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη όπου έζησε για τριάντα ολόκληρα χρόνια και επισκεπτόταν για λίγους μόνο μήνες το χρόνο το νησί της. Βγαίνοντας πρόωρα στη σύνταξη, αποφάσισε να επιστρέψει στην Ίμβρο και να δώσει το δικό της προσωπικό αγώνα για τα δικαιώματα των Ιμβρίων. Η Κατίνα μάς μετέφερε με το αυτοκίνητό της στην Παναγιά, όπου είναι και το σπίτι της. Εκεί, μας υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη θέρμη και άλλοι Ίμβριοι που μας περίμεναν, κάνοντάς μας να νιώσουμε εξαιρετικά όμορφα, σε ένα πολύ ευχάριστο περιβάλλον. Η Παναγιά είναι η Χώρα και πρωτεύουσα της Ίμβρου από το 1704. Απέχει τέσσερα χιλιόμετρα από το λιμάνι του Κάστρου και φιλοξενεί όλες τις δημόσιες και διοικητικές υπηρεσίες του νησιού. Εδώ βρίσκεται και η Μητρόπολη που αποτελεί την έδρα του Μητροπολίτη Ίμβρου και Τενέδου. Παλιά η Παναγιά ήταν πιο μικρή, με πολλά δέντρα, πετρόχτιστα σπίτια με κεραμοσκεπές και όμορφα καλντερίμια. Δυστυχώς σήμερα τα πάντα έχουν αλλάξει. Αρκεί μια μικρή βόλτα στον κεντρικό δρόμο όπου βρίσκονται πολλά μαγαζιά, καφετέριες και εστιατόρια στη σειρά, για να διαπιστώσουμε πως τίποτε δεν είναι όπως πριν. Η Παναγιά είναι το μοναδικό χωριό της Ίμβρου που δεν θυμίζει σε τίποτα τον παλιό ελληνικό παραδοσιακό οικισμό, μιας και έχει βάναυσα τσιμεντοποιηθεί και έχει μετατραπεί σε μια άσχημη και πολύβουη κωμόπολη της Ανατολίας. Σήμερα, στην Παναγιά ζουν μόλις 30 Έλληνες, ενώ οι Τούρκοι ξεπερνούν τους 3.000.

Στο Σχοινούδι (Derekoy)
Με το αυτοκίνητο που μας παραχώρησε πολύ ευγενικά η Κατίνα, πήραμε την κεντρική οδική αρτηρία που διασχίζει το νησί από βορειοανατολικά προς νοτιοδυτικά. Μετά από μια πολύ όμορφη διαδρομή ανάμεσα στα βουνά, φτάσαμε σε λίγη ώρα στο πιο απομακρυσμένο από τα ελληνικά χωριά της Ίμβρου, το ορεινό Σχοινούδι. Εκεί, στη νοτιοδυτική πλευρά του νησιού, αθέατο από τη θάλασσα, ανάμεσα στα βουνά Μαδαρό (φαλακρό) και Σκάφη βρίσκεται χτισμένο το πολύπαθο αυτό κεφαλοχώρι. Ο κεντρικός δρόμος χωρίζει το μεγάλο χωριό στα δύο: Στο βορινό τμήμα, που είναι χτισμένο στις πλαγιές του όρους Σκάφη, και στο νότιο τμήμα, το μεγαλύτερο και πιο πυκνοκατοικημένο, που σκαρφαλώνει στις πιο απότομες πλαγιές του όρους Μαδαρό.
Τα πρώτα κτίσματα που συναντούμε είναι τα μεγαλύτερα του χωριού και βρίσκονται πάνω στο δρόμο. Το παλιό δημοτικό σχολείο στα αριστερά, και την εντυπωσιακή πετρόχτιστη εκκλησία τής Αγίας Μαρίνας στα δεξιά, η οποία είναι και η Πολιούχος του Σχοινουδίου. Αφήσαμε το αυτοκίνητο πίσω από το παλιό δημοτικό και ανηφορίσαμε προς το νότιο τμήμα του χωριού, όπου βρίσκεται η παλιότερη συνοικία του, ο Χάλακας. Προχωρώντας σε χωμάτινα μονοπάτια, σε στενά σοκάκια και καλντερίμια, όλα σχεδόν εξαφανισμένα από τις σωριασμένες πέτρες των όμορων σπιτιών και από τα αγριόχορτα που είχαν φυτρώσει παντού, φτάσαμε στα σπίτια που βρίσκονταν πιο ψηλά. Θέλοντας να έχουμε μια πιο πλήρη και πανορακιμή άποψη του χωριού, ανεβήκαμε ακόμα πιο πάνω, ακροβατώντας και γλιστρώντας στις σκόρπιες ακανόνιστες πέτρες που σκεπάζουν τις πλαγιές του όρους Μαδαρό και καθίσαμε πλάι από ένα ξερακιανό δέντρο. Ακριβώς κάτω από τα πόδια μας κατηφόριζε η συνοικία του Χάλακα, που είναι και η παλιότερη του χωριού, ενώ απέναντι, διακρίνονταν καθαρά οι συνοικίες Πέρα Χωριό και Αγία Ελένη, που βρίσκονται στις πιο ομαλές πλαγιές του όρους Σκάφη.
Πραγματικά, δεν ξέρω πώς να περιγράψω το συγκλονιστικό θέαμα που ξεδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια μας, οπουδήποτε κι αν στρέφαμε το βλέμμα μας. Ένα αληθινά βομβαρδισμένο τοπίο! Ένα τοπίο που δεν συναντάς πουθενά αλλού στο Αιγαίο, αλλά και σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Ήταν σαν να βρεθήκαμε πολλές δεκαετίες πίσω, ίσως στη δεκαετία του ‘50 και του ‘60, αλλά έπειτα από κάποιον καταστροφικό σεισμό ή κάποια αεροπορική επιδρομή! Δεν είχα καμιά αμφιβολία πως ήμασταν κατάφατσα με τις πιο θλιβερές εικόνες που είχαμε ποτέ αντικρίσει.

Αμήχανοι, απροετοίμαστοι ίσως για αυτό το θέαμα, μείναμε να παρατηρούμε για πολλή ώρα, έκπληκτοι και αμίλητοι. Πραγματικά, καμιά φωτογραφία δεν μπορεί να αποδώσει ούτε στο ελάχιστο την εικόνα που αντικρίζει κανείς και καμιά περιγραφή δεν μπορεί να σου μεταφέρει τα συναισθήματα που νιώθεις και σε κάνουν να σκύβεις το κεφάλι από ντροπή και θλίψη. Ίσως η μεγάλη έκταση της καταστροφής που δεν τη χωρά ο νους, ίσως η δύναμη των εικόνων που τόσο ζωντανά και ανάγλυφα μάς τόνιζαν την ιστορία αυτού του τόπου, ίσως επειδή είμαστε Έλληνες και συμπάσχουμε περισσότερο με τους Ρωμιούς της Ίμβρου, να είναι μερικές από τις αιτίες που μας έκαναν να νιώσουμε έτσι.
Δεν σας κρύβω μάλιστα, πως το πραγματικό μέγεθος των απίστευτων αυτών εικόνων που αντικρίσαμε, το συνειδητοποίησα αρκετές εβδομάδες αργότερα, οπότε και άρχισα να γράφω αυτές τις γραμμές. Γνωρίζοντας και μαθαίνοντας δε, από πρώτο χέρι, τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες των μεθοδεύσεων των αγαπητών γειτόνων μας, δύσκολα πια θα μπορούσα να τους συγχωρήσω για τις αποτρόπαιες τακτικές τους και για τον αφανισμό ολόκληρων χωριών. Μόνο σαν χωριό-φάντασμα θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το Σχοινούδι, το οποίο ήταν εξ ολοκλήρου χτισμένο από πέτρινα σπίτια και αρχοντικά, αποτελώντας έναν από τους γραφικότερους και πιο παραδοσιακούς οικισμούς του Αιγαίου. Τα περισσότερα σπίτια πια, φέρουν έντονα τα σημάδια κατάρρευσης, καθώς ολόκληρο σχεδόν το χωριό έχει ερημώσει. Σωριασμένοι τοίχοι, κεραμιδοσκεπές ετοιμόρροπες και γκρεμισμένες, αγριοσυκιές και ακακίες να ξεφυτρώνουν μέσα από τα ερειπωμένα σπίτια, κατσίκια να λουφάζουν σε δώματα που κάποτε ζούσαν οι Ίμβριοι, σκαλοπάτια μπαζωμένα από σάπια ξύλα και πέτρες, είναι μερικές από τις συχνότερες εικόνες που αντικρίζει κανείς.

Ανάμεσα από τα χαλάσματα προσπαθούσαμε να ξεχωρίσουμε τα λιγοστά φροντισμένα σπίτια που έδειχναν πως υπάρχει ακόμα ζωή σε τούτο τον τόπο. Διακρίναμε την εκκλησία της Παναγίας, την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, το παλιό δημοτικό που τώρα έχει μετατραπεί σε εστιατόριο και ντισκοτέκ μαζί, τα απομεινάρια των παλιών ελαιοτριβείων. Κάποια στιγμή κατηφορίσαμε ανάμεσα από τα ερείπια και βγήκαμε στο παλιό παντοπωλείο του Νικόλαου Δροσούλη που χρονολογείται από το 1907. Σφραγισμένο με ξύλινα πατζούρια που σαπίζουν, σπασμένα παράθυρα και σοβάδες που έχουν ξηλωθεί, μαρτυρά πως εδώ κάποτε ευημερούσε μια ολόκληρη κοινωνία. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας σε καλή κατάσταση, όπως και οι περίφημες σκεπαστές βρύσες του Χάλακα. Πρόκειται για έναν μακρύ πετρόχτιστο χώρο με ξύλινη οροφή, που είχε το ρόλο δημοσίων πλυσταριών του χωριού και έχει πλήρως αναστηλωθεί μετά από πρωτοβουλίες του συλλόγου Ιμβρίων της Αθήνας. Εδώ συγκεντρώνονταν οι γυναίκες του χωριού και έπαιρναν σειρά για το πλύσιμο των ρούχων τους. Υπάρχουν ακόμα οι πέτρινες πλύστρες στη σειρά, και απέναντι από κάθε μία οι θολωτές εσοχές όπου άναβαν φωτιά και τοποθετούσαν τα καζάνια για να ζεστάνουν το νερό. Μέσα στις σκεπαστές βρύσες κατέληγε και το νερό από όπου τροφοδοτούνταν ολόκληρο το χωριό. Λίγα μέτρα πιο πέρα βρίσκεται και το ένα από τα τρία ελαιοτριβεία του χωριού, το οποίο έχει σχεδόν μπαζωθεί από τους γκρεμισμένους τοίχους και τη σωριασμένη κεραμιδοσκεπή. Με τις ενέργειες των δραστήριων ανθρώπων του Ιμβριακού συλλόγου γίνονται προσπάθειες να βρεθούν οι ιδιοκτήτες του και να συγκεντρωθούν τα χρήματα για την αναστήλωσή του. Ελπίζουμε οι προσπάθειες αυτές να ευοδωθούν πολύ σύντομα και το παλιό ελαιοτριβείο να αποτελεί έναν ακόμα αναστηλωμένο χώρο που θα ζωντανεύει την ιστορία του χωριού.

Διασχίσαμε τον κεντρικό δρόμο και βγήκαμε στις βορινές γειτονιές του χωριού, πίσω από την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Εδώ τα πράγματα ήταν σαφώς καλύτερα. Τα περισσότερα σπίτια ήταν περιποιημένα και φροντισμένα, ενώ υπήρχαν αρκετά αυτοκίνητα με ελληνικές πινακίδες στους χωματόδρομους. Πολύ συχνά ακούγαμε ομιλίες και φωνές Ελλήνων που έρχονταν μέσα από τις αυλές και τα ανοιχτά παράθυρα των σπιτιών, και αυτό ήταν η αιτία που τα συναισθήματά μας άρχισαν σιγά σιγά να μαλακώνουν, ύστερα από το αρχικό σοκ που υποστήκαμε.
Όσο περιπλανιόμασταν στα μικρά δρομάκια, προσπαθούσαμε να φανταστούμε πώς ήταν το Σχοινούδι πριν από κάποια χρόνια. Τότε που το υπέροχο αυτό χωριό έσφυζε από ζωή, ζώντας σε αυτό περισσότεροι από 2.500 Έλληνες. Ακόμα και κινηματογράφοι υπήρχαν στο χωριό, αποδεικνύοντας το υψηλό βιοτικό επίπεδο της τοπικής κοινωνίας. Και πραγματικά, το Σχοινούδι μέχρι το 1964 γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση και ήταν το μεγαλύτερο χωριό της Τουρκίας και των Βαλκανίων. Η κτηνοτροφία και η γεωργία ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένες και κατέστησαν το Σχοινούδι ως το πιο παραγωγικό χωριό της Ίμβρου. Ήταν τόσο εύφορο μάλιστα, που τροφοδοτούσε με τα προϊόντα του ολόκληρο το νησί και όχι μόνο. Περίφημο ήταν το πικάντικο κασέρι του, που ήταν διάσημο σε όλη την Τουρκία. Πολύ γρήγορα λοιπόν το Σχοινούδι έγινε το πιο οικονομικά εύρωστο χωριό της Ίμβρου και είχε τη δική του αυτονομία. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος άλλωστε που η τουρκική κυβέρνηση έθεσε ώς πρωταρχικό στόχο την εξόντωση των κατοίκων του. Δεν άρεσε σε κανέναν που το χωριό αυτό είχε μια τόσο σημαντική ανάπτυξη. Έτσι, οι αγαπητοί μας γείτονες, αθετώντας επιδεικτικά τις υπογραφές τους στη Συνθήκη της Λωζάνης, και με την απίστευτη ανοχή βέβαια των ελληνικών κυβερνήσεων, προχώρησαν σε μια σειρά πολύ συγκεκριμένων ενεργειών που μοναδικό στόχο είχαν τον ξεριζωμό των Ελλήνων από ολόκληρη την Ίμβρο. Δημιούργησαν τις περίφημες Ανοικτές Αγροτικές Φυλακές τις οποίες και εγκατέστησαν στον κάμπο του Σχοινουδίου. Εκεί φιλοξενούνταν οι βαρυποινίτες που συγκεντρώθηκαν από τα βάθη της Ανατολίας. Οι κατάδικοι αυτοί λοιπόν κυκλοφορούσαν ελεύθερα στα ελληνικά χωριά και σκορπούσαν το φόβο και τον τρόμο στους κατοίκους με άγριους ξυλοδαρμούς, με εκβιασμούς και απειλές, με βιασμούς γυναικών αλλά και στυγνές δολοφονίες, χωρίς μάλιστα να τους ενοχλεί κανένας. Οι τουρκικές αρχές βέβαια, έκαναν τα στραβά μάτια, αφού αυτές ήταν οι εντολές που είχαν λάβει από άνωθεν. Και βέβαια, οι βαρβαρότητες κατά των Ιμβρίων δεν σταμάτησαν εκεί. Ακολούθησε η απαλλοτρίωση του κάμπου του Σχοινουδίου, αλλά και όλων των εύφορων εκτάσεων του νησιού, τις οποίες έκριναν ως αναδασωτέες περιοχές, απαγόρευσαν τα βοσκοτόπια και τα κατσίκια για να γίνει πράσινο το νησί και απαγόρευσαν τις εξαγωγές κρεάτων. Επόμενο ήταν λοιπόν να σβήσει η κτηνοτροφία και η αγροτική παραγωγή. Η χαριστική βολή για τους Ιμβρίους ήρθε με την απαγόρευση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας και την κατάργηση των ελληνικών σχολείων, τα οποία και δημεύτηκαν, ενώ άρχισε ο εποικισμός του νησιού από Τούρκους της Ανατολίας και της Βουλγαρίας και από μεγάλο αριθμό στρατιωτικών. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με πολλές άλλες ενέργειες των τουρκικών κυβερνήσεων, οδήγησαν στον αφανισμό των Ελλήνων. Το 1923, οπότε και παραχωρήθηκε η Ίμβρος και η Τένεδος στην Τουρκία με τη Συνθήκη της Λωζάνης, ο πληθυσμός της Ίμβρου ήταν 10.000 αμιγώς ορθόδοξοι Έλληνες, για να φτάσουμε σήμερα να ζουν στο νησί λιγότεροι από 200 Έλληνες, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι ηλικιωμένοι, ενώ ο αριθμός των Τούρκων εποίκων υπερβαίνει τους 8.000. Στο Σχοινούδι, ζουν σήμερα μόλις 40 Έλληνες, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν την ελληνική τους ταυτότητα, συμβιώνοντας με 30 περίπου Κούδρους εποίκους.
Στη θέα των εκατοντάδων ερειπωμένων σπιτιών, μόνη αισιόδοξη νότα είναι η επιμονή των λιγοστών ελλήνων κατοίκων και η επιστροφή τους καλοκαιρινούς μήνες όλο και περισσότερων Ιμβρίων από την Ελλάδα, την Αυστραλία και την Αμερική, οι οποίοι προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανό τον τόπο τους, συντηρώντας τα σπίτια τους και οργανώνοντας μια σειρά από πολύ ενδιαφέρουσες πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Με τις εικόνες από το Σχοινούδι να πλημμυρίζουν τις σκέψεις μας και με ιδιαίτερα έντονα συναισθήματα, νύχτα πια, επιστρέψαμε στο λιμάνι του Κάστρου. Ξαφνιασμένοι, διαπιστώσαμε πως το έρημο κατά τη διάρκεια της ημέρας λιμάνι, μετατρέπεται το βράδυ σε έναν πολυσύχναστο και πολύβουο τόπο. Στο πολύ όμορφο πέτρινο μπαράκι Rembe Kaval δημιουργείται κάθε βράδυ μια πολύ ωραία ατμόσφαιρα από το νεαρό κόσμο που συγκεντρώνεται εδώ για να απολαύσει τις ροκ μπάντες που παίζουν όμορφη μουσική. Λίγο πιο πέρα, στην ανατολική προκυμαία του λιμανιού γίνεται πανηγύρι. Μια μεγάλη ανοιχτή αγορά στήνεται κάθε βράδυ, καθώς πολλοί μικροπωλητές απλώνουν σε πάγκους την πραμάτεια τους, ενώ πλήθος κόσμου και επισκεπτών κάνουν τη βόλτα τους και ψωνίζουν τοπικά αναμνηστικά.
Ευτυχώς, το φουσκωτό που θα μας φιλοξενούσε για ακόμα ένα βράδυ ήταν δεμένο αρκετά μακριά, στην εσωτερική πλευρά του κυματοθραύστη, όπου επικρατούσε απόλυτη ησυχία.

Στο Γλυκύ, τους Αγίους Θεοδώρους και τα Αγρίδια
Την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε να γνωρίσουμε τα υπόλοιπα ελληνικά χωριά της Ίμβρου, τα οποία βρίσκονται σε πολύ καλύτερη κατάσταση από το Σχοινούδι, γεγονός που απάλυνε κάπως την ολοφάνερη απογοήτευσή μας. Πρώτος μας σταθμός ήταν το Γλυκύ, που μετονομάστηκε σε Bademli. Απέχει μόλις δύο χιλιόμετρα από το λιμάνι του Κάστρου και είναι χτισμένο στην κορυφή του επόμενου λόφου που συναντούμε μετά το Κάστρο.
Αφήσαμε το αυτοκίνητο στα πρώτα σπίτια του χωριού και συνεχίσαμε με τα πόδια στο ανηφορικό καλντερίμι. Σύντομα φτάσαμε στο μοναδικό καφενείο που στεγάζεται σε ένα διόρωφο ασβεστωμένο σπίτι, όπου πολύ ευγενικά μάς υποδέχθηκε ο τούρκος ιδιοκτήτης του. Καθίσαμε στην πεζούλα όπου βρισκόταν ένα μικρό τραπεζάκι, κάτω από τη σκιά της τεράστιας μουριάς και πίνοντας το καφεδάκι μας παρατηρούσαμε τα υπέροχα διώροφα πέτρινα σπίτια που φαίνονταν ανακαινισμένα. Αφού περιπλανηθήκαμε για αρκετή ώρα στα γραφικά σοκάκια, φτάσαμε στα τελευταία σπίτια του χωριού, στους πρόποδες του Αγίου Αθανασίου. Σταθήκαμε για λίγο στις βρύσες, θαυμάζοντας τον υπεραιωνόβιο πλάτανο που βρίσκεται εκεί και από μόνος του αποτελεί ένα υπέροχο αξιοθέατο. Επιστρέφοντας προς το κέντρο του χωριού διακρίναμε τα ελληνικά ονόματα των οδών που ήταν βαμμένα με μικρά γράμματα στους τοίχους των πέτρινων σπιτιών και παρατηρούσαμε τα παλιά σπίτια που ήταν σε καλή κατάσταση ενώ πολλά από αυτά ήταν αναστηλωμένα. Το Γλυκύ είναι ένα αρκετά μεγάλο χωριό όπου ζούσαν περισσότεροι από 600 Ίμβριοι. Τώρα ζουν μόνιμα μόλις πέντε ηλικιωμένοι το χειμώνα και καμιά πενηνταριά το καλοκαίρι, που έρχονται από την Ελλάδα και το εξωτερικό για να συντηρήσουν τα σπίτια τους. Αρκετοί Τούρκοι έχουν αγοράσει σπίτια εδώ και τα ξαναφτιάχνουν σύμφωνα με τα παλιά πρότυπα, αφού ολόκληρος ο οικισμός έχει χαρακτηριστεί «διατηρητέος». Έτσι, όλα τα σπίτια διατηρούν τα παραδοσιακά αρχιτεκτονικά στοιχεία και συνθέτουν ένα πολύ γραφικό και όμορφο οικισμό, που για πολλούς θεωρείται ο ωραιότερος της Ίμβρου. Σε κάποιο καλντερίμι συναντήσαμε τον κυρ-Κώστα που μαζί με τη σύζυγό του καθάριζαν την αυλή του σπιτιού τους. Ζουν μόνιμα στην Αθήνα και έρχονται στο Γλυκύ το καλοκαίρι προσπαθώντας να συντηρήσουν το πατρικό τους.
«Πέρα από τα γνωστά προβλήματά μας, αντιμετωπίζουμε και την άρνηση των παιδιών μας να έρχονται στο νησί ώστε να βοηθήσουν για να μην ερημώσουν τα χωριά μας. Δεν έχουν διάθεση να ασχοληθούν με τίποτα, γιατί φοβούνται μήπως και στο μέλλον χειροτερέψουν ξανά τα πράγματα και αναγκαστούν να ξαναεγκαταλείψουν τα σπίτια τους, έχοντας ξοδέψει τσάμπα χρόνο και χρήματα για τις εργασίες που αυτά απαιτούν. Έτσι, μας πιέζουν να τα πουλήσουμε», θα μας πει απογοητευμένος ο κυρ-Κώστας.
Συνεχίζοντας τη βόλτα μας βγήκαμε στην εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Ακριβώς δίπλα βρίσκεται και το παλιό δημοτικό σχολείο που τώρα πια στεγάζει στους χώρους του ένα ξενοδοχείο. Από εδώ η θέα προς το λιμάνι και το Κάστρο είναι μαγευτική, ενώ στο βάθος δεσπόζει επιβλητικά η Σαμοθράκη. Αν είμαστε τυχεροί και βρεθούμε εδώ τις απογευματινές ώρες, θα απολαύσουμε ένα μαγευτικό ηλιοβασίλεμα και θα συμφωνήσουμε γιατί το Γλυκύ θεωρείται ως «το μπαλκόνι της Ίμβρου».

Επόμενος προορισμός μας ήταν το χωριό Άγιοι Θεόδωροι που βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του μεγάλου κάμπου που καταλήγει στο λιμάνι του Κάστρου. Χτισμένο στην πλαγιά του όρους Καστρί, με απεριόριστη θέα προς τον κάμπο, πήρε το όνομά του από το ομώνυμο εκκλησάκι που βρίσκεται λίγο πιο έξω από το χωριό. Γενέτειρα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου αλλά και του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου, αποτελεί χωρίς καμιά αμφιβολία ένα από τα ωραιότερα και πιο σημαντικά χωριά της Ίμβρου.
Αφήσαμε το αυτοκίνητο στη μικρή αλάνα που βρίσκεται στην είσοδο του χωριού, η οποία περιβάλλεται από τρία ιστορικά κτίρια: Την εκκλησία του Άη Γιώργη, το παλιό δημοτικό σχολείο και το νηπιαγωγείο. Ανάμεσα στην εκκλησία και το δημοτικό έχει στηθεί το άγαλμα του Κεμάλ, για να μας θυμίζει πως και αυτό το χωριό ανήκει πια στην Τουρκία. Όμως τα υπέροχα πέτρινα σπίτια, σε συνδυασμό με τις ομιλίες των κατοίκων αλλά και των περισσοτέρων επισκεπτών, μας φανερώνουν πως βρισκόμαστε σε ένα ελληνικό χωριό. Για ακόμα μια φορά ήρθαμε αντιμέτωποι με τη χαρακτηριστική και συνήθη για όλα τα ελληνικά σχολειά της Ίμβρου ερειπωμένη όψη τους, με τις μεγάλες συκιές και ακακίες να ευδοκιμούν μέσα στις τάξεις, εκεί που πριν από λίγα χρόνια μαθήτευαν τα παιδιά των Ιμβρίων. Ευτυχώς δεν συμβαίνει το ίδιο και με το νηπιαγωγείο, όπου έχει την έδρα του ο πολιτιστικός σύλλογος των Αγίων Θεοδώρων. Εκεί είχαμε την τύχη να συναντήσουμε δύο υπέροχους ανθρώπους, που αποτελούν τη ζωντανή ιστορία του χωριού: Τον 90χρονο μπαρμπα-Γιώργο, ο οποίος ακόμα και σήμερα έχει μία από τις πιο γνωστές ταβέρνες στην Κωνσταντινούπολη με το όνομα «Ίμβρος», και τον 83άχρονο μπαρμπα-Νίκο, ο οποίος δεν έφυγε ποτέ από το χωριό του. «Περάσαμε πολλά», μάς είπε συγκινημένος ο μπαρμπα-Νίκος και συνέχισε: «Το νηπιαγωγείο αυτό, το έχτισα με τα ίδια μου τα χέρια πέτρα-πέτρα το 1961. Μόλις το είδε ο Διοικητής του νησιού πήγε αμέσως στην Άγκυρα και το έθεσε υπ’ όψιν του Συμβουλίου Ασφαλείας, λέγοντας χαρακτηριστικά: εσείς κάθεστε εδώ και οι Ίμβριοι φτιάχνουν σχολεία! Η απάντηση που πήρε ήταν καταλυτική: να τουρκοποιήσετε το νησί με οποιονδήποτε τρόπο». Παίρνοντας το λόγο ο μπαρμπα-Γιώργος, συνέχισε: «Ύστερα ήρθαν οι απαλλοτριώσεις και το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων που αποτέλεσαν και την ταφόπλακα του ελληνισμού. Έτσι φτάσαμε να ζούμε μόνιμα στο χωριό μόλις 40 Ρωμιοί, μαζί με καμιά δεκαριά Τούρκους. Ο αριθμός των Ελλήνων αυξάνεται το καλοκαίρι και ξεπερνά τους διακόσιους. Φανταστείτε πως κάποτε οι Άγιοι Θεόδωροι μετρούσαν περισσότερους από 700 Ρωμιούς».
«Οι Άγιοι Θεόδωροι ήταν ένα πολύ παραγωγικό χωριό με αναπτυγμένη την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Ο κάμπος με τις ελιές που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το χωριό έδινε 180 τόνους ελιές το χρόνο. Φτιάχναμε σαπούνια από το λάδι, και εξαγάγαμε τυριά, κασέρια και αιγοπρόβατα στην Πόλη», πρόσθεσε ο μπαρμπα-Νίκος.
Εντύπωση μάς έκανε πως τόσο ο μπαρμπα-Νίκος όσο και ο μπαρμπα-Γιώργος θυμόταν ακριβώς δυο συγκεκριμένες ημερομηνίες: «στις 4 Φλεβάρη του ‘56 και στις 28 Φλεβάρη του ‘63 πάθαμε πολλές ζημιές από θεομηνίες. Ξεράθηκαν από παγωνιά όλες οι ελιές και χάθηκε ολόκληρη η παραγωγή», μας είπαν με μια φωνή και οι δύο.
Αφού κουβεντιάσαμε για πολλή ώρα με τις συμπαθέστατες φυσιογνωμίες των υπέργηρων αυτών Ιμβρίων, τους ευχαριστήσαμε και ξεκινήσαμε για μια μικρή βόλτα στο χωριό. Πήραμε το ανηφορικό καλντερίμι και σύντομα βγήκαμε στο κεντρικότερο σημείο όπου βρίσκονται τρία καφενεία, το ένα απέναντι από το άλλο. Τα δύο από αυτά ανήκουν σε Έλληνες και το άλλο το λειτουργεί κάποιος Τούρκος. Εδώ σταματούν όλοι οι επισκέπτες μετά από την περιήγησή τους στα σοκάκια του χωριού. Μέσα σε λίγη ώρα περπατήσαμε στα κεντρικά καλντερίμια και συναντήσαμε πολύ όμορφα σπίτια και υπέροχους ξενώνες, όλα χτισμένα από πέτρα, μιας και απαγορεύεται η χρήση τούβλων από την πολεοδομία. Ολόκληρος ο οικισμός διατηρεί τα παραδοσιακά στοιχεία της αρχιτεκτονικής του βορειοανατολικού Αιγαίου, η οποία χαρακτηρίζεται από τη χρήση της πέτρας, του ξύλου και των κεραμιδιών. Τα πατώματα και τα ταβάνια είναι ξύλινα, οι σκεπές από κεραμίδια και οι μικρές αυλές που είναι γεμάτες με δέντρα και λουλούδια περιβάλλονται από πετρόχτιστους τοίχους. Πολλά από τα 240 περίπου σπίτια του χωριού έχουν ανακαινιστεί και πραγματικά χαίρεσαι να τα βλέπεις. Σχεδόν όλα είναι δίπατα, όπως ήταν και παλιότερα. Στον πάνω όροφο έμενε η οικογένεια ενώ στον κάτω υπήρχε ένα δωμάτιο και χώροι που χρησίμευαν ως αποθήκες για τα λάδια, το σιτάρι και τις ελιές.
Πριν αποχαιρετήσουμε το όμορφο χωριό των Αγίων Θεοδώρων καθίσαμε για ένα καφεδάκι στο καφενείο της κυρα-Μαρίας που λειτουργεί εδώ και 120 χρόνια. Ακούγοντας την ελληνική μουσική που έπαιζε μεγαλόφωνα, απολαμβάναμε με όλες μας τις αισθήσεις τις τελευταίες στιγμές της παραμονής μας στον όμορφο αυτόν οικισμό.

Ένα βουνό χωρίζει τους Αγίους Θεοδώρους από το επόμενο χωριό, τα Αγρίδια, που βρίσκεται πιο βαθιά στην ενδοχώρα του νησιού. Τα Αγρίδια ή αλλιώς Τepekoy είναι το μοναδικό χωριό της Ίμβρου που παραμένει αμιγώς ελληνικό ακόμα και σήμερα. Χτισμένο στους πρόποδες του βουνού Άγιος Δημήτριος, με υπέροχη θέα προς το φράγμα και στη μεγαλύτερη από τις πέντε συνολικά τεχνητές λίμνες του νησιού, αποτελεί ένα από τα πιο ανεπτυγμένα χωριά της Ίμβρου, το οποίο δέχεται αρκετούς τουρίστες το καλοκαίρι. Πέρα από τους Έλληνες, πολλοί είναι και οι Τούρκοι που καταφθάνουν, για να επισκεφθούν όπως χαρακτηριστικά λένε «το ελληνικό χωριό». Στην είσοδο του χωριού βρίσκεται το παλιό εξατάξιο σχολείο, που και αυτό αποτελεί φάντασμα του παρελθόντος. Μόνο οι μακρόστενοι πράσινοι πίνακες βρίσκονται ακόμα στη θέση τους, ενώ τα ταβάνια και τα ξύλινα πατώματα έχουν ξηλωθεί ή σαπίσει στο μεγαλύτερο μέρος τους.
Αφήσαμε το αυτοκίνητο στον προαύλιο χώρο του σχολείου που χρησιμοποιείται τώρα πια ως πάρκινγκ για τους επισκέπτες. Ακριβώς απέναντι βρίσκεται η διάσημη ταβέρνα του μπαρμπα-Γιώργου, μέσα σε ένα πολύ όμορφο κτήμα με αμπέλια και υπέροχη θέα προς το φράγμα. Εδώ βρίσκεται και το γνωστό οινοποιείο του μπαρμπα-Γιώργου, ο οποίος είναι ένας από τους πιο δραστήριους μόνιμους κατοίκους του νησιού. Τόσο το κρασί του όσο και τα δικά του βιολογικά κρέατα είναι πασίγνωστα και πολλοί επισκέπτες έρχονται εδώ μόνο και μόνο για να δοκιμάσουν τα υπέροχα πιάτα της μοναδικής ελληνικής ταβέρνας της Ίμβρου. Και βέβαια, η συνάντησή μας με τον μπαρμπα-Γιώργο ήταν μια αληθινή εμπειρία. Τον καλέσαμε στο τραπέζι μας και δοκιμάζοντας τα μοναδικά κεφτεδάκια του, μια πολύ πετυχημένη συνταγή αρνίσιου και βοδινού κρέατος μαζί, κουβεντιάζαμε για αρκετή ώρα, αποκρυσταλλώνοντας τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μας για τους λόγους που οδήγησαν την Ίμβρο στη σημερινή της μορφή. Μας είπε για τις προσπάθειές του να κρατηθεί το χωριό αμιγώς ελληνικό, αποθαρρύνοντας όσους σκεφτόταν να πουλήσουν τα σπίτια τους. Στα Αγρίδια ζουν το χειμώνα λιγότεροι από τριάντα Ρωμιοί, το καλοκαίρι όμως έρχονται αρκετοί Έλληνες, κυρίως συνταξιούχοι που ανοίγουν τα σπίτια τους.

Παίρνοντας το κεντρικό δρομάκι βγήκαμε στην κεντρική πλατεία όπου βρίσκονται δύο καφενεία και συγκεντρώνονται οι ντόπιοι. Λίγα βήματα πιο κάτω συναντούμε τη δεύτερη πλατεία όπου βρίσκεται η εκκλησία που είναι αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, η οποία γιορτάζει τον Δεκαπενταύγουστο. Τότε γίνεται και το μεγάλο πανηγύρι, όπου λαμβάνουν χώρα τα πανάρχαια έθιμα της ομαδικής θυσίας των βοδιών καθώς και η «κουρκούτα» (είδος χυλού από ζωμό κρέατος που βράζει μαζί με σιτάρι), που μοιράζεται στον κόσμο. Ο Δεκαπενταύγουστος και το πανηγύρι του έχουν καθιερωθεί ως ημέρα συγκέντρωσης πολλών Ιμβρίων από όλο τον κόσμο. Φτάσαμε βορειότερα και τελικά αφού περάσαμε ένα μικρό ρέμα, ανηφορίσαμε σε μια μικρή καμπούρα του λόφου όπου βρίσκεται η νοτιοδυτικότερη γειτονιά του χωριού. Εδώ ξεχωρίζει το ασβεστωμένο διώροφο σπίτι με τα γαλάζια πορτοπαράθυρα, που λειτουργεί ως ξενώνας, και μια μικρή βρύση αμέσως μετά, όπου έπλεναν οι νυκοκοιρές τα ρούχα τους. Από εδώ η θέα προς το χωριό είναι άμεση, με τα κολλητά σχεδόν πέτρινα σπίτια, άλλα ανακαινισμένα και φροντισμένα και άλλα να δείχνουν εμφανώς τα σημάδια της εγκατάλειψης.
Χρειάζεται πολύ λίγος χρόνος για να γνωρίσει κανείς τον όμορφο οικισμό των Αγριδίων, ενώ αξίζει πραγματικά τον κόπο να πάρουμε το στενό δρομάκι που ξεκινά λίγο πριν την είσοδο του χωριού και να επισκεφθούμε τη Σπηλιά. Εκεί, στην πηγή με τα τρεχούμενα νερά και κάτω από τον απίθανο πλάτανο που απλώνει τα κλαδιά του για πολλά μέτρα, συγκεντρώνονται οι απανταχού Αγριδιώτες στις 18 του Αυγούστου και με φαγητό, κρασί και μουσική χαίρονται και γιορτάζουν το αντάμωμά τους.
Λίγα μέτρα πιο πέρα μπορούμε να επισκεφθούμε και το εγκατελειμένο τουρκικό φυλάκιο, από όπου η θέα προς τη Σαμοθράκη και τις απόκρημνες βορειοανατολικές ακτές τις Ίμβρου είναι συναρπαστική.

Ολοκληρώνοντας τον περίπλου
Αργά το απόγευμα, οπότε και είχε ξεθυμάνει το μελτέμι, πήραμε το φουσκωτό και σε λίγα λεπτά γυρίσαμε στην ανατολική πλευρά της Ίμβρου. Εκεί βρίσκεται και το τεράστιο λιμάνι του Αγίου Κήρυκου που εξυπηρετεί την ακτοπλοϊκή σύνδεση του νησιού με το Τσανάκαλε και το πιο κοντινό Καμπάτεπε. Πέρα από το μέγεθός του, που είναι εντυπωσιακό, το λιμάνι του Αγίου Κήρυκου είναι εντελώς έρημο, χωρίς τίποτα το γοητευτικό που θα προσελκύσει τον επισκέπτη. Έτσι, μετά από μια σύντομη βόλτα στο εσωτερικό του, η πλώρη μας σημάδευε το άκρο της χερσονήσου Κέφαλος.
Πολύ γρήγορα γυρίσαμε στη νότια πλευρά του νησιού και λίγο πριν τη δύση του ήλιου αγκυροβολήσαμε στα Κόκκινα. Στην παραλία αυτή είχε οριστεί η καθιερωμένη συνάντηση του Ναυτικού Ομίλου Ιμβρίων της Αθήνας, όπου ήμασταν κι εμείς προσκεκλημένοι. Αρκετοί άνθρωποι στη μακρόστενη ακτή, συγκεντρωμένοι γύρω από φωτιές, πίνουν, τραγουδούν και τρώνε τα ψάρια που εκείνη τη στιγμή ψάρεψαν. Είναι ένα πολύ όμορφο έθιμο που κρατά αρκετά χρόνια. Αργά το βράδυ, αποχαιρετήσαμε την όμορφη αυτή παρέα και το φουσκωτό χανόταν στο θεοσκότεινο πέλαγος, οι φωτιές στην ακτή όμως ζέσταιναν για πολλή ώρα τις καρδιές μας.

Οι σφουγγαράδες της Ίμβρου
Στην Παναγιά είχαμε την τύχη να συναντήσουμε στο σπίτι του τον 73άχρονο Σωτήρη Πόπα, τον μοναδικό εν ζωή σφουγγαρά της Ίμβρου. Γεννημένος στο νησί, από τα 14 χρόνια του βγήκε στη θάλασσα. Ξεκινώντας σαν μούτσος και μετά γεμιτζής, στα δεκαοχτώ του έμαθε να βουτά για σφουγγάρια και συνέχισε ως βουτηχτής για 35 ολόκληρα χρόνια.
«22 καΐκια με σφουγγαράδες είχε τότε η Ίμβρος. Η σπογγαλιεία ήταν ένα από τα παραδοσιακά επαγγέλματα του νησιού. Οργώναμε όλο το Αιγαίο και φτάναμε μέχρι το Μποντρούμ. Μπαίναμε μέσα στο μπογάζι μέχρι την Πρίγκηπο, τη Χάλκη και την Αντιγόνη. Πολλές φορές κρύβαμε την τουρκική σημαία και πηγαίναμε παράνομα στα ελληνικά νησιά. Στη Σαμοθράκη και τη Θάσο μάς έπιασαν αρκετές φορές οι λιμενικές αρχές αλλά τους παρακαλούσαμε και μας άφηναν γιατί προσπαθούσαμε να βγάλουμε το ψωμί μας», θυμάται ο κυρ-Σωτήρης και συνεχίζει:
«Κάθε καΐκι, όταν τα καΐκια ήταν με κουπιά, είχε εννιά άτομα για πλήρωμα. Τότε γύριζαν τη ρόδα με τα χέρια για να δίνουν αέρα στον δύτη. Αργότερα που βγήκαν και τα κομπρεσέρ, κάθε καΐκι είχε μόνο τρία άτομα: τον καπετάνιο, τον κολαουζιέρη και τον βουτηχτή. Ο κολαουζιέρης ήταν ο επιτηρητής του δύτη και είχε την ευθύνη για την ασφαλή παραμονή του στο νερό, ελέγχοντας το χρόνο ανάλογα με το βάθος, καθώς και το χρόνο ανάδυσής του που έπρεπε να είναι συγκεκριμένος. Ένα μακρύ σχοινί (κολαούζος) ήταν δεμένο στον δύτη και έφτανε μέχρι το καΐκι χρησιμεύοντας ως ένα είδος τηλέγραφου».
Παρακολουθούσαμε με μεγάλη προσοχή την ευγενική φυσιογνωμία του κυρ-Σωτήρη που έδειχνε να χαίρεται πολύ να μιλά για το επάγγελμά του.
«Η τέχνη όμως των δυτών ήταν το σκάφανδρο. Τότε φορούσαμε μάλλινες φανέλες και κάλτσες και από πάνω τη στολή που ήταν φτιαγμένη από χοντρό πανί μέσα κι έξω, που ήταν απόλυτα στεγανό. Μετά τη στολή βάζαμε τα παπούτσια που ήταν τρία κιλά το ένα και έπειτα την μπρούτζινη περικεφαλαία. Είχαμε και δύο πλάκες μολυβιών των 25 κιλών, μια μπρος και μια πίσω. Μέσα στην περικεφαλαία υπήρχε η Βαρβάρα (έτσι αποκαλούσαν τη βαλβίδα του αέρα με την οποία ρύθμιζαν την πλευστότητά τους ανάλογα με το βάθος), την οποία σπρώχναμε με το κεφάλι και τότε απελευθερωνόταν αέρας και μας πετούσε πάνω. Είχα κάνει αρκετά μαθήματα για να βουτάω με το σκάφανδρο, αλλά δυο φορές χτυπήθηκα από πίεση. Μια φορά το 1963 βούτηξα στη Λαδόξερα στα 55 μέτρα. Εκεί έχει πολύ ρέμα, ιδιαίτερα όταν φυσά ο μπάτης και το λάστιχο πήγαινε πέρα δώθε. Έκανα το λάθος να αναδυθώ απότομα και τότε χτυπήθηκα. Ένιωσα τσιμπήματα στο πόδι και πολύ πόνο. Ξαναβούτηξα γρήγορα στα ίδια μέτρα και αμέσως κόπηκε ο πόνος».
Για αρκετή ώρα ο κυρ-Σωτήρης μάς εξιστορούσε τις περιπέτειές του, κλείνοντας με μια φράση που δείχνει τη μεγάλη του αγάπη για την τέχνη των βουτηχτάδων: «Ακόμα και τώρα βλέπω στον ύπνο μου πως βουτάω και βγάζω σφουγγάρια»…

Επίλογος
Είχαμε υποσχεθεί στους εαυτούς μας να περάσουμε το τελευταίο βράδυ μας στο νησί, διανυκτερεύοντας στο Gizli Liman. Από αυτό το «κρυφτό λιμάνι» λοιπόν, πριν χαράξει η επόμενη μέρα, όπως ακριβώς διέφευγαν οι Ίμβριοι, αφήσαμε στην πρύμνη μας την Ίμβρο και η πλώρη μας σημάδευε τις κοντινές ακτές της Λήμνου. Οι σκέψεις μας όμως ήταν εκεί. Στα ερημωμένα ελληνικά χωριά της Ίμβρου και τις συγκλονιστικές εικόνες που αντικρίσαμε. Μια αληθινή εμπειρία που όμοιά της δεν έχουμε ξαναζήσει. Στιγμές και εικόνες που είναι ανάγκη να βιώσει κάθε Έλληνας. Γιατί μόνο τότε θα καταλάβει τι ακριβώς έχει συντελεστεί στην Ίμβρο και πόσο θλιβερά και άδικα αφανίζεται ο ελληνισμός που οι ρίζες του χάνονται στα βάθη των αιώνων. Ιδιαίτερα τώρα, που η προσέγγιση στην Ίμβρο είναι πολύ πιο εύκολη μέσω της ακτοπλοϊκής σύνδεσής της με τη γειτονική Λήμνο, αυτό το ταξίδι αποτελεί επιτακτική ανάγκη.
Εύχομαι η Ίμβρος να μην έχει την τύχη της Τενέδου, όπου δεν υπάρχει σχεδόν κανένας Έλληνας, και να δούμε κάποια στιγμή όλα τα σπίτια αναστηλωμένα. Και τότε σίγουρα τα ελληνικά χωριά θα αποτελούν μοναδικά αξιοθέατα και θα ομορφύνουν ακόμα περισσότερο το Αιγαίο μας. Ας ευαισθητοποιηθούν επιτέλους οι κυβερνήσεις μας και ας εκμεταλλευθούν σωστά την ευρωπαϊκή στροφή της Τουρκίας, που μοιραία θα την αναγκάσει να δείξει ένα πιο πολιτισμένο πρόσωπο και να σεβαστεί επιτέλους τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιστρέφοντας παράλληλα πολλές από τις ιδιοκτησίες των Ελλήνων. Τότε ίσως στο άμεσο μέλλον δούμε να ξαναλειτουργούν τα ελληνικά σχολεία και να ζωντανεύουν ξανά τα χωριά της Ίμβρου.

Η θέση της Ίμβρου
Η Ίμβρος βρίσκεται ανάμεσα στο τρίγωνο των νησιών Σαμοθράκης, Λήμνου και Τενέδου, από τα οποία απέχει αντίστοιχα δεκατρία, έντεκα και δεκαεπτά ναυτικά μίλια. Με πέντε φράγματα και ανάλογες τεχνητές λίμνες, θεωρείται το πιο πλούσιο νησί του Αιγαίου σε πηγές και τρεχούμενα νερά, μετά τη Σαμοθράκη. Είναι ένα ορεινό νησί, που χαρακτηρίζεται από τις απόκρημνες και θαλασσοδαρμένες ακτές της βορινής πλευράς του, αλλά και από τις ατέλειωτες και τεράστιες αμμουδιές της νότιας πλευράς του. Η περίμετρός του ξεπερνά τα 40 ναυτικά μίλια και κρύβει πολλές και ιδιαίτερα όμορφες γωνιές.

Του Θωμά Παναγιωτόπουλου

http://www.ribadventure.gr/

Share.

Leave A Reply